Το «πακέτο Κυριακίδη»: Τα 250.000 δολάρια που ήρθαν από τις ΗΠΑ χάρη στον Ελληνα μαραθωνοδρόμο

Το «πακέτο Κυριακίδη»: Τα 250.000 δολάρια που ήρθαν από τις ΗΠΑ χάρη στον Ελληνα μαραθωνοδρόμο

Είχε γλιτώσει την εκτέλεση όταν Γερμανός αξιωματικός βρήκε στο πορτοφόλι του τη διαπίστευση από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936.  

5' 29" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Το ημερολόγιο έγραφε 3 Μαΐου 1946 όταν ο θριαμβευτής της Βοστώνης, Στέλιος Κυριακίδης, συνάντησε τον, τότε, Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Χάρι Τρούμαν με μία παράκληση: να βοηθήσει την Ελλάδα που υπέφερε. Ο μαραθωνοδρόμος, χρησιμοποιώντας τη δημοσιότητα από την επιτυχία του, ξεκίνησε μία… σταυροφορία για να δημοσιοποιήσει τις δύσκολες στιγμές της χώρας του. Κατάφερε να συγκεντρώσει 250.000 δολάρια και είδη πρώτης ανάγκης, τα οποία μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα με πλοία της οικογένειας Λιβανού. Αυτή η βοήθεια πέρασε στην ιστορία ως «πακέτο Κυριακίδη».   

Μπορεί κάποιος να νικήσει έναν δρομέα που τρέχει για 7.000.000 ανθρώπους; Ακόμα κι εάν ο δρομέας είναι εξαντλημένος από τις κακουχίες ενός πολέμου κανένας δεν μπορεί να τρέξει πιο γρήγορα από αυτόν. 

Το απέδειξε ο Στέλιος Κυριακίδης στον Μαραθώνιο της Βοστώνης. «Δεν μπόρεσα να τον νικήσω γιατί έτρεχε για μία ιδεολογία», θα πει μετά την παλικαρίσια νίκη του μαραθωνοδρόμου από την Πάφο ο βασικός του αντίπαλος Τζόνι Κέλι.   

Ο Στέλιος Κυριακίδης γεννήθηκε στις 4 Μαΐου 1910. Ήταν ένα φτωχόπαιδο που λάτρευε τον αθλητισμό και το τρέξιμο. Το 1934 μετακόμισε στο Χαλάνδρι αναζητώντας μία καλύτερη ζωή. Έπιασε δουλειά στην Ηλεκτρική Εταιρεία (σημερινή ΔΕΗ) και μετρούσε την κατανάλωση ρεύματος από τα ρολόγια. Δουλειά και προπόνηση μαζί.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1934 θα πάρει μέρος με τα χρώματα του Παναθηναϊκού σε αγώνα στην Πάτρα όπου θα πρωτεύσει στα 10.000 μ.. Ο «θρύλος» των αποστάσεων θα γίνει ο πρώτος αθλητής που θα βελτιώσει την επίδοση του Σπύρου Λούη στον μαραθώνιο. «Παιδί μου Στέλιο, να τρέχεις γιατί εμείς οι Έλληνες γεννηθήκαμε για να τρέχουμε», φέρεται να του είχε πει ο «χρυσός» Ολυμπιονίκης της Αθήνας όταν τον συνάντησε.  

Με τα «γαλανόλευκα» ο Στέλιος Κυριακίδης θα πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, το 1936, στο αγώνισμα του μαραθωνίου. «Ήρθα 11ος και έκανα 2.43, χρόνος που ήταν έξι λεπτά καλύτερος από το πανελλήνιο ρεκόρ εκείνης της εποχής. Θυμάμαι ότι η μισή διαδρομή ήταν αυτοκινητόδρομος. Αγωνίστηκα και το 1948 αλλά ήμουν άτυχος, όπως όλοι οι αθλητές εκείνης της περιόδου γιατί, λόγω του Πολέμου, δεν διεξήχθησαν οι διοργανώσεις του 1940 και του 1944», θα πει, το 1975, σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ.  

Η Κατοχή και η μεγάλη απόφαση 

Η Κατοχή θα βρει τον Στέλιο Κυριακίδη να προσπαθεί να επιβιώσει. Παντρεύτηκε και το γαμήλιο δώρο στη γυναίκα του ήταν μισό ψωμί. Το 1943 συνελήφθη από Γερμανούς και γλίτωσε την εκτέλεση όταν ο αξιωματικός βρήκε στο πορτοφόλι του τη διαπίστευση από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936.  

Το 1946, ο Στέλιος Κυριακίδης ήταν 36 ετών και πήρε τη μεγάλη απόφαση να αγωνιστεί στον Μαραθώνιο της Βοστώνης. Υποσιτισμένος από τις κακουχίες της Κατοχής και απροπόνητος έκλεισε τα αυτιά σε όλους όσοι του έλεγαν ότι θα πεθάνει στη διαδρομή. 

Άρχισε τις προπονήσεις και μία φορά λιποθύμησε από την εξάντληση. Με παρέμβαση του προξένου απέκτησε τη βίζα και για να συγκεντρώσει τα χρήματα για το ταξίδι πούλησε έπιπλα και αντικείμενα από το σπίτι του, όπως το ραδιόφωνο, ενώ 1.000 δολάρια θα του δώσει η Ηλεκτρική Εταιρεία.               

