ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Μια νέα προσπάθεια αναγέννησης

pronotes

Το παιχνίδι της «κολοκυθιάς» στην εθνική ομάδα ποδοσφαίρου έφτασε στο τέλος του, με την ΕΠΟ να ολοκληρώνει και τυπικά τη συμφωνία με τον Μίκαελ Σκίμπε, κλείνοντας με έναν όχι ιδιαίτερα θεαματικό, ομολογουμένως, τρόπο το σίριαλ των τελευταίων τριών μηνών, από τότε δηλαδή που ο Σέρχιο Μαρκαριάν αποφάσισε για δικούς του λόγους να αποχωρήσει από τον πάγκο του εθνικού συγκροτήματός μας.

Ο 51χρονος Γερμανός προπονητής συμφώνησε σε όλα με τους ανθρώπους της Ομοσπονδίας, υπέγραψε προχθές στην Αθήνα το συμβόλαιό του και σε λίγες ημέρες θα παρουσιαστεί σε συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα.

Μετά τις απαραίτητες συστάσεις και τις «προγραμματικές» δηλώσεις του, ο Σκίμπε θα ξεκινήσει τη δύσκολη προσπάθεια ανασυγκρότησης σε όλα τα επίπεδα μιας ομάδας βαθύτατα πληγωμένης. Με δεδομένο ότι οι επίσημοι αγώνες για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου ξεκινούν σε δέκα μήνες, τον Σεπτέμβριο του 2016, ο χρόνος δεν δείχνει να είναι πιεστικός.

Στην ουσία, όμως, χρόνος πολύς δεν υπάρχει. Για μια ομάδα τόσο ταλαιπωρημένη από τις συνεχόμενες αποτυχίες και τη φανερή έλλειψη προσανατολισμού, οι δέκα μήνες που μεσολαβούν θα χαθούν σαν νερό στην άμμο εάν υπάρξει εφησυχασμός. Είναι πάρα πολλά αυτά που πρέπει να γίνουν για να ξαναβγεί στην επιφάνεια το «μέταλλο» που έφερε τις επιτυχίες και ο χρόνος θα αποδειχθεί σύμμαχος και όχι αντίπαλος μόνο εάν γίνει κοινή συνείδηση ότι απαγορεύεται να χαθεί έστω και μία ημέρα.

Το φιλικό με το Λουξεμβούργο στις 13 Νοεμβρίου, τελευταίο παιχνίδι της Εθνικής το 2015, θα σηματοδοτήσει την απαρχή της προετοιμασίας της Εθνικής μας για το Μουντιάλ της Ρωσίας (2018). Ο Σκίμπε θα πάρει μια πρώτη γεύση από πρόσωπα, καταστάσεις, αλλά και την… περίφημη ελληνική νοοτροπία, έχοντας ένα συγκεκριμένο μειονέκτημα: ξεκινά από το μηδέν, χωρίς να έχει την παραμικρή εμπειρία από το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Θα χρειαστεί, λοιπόν, να εκμεταλλευθεί κάθε ημέρα τους επόμενους μήνες μέχρι να φτάσει στο σημείο να μας καταλάβει και να τον καταλάβουμε.

Στη σύγχρονη ιστορία της εθνικής μας ομάδας, μόνο δύο προπονητές ανέλαβαν τις τύχες της χωρίς να έχουν την παραμικρή εμπειρία από το ελληνικό ποδόσφαιρο. Και είναι ίσως τα δύο άκρα αντίθετα, με την έννοια ότι ο ένας, ο Οτο Ρεχάγκελ, την οδήγησε στην κορυφή και ο άλλος, ο Κλαούντιο Ρανιέρι, στην απαξίωση.

Με σημείο αναφοράς την τελευταία επιτυχία της ομάδας μας πριν από το Euro του 2004, δηλαδή την πρόκριση και τη συμμετοχή της στο Μουντιάλ των ΗΠΑ το 1994, όλοι οι άλλοι προπονητές που διαδέχθηκαν τον πρώτο διδάξαντα την επιτυχία, Αλκέτα Παναγούλια, ήταν Ελληνες ή ξένοι που πριν αναλάβουν την Εθνική είχαν εργαστεί στην Ελλάδα.

Η τετραετία του Κώστα Πολυχρονίου μετά το Μουντιάλ του 1994 τελείωσε με την άφιξη του Ανχελ Ιορντανέσκου, ο οποίος είχε παίξει στον ΟΦΗ, ήξερε να μιλάει ελληνικά και, ακόμα καλύτερα, ήξερε τη νοοτροπία μας.

Παρ’ όλα αυτά, ο Ρουμάνος άντεξε μόλις 7 αγώνες στον πάγκο και ο Βασίλης Δανιήλ, που τον διαδέχθηκε για τρία χρόνια, αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο μέχρι το επόμενο εγχείρημα της πρόσληψης ενός προπονητή με πλούσιες παραστάσεις, έξω από τα στενά όρια του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Ερχόμενος στη χώρα μας, ο Οτο Ρεχάγκελ δεν ήξερε τίποτα για την ελληνική πραγματικότητα, έμαθε όμως γρήγορα τόσο πολλά, ώστε να υπογράψει τη μεγαλύτερη έκπληξη όλων των εποχών, παραδίδοντας στον Φερνάντο Σάντος μια ομάδα πλούσια σε εμπειρίες και επιτυχίες.

Εχοντας δουλέψει αρκετά χρόνια στη χώρα μας, ο Πορτογάλος κράτησε το τρένο στις ράγες και παρότι δεν κατάφερε να γευτεί μια τόσο μεγάλη επιτυχία σαν κι αυτή του Ρεχάγκελ το 2004, αύξησε την ταχύτητα, διατηρώντας τη διάρκεια και τη σταθερότητα που είχε προσδώσει ο Γερμανός.

Ο κρίκος των επιτυχιών έσπασε με την αλλαγή της σκυτάλης. Μη έχοντας την παραμικρή γνώση της ελληνικής πραγματικότητας, ο Ρανιέρι απέτυχε παταγωδώς και η πτώση ήλθε με εκκωφαντικό τρόπο. Τόσο εκκωφαντικό που ούτε ο Μαρκαριάν μπόρεσε να αναστρέψει το κλίμα, παρότι είχε δουλέψει παλαιότερα στην Ελλάδα και ήξερε τη νοοτροπία μας.

Αυτή την «πολυτέλεια» ο Σκίμπε δεν την έχει. Θα βουτήξει σε άγνωστα νερά με την ελπίδα ότι στους δέκα μήνες που μεσολαβούν, θα βρει τον τρόπο να σηκώσει το βυθισμένο καράβι στον αφρό.