ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Αγωνιστής των γηπέδων και «ήρωας» της Ελλάδος

Πέρασε στην ελληνική ιστορία ως κορυφαίος προπολεμικός Ολυμπιονίκης, αλλά και ως ήρωας πολέμου. Θα μπορούσε να «κρυφτεί» πίσω από τις μεγάλες αθλητικές του επιτυχίες και να παραμείνει στα μετόπισθεν. Προτίμησε, όμως, να πάει στο μέτωπο για να πάρει μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους, κάτι που του κόστισε την ζωή. Αυτός ήταν ο Κωνσταντίνος (Κωστής) Τσικλητήρας. Ο τελευταίος προπολεμικός Ελληνας «χρυσός» Ολυμπιονίκης εντός αγωνιστικών χώρωνu0387 το 1924 κατέκτησε χρυσό μετάλλιο ο γλύπτης, Κωνσταντίνος Δημητριάδης στον διαγωνισμό των καλών τεχνών, με το άγαλμα «Δισκοβόλος», που σήμερα είναι τοποθετημένο απέναντι από το Παναθηναϊκό Στάδιο. Ειρήσθω εν παρόδω, το άγαλμα είχε ένα βασικό λάθος. Οι αρχαίοι Ελληνες τοποθετούσαν μπροστά το πόδι το αντίστοιχο του χεριού, με το οποίο έρριχναν τον δίσκο. Στο συγκεκριμένο άγαλμα, λοιπόν, έπρεπε να βρίσκεται μπροστά το δεξί πόδι και όχι το αριστερό. Αυτό, προφανώς δεν το γνώριζαν οι κριτές το 1924. Το θέμα μας, όμως, δεν είναι αυτό, αλλά ο Τσικλητήρας.

Γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1888 στην Πύλο. Ηταν γόνος ιστορικής και αρχοντικής οικογένειας, με προπάππο που έδρασε στις ΗΠΑ (απέκτησε μεγάλη περιουσία εκεί, επέστρεψε στην επαναστατημένη Ελλάδα και έλαβε μέρος σε πολλές ναυμαχίες στο πλάι του ναυάρχου Γ. Σαχτούρη), παππού δήμαρχο της Πύλου και βουλευτή και πατέρα τον Ηρακλή Τσικλητήρα ή Τζικλητήρα, ιατρό και δήμαρχο. O Κωστής από το δημοτικό σχολείο, έχοντας πλούσια σωματικά προσόντα, έδειξε τις αλτικές ικανότητές του.

Υποστηρίζεται ότι στα τοπικά πανηγύρια υπερπηδούσε δύο και τρία άλογα!

Το 1905 γράφτηκε στην Εμπορική και Βιομηχανική Ακαδημία Ρουσσοπούλου στην Αθήνα και στον Πανελλήνιο ΓΣ. Εντυπωσίασε τους προπονητές, Φ. Καρβελλά και Αθ. Λευκαδίτη, που τον μύησαν στα άλματα. Παράλληλα ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο (τερματοφύλακας στον Ποδοσφαιρικό Ομιλο Αθηνών, που το 1924 μετονομάσθηκε σε Παναθηναϊκός ΑΟ) και την υδατοσφαίριση ως παίκτης του ΠΓΣ.

Στα 18 του, το 1906, αγωνίσθηκε στη Μεσοολυμπιάδα, στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία κι’ εμπειρία, δεν κατόρθωσε να συναγωνισθεί τους κορυφαίους Αμερικανούς άλτες, και κυρίως τον περίφημο Ρέιμοντ Γιούρι, ήδη Ολυμπιονίκη και στα τρία άλματα άνευ φοράς το 1900 στο Παρίσι και το 1904 στο Σεντ Λούις (ΗΠΑ). Ο Γιούρι, πάντως, τον έχρισε διάδοχό του. Και δεν διαψεύσθηκε.

Οι δύο αθλητές, ο 35χρονος Αμερικανός και ο 20χρονος Ελληνας, συναντήθηκαν και στο Λονδίνο το 1908. Ο Γιούρι θριάμβευσε πάλι και στο μήκος και στο ύψος άνευ φοράς, αφού, όμως, έδωσε σκληρές μάχες με τον Τσικλητήρα. Στο μήκος πήδησε 3,33μ. έναντι 3,23 και στο ύψος 1,575 έναντι 1,55 μ.

Ο Γιούρι ήταν πια μεγάλος και η αποχώρησή του από τους στίβους άνοιξε τον δρόμο στον Τσικλητήρα. Το 1912, στους Αγώνες της Στοκχόλμης, είχε αντιπάλους δύο άλλους Αμερικανούς, τους αδελφούς Πλατ και Μπέντζαμιν Ανταμς. Στο μήκος ο συναγωνισμός ήταν συναρπαστικός. Ο Τσικλητήρας νίκησε με 3,37μ. έναντι 3,36 του Πλατ και 3,28 του Μπένταζμιν. Η νίκη του, πρώτη ευρωπαϊκή έως τότε, χαιρετίστηκε μ’ ενθουσιασμό από τους Σουηδούς φιλάθλους. Στο ύψος, πάντως, κατετάγη 3ος, πίσω από τους δύο Αμερικανούς, με 1,55μ.

– Τα στοιχεία για τον Τσικλητήρα τα αλιεύσαμε κυρίως από την ιστοσελίδα pylos.net.