Στις 4 Απριλίου 1946, ο δρομέας επιβιβάστηκε για πρώτη φορά σε αεροπλάνο και μετέβη στη Βοστώνη. Οι γιατροί του είπαν να μην αγωνιστεί γιατί ήταν αδύναμος. Ο ίδιος δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. «Ήρθα να τρέξω για επτά εκατομμύρια πεινασμένους Έλληνες», έλεγε. Ο μάγειρας του ξενοδοχείο ήταν ομογενής και προσπάθησε να τον βοηθήσει να πάρει κιλά. Πήρε πέντε κιλά αλλά ο γιατρός του αγώνα, και πάλι, δεν του έδινε άδεια για συμμετοχή. Έτσι, υπέγραψε ότι θα έχει ο ίδιος την ευθύνη. 

Ο, όπως τον αποκαλούσαν οι εφημερίδες, «κοκαλιάρης Έλληνας» βρέθηκε, μαζί με τους άλλους αθλητές, στην εκκίνηση στις 20 Απριλίου 1946. Ένας Έλληνας του έδωσε ένα χαρτάκι. Από τη μία πλευρά έγραφε «Ήταν ή επί τας» και από την άλλη «Νενικήκαμεν». Ακόμα ένα ψυχολογικό «ντοπάρισμα» για τον Κυριακίδη.   

Η «χρυσή» νίκη και το «πακέτο Κυριακίδη     

«Όταν ο κριτής έδωσε την πιστολιά θεώρησα ότι ήταν καλό να ακολουθώ. Μετά τα πρώτα δέκα μίλια πήγα κοντά στο γκρουπ των καλών αθλητών. Δεν τους ήξερα αλλά είχα βάλει σημάδια τα παντελονάκια τους. Αυτοί είχαν μεταξωτά παντελονάκια. Ο Καναδός είχε άλλο χρώμα, οι Αμερικάνοι άλλο χρώμα. Στη συνέχεια, άρχισα σιγά σιγά να τρέχω για να πάρω κάποια καλύτερη θέση. Πετάχτηκα και δεν με ακολούθησε κανένας και άρχισα, σιγά σιγά, να φτάνω αυτούς που προπορεύονταν. Σε μία γωνία , εννέα μίλια πριν από τον τερματισμό, είχα βάλει έναν ηλικιωμένο υδραυλικό από τη Νέα Ιωνία και του είχα ζητήσει να μου πει πόσα λεπτά ήμουν πίσω και πόσοι αθλητές ήταν μπροστά. Τον έχασα όμως μέσα στον πανικό. Συνέχισα να τρέχω και ξαφνικά τον βλέπω μπροστά μου. Είχε ακούσει ότι προπορευόμουν και ήρθε από άλλο δρόμο για να βρεθεί μπροστά μου και να μου το πει. Δε θα τον ξεχάσω ποτέ. Τράβαγε τα μαλλιά του έκλαιγε και έλεγε «για την Ελλάδα Στέλιο μου, για τα παιδιά σου». Ακόμα συγκινούμαι όταν τον θυμάμαι. Πιο πάνω ένας άλλος Έλληνας έσκισε σε κομματάκια μία εφημερίδα που κράταγε, πέταξε τα κομμάτια και μου είπε «πάρε αυτά Στέλιο, δεν έχω λουλούδια». Όταν τερμάτισα άκουγα τον σπίκερ που έλεγε «ήρθε από τη χώρα του 40, τη χώρα που κήρυξε τον πόλεμο στον Άξονα». Μου είπε «τι ζητάς από την Αμερική»; Απάντησα ότι έτρεξα για την Ελλάδα», έχει πει σε συνέντευξή του στην ΕΡΤ.  

«Είναι τύπος μετρημένου και λογικού αθλητού. Παρακολουθεί ελάχιστα το τι κάμνει ο αντίπαλος και, συμβουλευόμενος μόνος το χρονόμετρον που φέρει πάντοτε εις το αριστερό του χέρι, δεν παρεσύρθη εις τον αγώνα της ασκόπου και ακαίρου καταπονήσεως των άλλων, αλλά έκαμε την κούρσα όπως αυτός εγνώριζεν. Ο Έλλην, τρέχων ως εάν ήτο ο Φειδιππίδης, διέτρεξε κυριολεκτικώς πετών τας τελευταίας χιλίας υάρδας», έγραψε μετά τον αγώνα η «Καθημερινή». 

Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, ο Στέλιος Κυριακίδης δέχτηκε τα συγχαρητήρια του Αμερικανού Γερουσιαστή Πέπερ, ο οποίος τον παρουσίασε στον, τότε, Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Χάρι Τρούμαν. Ο θριαμβευτής του Μαραθωνίου της Βοστώνης, τόσο από τον Τρούμαν όσο και από τους άλλους πολιτικούς που παρέθεσαν δεξιώσεις προς τιμή του, ζήτησε βοήθεια για την Ελλάδα και τους αθλητές της. Χρησιμοποίησε τη δημοτικότητά του και ξεκίνησε μία… σταυροφορία για να βοηθήσει την πατρίδα του.

Κατάφερε να συγκεντρώσει 250.000 δολάρια ενώ η οικογένεια Λιβανού, με τη βοήθεια της Αμερικανικής Κυβέρνησης, έστειλε πλοία με είδη πρώτης ανάγκης (τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα). 

Τα χρήματα και τα είδη πρώτης ανάγκης που έφτασαν στην Ελλάδα έμελλε να μείνουν στην ιστορία ως «Πακέτο Κυριακίδη». Ο ίδιος επέστρεψε στην Ελλάδα στις 23 Μαΐου 1946. Τον υποδέχτηκαν, περίπου, 1.000.000 Έλληνες. Ήταν η πρώτη φορά, μετά την Κατοχή, που φωταγωγήθηκε η Ακρόπολη.  

Ειδήσεις σήμερα

Ακολουθήστε το kathimerini.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο kathimerini.gr

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή