ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

«Σταύρωσαν τον ελληνικό αθλητισμό»

Το 2000,στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ, ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης συγκλόνισε τους τηλεθεατές απ’ όλο τον κόσμο καθώς, κατά τη διάρκεια του αγώνα, υπέστη κάταγμα στο πόδι. Από τότε έχουν περάσει δέκα χρόνια και δύο ασημένια ολυμπιακά μετάλλια στολίζουν την τροπαιοθήκη του. Τώρα προετοιμάζεται για τους τέταρτους Ολυμπιακούς της ζωής του, αλλά η απαξίωση του αθλητισμού από την κοινή γνώμη τον προβληματίζει.

Με πατέρα πρωταθλητή στο τάε κβον ντο, ο ολυμπιονίκης μας έκανε τα… πρώτα βήματα πάνω στα τατάμι. Δεν έμαθε να κρύβεται στα δύσκολα, ούτε στους αγώνες ούτε στη ζωή. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι, εάν η Πολιτεία συνεχίσει να αντιμετωπίζει με αυτό τον τρόπο τον αθλητισμό, τότε στο Λονδίνο η χώρα μας θα εκπροσωπηθεί από λίγους αθλητές, οι οποίοι θα έχουν ελάχιστες ελπίδες για επιτυχίες. «Μετά το 2004 υπάρχει πτώση. Κορυφαίοι αθλητές τερμάτισαν τότε την καριέρα τους, ενώ και τα οικονομικά μεγέθη ήταν διαφορετικά καθώς υπήρχαν πολλοί χορηγοί. Σταδιακά η κατάσταση δυσκόλεψε και από το 2008 έως σήμερα βρισκόμαστε στις χειρότερες στιγμές του ελληνικού αθλητισμού».

– Γιατί φτάσαμε σε αυτό το σημείο;

– Τα πάντα κινούνται με το χρήμα. Ο αθλητισμός μας έχει άμεση συνάρτηση με το κράτος και δεν υπάρχουν χρήματα. Ελπίζω να βγω ψεύτης, αλλά το 2012 η ελληνική αποστολή θα είναι μικρότερη από το 1996 και τα μετάλλια του Πεκίνου θα είναι πολλά σε σχέση με αυτά που θα πάρουμε στο Λονδίνο.

– Τα τελευταία χρόνια, η Πολιτεία δεν δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον αθλητισμό. Μήπως κάποιοι θέλουν να τον υποβαθμίσουν;

– Δεν ξέρω εάν ήταν μεθοδευμένο. Μετά τα θετικά κρούσματα ντόπινγκ, του 2008, κάποιοι μας χαρακτήρισαν «βρώμικους» και «βρωμιάρηδες». Νιώθω αδικημένος γιατί κανένας δεν προσπάθησε να ανατρέψει αυτό το κλίμα. Μέχρι τότε δεν υπήρχαν υπόνοιες. Τώρα πρέπει να αποδεικνύουμε συνεχώς ότι δεν είμαστε ελέφαντες. Κάποιοι περιμένουν… στη γωνία για να βρεθεί ντοπαρισμένος. Ο κόσμος είναι διστακτικός. Εγιναν νομοσχέδια που σταυρώνουν τον αθλητισμό εξαιτίας κάποιων αθλητών που με δική τους απόφαση έκαναν χρήση ουσιών. Δεν έγινε προσπάθεια για να αποσοβηθεί η κρίση. Αντίθετα, χρησιμοποιήθηκε για να πολεμηθεί ο αθλητισμός. Επιλέχθηκε πολιτική της σταύρωσης του ελληνικού αθλητισμού. Οταν λέω αθλητισμός, δεν εννοώ ποδόσφαιρο και μπάσκετ. Εμείς δεν έχουμε εκατομμυριούχους παράγοντες και χορηγούς. Επιβιώνουμε μόνοι μας.

«Θα πάω στη Γιουροβίζιον»

– Πέρασε ποτέ από το μυαλό σου να σταματήσεις;

– Μετά το 2008, εάν δεν είχα τη στήριξη της Εθνικής Τράπεζας και της ομοσπονδίας μου, θα σταματούσα. Δυστυχώς, ο πρωταθλητισμός απαιτεί να μη δουλεύεις. Δεν πήρα πριμ από τους Ολυμπιακούς του 2008. Ο,τι κάνω, το κάνω για την τρέλα μου, για τη χώρα μου και τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα μου όλα αυτά τα χρόνια. Για διακρίσεις σε Ευρωπαϊκά και Παγκόσμια δεν δίνουν ούτε ένα ευρώ. Από την άλλη πλευρά, το υπουργείο Πολιτισμού, όπου ανήκει ο αθλητισμός, δίνει χρήματα για να πηγαίνουν αποστολές στη Γιουροβίζιον. Εάν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, θα πάρω μέρος στη Γιουροβίζιον για να πάρω χρήματα…

«Να προσέξουμε τα ταλέντα μας»

Ενα χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο λείπει από την τροπαιοθήκη του «ασημένιου» ολυμπιονίκη. Ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης θα προσπαθήσει να το κατακτήσει στους Αγώνες του Λονδίνου. «Θα βρίσκομαι σε πολύ καλή ηλικία για την κατηγορία μου. Στα +80 κ. γίνεται πιο απλό παιχνίδι σε σχέση με τις άλλες κατηγορίες. Θέλει περισσότερη στρατηγική», μας λέει ο αθλητής.

Με το… DNA του πρωταθλητή στο αίμα του, ο Νικολαΐδης έμαθε να αγωνίζεται μόνο για την πρώτη θέση. «Θέλοντας και μη, είμαι υποχρεωμένος απέναντι στον εαυτό μου να διεκδικώ σε όλους τους αγώνες το χρυσό. Από εκεί και πέρα οι συνθήκες μάς κάνουν να αναπροσαρμόζουμε τους στόχους».

Το ελληνικό τάε κβον ντο έχει παρελθόν, παρόν και, σύμφωνα με τον ολυμπιονίκη, μέλλον, αλλά αυτό υπό προϋποθέσεις: «Αλλες χώρες πηγαίνουν 10 μήνες προετοιμασία και εμείς δύο. Τόσο επιτρέπουν οι οικονομικές δυνατότητες. Εχουμε, όμως, πολλά ταλέντα, που πρέπει να τα προσέξουμε. Αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, θα ήμασταν καλύτερα».