Στο πρώτο μέτωπο της μάχης

Ο Κωστής Τσικλητήρας επέστρεψε δοξασμένος στην Ελλάδα από τους Αγώνες της Στοκχόλμης. Στον σταθμό Λαρίσης του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή από χιλιάδες κόσμου. Δεν επαναπαύθηκε όμως στις δάφνες του. Η μικρή Ελλάς βρισκόταν πάλι στα πεδία των μαχών. Αυτή τη φορά στους Βαλκανικούς Πολέμους. Αρχικά απέρριψε δελεαστική πρόταση του μεγαλοεπιχειρηματία Εμμανουήλ Μπενάκη να εργασθεί στις επιχειρήσεις του στην Αίγυπτο, και με την κήρυξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου κατατάχθηκε ως λοχίας στο 9ο Σύνταγμα Πεζικού (8ος λόχος), στο οποίο είχε υπηρετήσει τον Φεβρουάριο του 1910. Ως Ολυμπιονίκης μπορούσε να παραμείνει στα μετόπισθεν. Του πρότειναν να υπηρετήσει στο Φρουραρχείο Αθηνών, αλλά δεν ήθελε να έχει προνομιακή μεταχείριση. Πήγε στο μέτωπο και συνόδευε αιχμαλώτους. Εκεί προσεβλήθη από μικρόβιο μηνιγγίτιδας βαριάς μορφής.

Ο πρίγκιπας Νικόλαος έδωσε εντολή να μεταφερθεί αμέσως στην Αθήνα, όπου πάλεψε πολλές ημέρες με τον θάνατο χάρη στην ισχυρή του κράση. Υπέκυψε στις 10 Φεβρουαρίου 1913. Στην κηδεία του τον συνόδευσαν χιλιάδες Αθηναίοι, ραίνοντας το φέρετρό του με μυρτιές, δάφνες και λουλούδια.

Ηταν ψηλός (1,92 μ.) με θαυμάσια αλτικότητα, που οφειλόταν στα δυνατά του πόδια και στο εκπληκτικό «σπάσιμο» της μέσης του. Ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Χρόνος» στο Λονδίνο, ο γνωστός λογοτέχνης Ζαχαρίας Παπαντωνίου, τον είχε περιγράψει ως εξής: «Είνε σώμα υψηλόν, λεπτόν, καλογραμμένον. Εις το σχέδιον του μελαχροινού προσώπου του, των μήλων, των ματιών, των χειλέων, του πώγωνος νομίζεις ότι επέρασεν, ελαφρώς, ολίγον κοντύλι Γκύζη. Από πάνω ως κάτω ο νέος αυτός έχει ευγενεστάτην γραμμήν. Μελαχροινός, πολύ υψηλός σχετικώς με τη νεότητά του, πόδια μεγάλα και λαστιχένια, ως σκύλου πόιντερ, σύμμετρον και χαριτωμένον σύνολον».

Λαμπερό ορόσημο του ελληνικού αθλητισμού

Ποιος μπορεί να μιλήσει εγκυρότερα για τον Κωστή Τσικλητήρα, αν όχι από τον… Κωστή Τσικλητήρα; Ο κορυφαίος δημοσιογράφος και ιστορικός του αθλητισμού, Πέτρος Ν. Λινάρδος, έφερε στο φως, στην εφημερίδα «Βήμα», επιστολές του Ολυμπιονίκη, που τον «αποκαλύπτουν». «25 Ιουνίου 1912. Ενα από τα λαμπερότερα ορόσημα του ελληνικού αθλητισμού, η ιστορική αίγλη του οποίου παραμένει αυτούσια, ακατάλυτη στο πέρασμα του χρόνου, καθώς δεν αφορούσε ένα χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο αλλά ήταν έκφραση της έξαρσης ενός ολόκληρου λαού. Σε μερικούς μήνες η πανεθνική εξόρμηση της εκστρατείας τού 1912-1913 κατέληξε στη, σε μέγιστο βαθμό, αρτίωση του ελληνικού κράτους, με τιμονιέρη τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Η στήλη μεταφέρει στο σήμερα κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από ιδιόχειρο κείμενο του ολυμπιονίκη σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση», γράφει, μεταξύ άλλων, ο κ. Λινάρδος. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στις 25 Ιουλίου 1912 στη σημαντικότατη εφημερίδα της εποχής «Αθήναι», του Γ.Κ. Πωπ. «Μετέβην πράγματι εις την Στοκχόλμην πεπεισμένος, ωσεί δι’ εμπνεύσεως υπερτέρας, ότι αν δεν εκέρδιζα εις το αγώνισμα του άλματος εις ύψος άνευ φοράς, πάντως θα έκαμνα να υψωθή η ελληνική σημαία εις τον υψηλότερον κοντόν της νίκης εν τω Σταδίω, εις το αγώνισμα του άλματος εις μήκος άνευ φοράς. Εν τούτοις πρέπει να ομολογήσω ότι όταν ευρέθην εν τω Σταδίω, εις την ταραχήν της πάλης, ησθάνθην λιποψυχούσαν πώς την πεποίθησίν μου! Οι ανταγωνισταί μου ήσαν αληθώς τρομεροί την θέαν και παμπληθείς. Συνηγωνίσθην προ πεντήκοντα άλτας εκ παντός έθνους. Ο παλαιός και ο νέος κόσμος έστειλαν εις το Στάδιον τα μεγαλύτερα αναστήματα. Οι πολυαριθμότεροι και βεβαίως οι επιφοβώτεροι ήσαν οι Αμερικανοί άλται: πανύψηλοι, νευρώδεις και εν διαρκεί πυρετόν προπονήσεως», γράφει στην αρχή.