ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διόλου μοναστηριακό το θέατρο στο Μοναστήρι

«Πρόκειται για το καλύτερο θέατρο της επικράτειας!». Το γεγονός αυτό το παραδέχονται ακόμα κι όσοι θα είχαν κάθε ενδιαφέρον να αμφισβητούν την -επαρχιακή- θεατρική πρωτιά στη χώρα τους. Δηλαδή οι Σκοπιανοί, οι οποίοι στην συγκεκριμένη περίπτωση αποτελούν μια κυριολεξία: δηλαδή αυτοί που κατοικούν στα Σκόπια. Οι πρωτευουσιάνοι.

(Ειδοποιός παρένθεση: «Γιατί εσείς οι Ελληνες μας βάζετε όλους μέσα σε ένα σακί αποκαλώντας μας συλλήβδην Σκοπιανούς»; μου ‘λεγε τις προάλλες όλο παράπονο στη συνοριακή Γευγελή ένας ντόπιος από τον νότο. «Κι εμείς εδώ μπορεί να μην τους πολυσυμπαθούμε τους Σκοπιανούς, που είναι ψηλομύτες και αλλιώτικοι, και μας αναγκάζουν να ταξιδεύουμε στην πρωτεύουσα για υπογραφές και για ψύλλου πήδημα. Ομως, να μας ονομάζετε κι από πάνω εσείς οι Ελληνες Σκοπιανούς, ε, αυτό πάει πολύ… Θα σας άρεσε δηλαδή να σας λέμε εσάς τους Σαλονικιούς Αθηναίους;….».

Τέλος πάντων. Πριν από μία εβδομάδα παρακολούθησα την πρεμιέρα ενός σπάνια παιζόμενου σαιξπηρικού έργου στο Μοναστήρι. Ηταν το «Αγάπης Αγώνας Αγονος» στο από τον Τίτο ξαναχτισμένο κρατικό θέατρο του Μοναστηρίου (της σημερινής Μπίτολα ή όπως αναφέρει την πόλη η Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια τυ Πυρσού: «Βιτώλια, πόλις της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, ανήκουσα εις την Νοτιοσλαβίαν, 13 χιλιόμ. από των ελληνικών συνόρων»). Είδα μια ευφάνταστη, σβέλτη, «μοντέρνας» τεχνοτροπίας νεανική παράσταση ενός έργου το οποίο θεωρείται ευρέως φλύαρο και σχεδόν μη παιζόμενο, όπερ και ελάχιστα παίζεται.

«Οι περισσότεροι ηθοποιοί έχουν μόλις αποφοιτήσει από την ανωτάτη ακαδημία θεάτρου στα Σκόπια» (μια ανωτάτη σχολή όπου διδάσκει και ο διεθνούς πλέον φήμης Σλόμπονταν Ούνκοφσκι, ο οποίος θα σκηνοθετήσει τον Νίκο Κούρκουλο στον σαιξπηρικό «Ριχάρδο ΙΙΙ» όταν επισκευασθεί το Εθνικό μας Θέατρο), μου επισημαίνει ο σκηνοθέτης της παράστασης Λιούμπτσο Γκεοργκίεφσκι. «Είναι νέοι, ταλαντούχοι και ενθουσιώδεις». Ακριβώς.

Οι υπουργοί Πολιτισμού τους είναι ως επί το πλείστον εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών. Η σημερινή υπουργός τους είναι μουσικός. Τέλος πάντων. «Και τι προϋπολογισμό έχετε στο θέατρό σας;…» ρωτώ τον διευθυντή του -410 θέσεων- θεάτρου, τον Μπλαγκόι Στεφάνοφσκι – ηθοποιό τρίτης γενιάς: «Ενα εκατομμύρια γερμανικά μάρκα (κάπου 170 εκατομ. δρχ.) Ανεβάζουμε περίπου 10 παραστάσεις τον χρόνο». Υπολογίζω ριγώντας από νεόπλουτη εθνική περηφάνια, ότι σ’ εμάς τόσα και περισσότερα κοστίζει μια -επιχορηγούμενη- παράσταση σε κρατική σκηνή.

Και τι δεν ανεβάζουν στα Μπίτολα! Εκτός από την εγχώρια δραματουργία παρουσίασαν από «Βάκχες» μέχρι Ζαν Ζενέ. Ενα γνήσια ζωντανό, πρωτοποριακό θέατρο στην πλέον περιφερειακή γειτονιά των Βαλκανίων.