ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Βάκχες από Τερζόπουλο και Κουνέλλη

«Αυτή η σύγκρουση μεταξύ λογικής και ενστίκτου είναι η κυρίαρχη σύγκρουση σε όλους τους πολιτισμούς, σε όλες τις εποχές και αυτή θα είναι και στο μέλλον. Οταν υπερισχύει το ένα ή το άλλο στοιχείο, τότε ο πολιτισμός δεν πάει καλά». Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Θόδωρο Τερζόπουλο, και αναφέρονται στις «Βάκχες» του Ευριπίδη, μια παράσταση την οποία ανέβασε πριν από μερικές μέρες στο κρατικό θέατρο του Ντύσσελντορφ. Η παράσταση αυτή είναι η πρώτη από τις τέσσερις του Θηβαϊκού Κύκλου που θα ακολουθήσουν από το ίδιο θέατρο μέσα στον επόμενο χρόνο. Τέσσερις σκηνοθέτες από διαφορετικές χώρες, από διαφορετικές κουλτούρες, πραγματεύονται τα πάθη και τις συγκρούσεις που συμβαίνουν στην αρχαία Θήβα. Μητέρες σκοτώνουν τους γιους τους, γιοι τους πατεράδες τους, κόρες εκτελούνται.

Η Anna Badora από την Πολωνία θα παρουσιάσει τον ερχόμενο Μάρτιο την Αντιγόνη του Σοφοκλή. Ο Ιάπωνας Tadashi Suzuki τον Οιδίποδα Τύραννο, του Σοφοκλή, τον ερχόμενο Απρίλο και, τέλος, ο Ρώσος Valery Fokin θα ανεβάσει τον Ιούνιο τους Επτά επί Θήβας του Αισχύλου. Ολοι μαζί θα συναντηθούν εν συνεχεία τον Ιούλιο στην Επίδαυρο, στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας.

Οι τέσσερις παραστάσεις στο Ντύσσελντορφ παρουσιάζονται σε έναν πολύ δύσκολο χώρο: σε μια παλιά βιομηχανική αίθουσα ηλικίας εκατό χρόνων. Τα τελευταία τριάντα χρόνια την χρησιμοποιούσε η εταιρεία Siemens για την κατασκευή σιδηροδρόμων.

Στην αίθουσα των 4.200 τ.μ. έχουν στηθεί αντικριστά δύο εξέδρες εν είδει αμφιθεάτρου. Στο κέντρο περίπου έχει τοποθετηθεί μια εγκατάσταση του διάσημου Ελληνα ζωγράφου Γιάννη Κουνέλλη. Είκοσι τέσσερις κολώνες από σίδερο σχηματίζουν έναν κύκλο. Η κάθε μια έχει ύψος από 9 έως 13 μέτρα και ζυγίζει 265 κιλά. Λίγο πριν από τη βάση της κάθε κολώνας μια σιδερένια στρογγυλή πλάκα, βάρους 800 κιλών, την αγκαλιάζει. Από την κορυφή πέφτει διακριτικά ένα όχι πολύ μακρύ καλώδιο που τελειώνει σε μια απλή λάμπα.

Οι δώδεκα από αυτές τις κολώνες αποτελούσαν μια εγκατάσταση που βρισκόταν στο Ιδρυμα Henry Moore στην Αγγλία και μεταφέρθηκαν ειδικά για τις παραστάσεις, ενώ οι υπόλοιπες παραγγέλθηκαν από το θέατρο για τον ίδιο λόγο.

«Ο κύκλος αυτός είναι το κέντρο. Η ιδέα του κέντρου είναι μια προσπάθεια για να υπάρχει μια θεατρική αναγέννηση. Εγώ είμαι ουδέτερος και ουδέτερος σημαίνει πως εγώ έχω φτιάξει αυτόν τον κύκλο για να μπούνε μέσα όλες οι τραγωδίες. Γι’ αυτό δεν υπάρχει κανένα σκηνικό», μας είπε ο Γιάννης Κουνέλλης λίγο μετά το τέλος της παράστασης.

Μια εγκατάσταση βαριά αλλά συγχρόνως αέρινη. Εύθραυστη μέσα στη στερεότητά της και σε κάθε περίπτωση πλήρως εναρμονισμένη με τον χώρο και το περιβάλλον. Αλλωστε, η σχέση του Κουνέλλη με το χώρο ήταν πάντα ο βασικός άξονας της δουλειάς του.

Λογική και ένστικτο

Τον κύκλο αυτόν έχει χωρίσει με δύο διαγώνιες ο Τερζόπουλος, θέλοντας να αναδείξει την πάλη ανάμεσα στη λογική και στο ένστικτο. Από τη μια πλευρά ο χορός από την άλλη, το παλάτι. Η πίστη και ο ορθολογισμός. Ο Διόνυσος θέλει να τιμωρήσει τον βασιλιά της Θήβας Πενθέα ο οποίος δεν επιτρέπει στους υπηκόους του τη λατρεία του. Ο θεός συνοδευόμενος από τις Βάκχες ξεμυαλίζει τις γυναίκες της Θήβας και τις φέρνει σε μια κατάσταση έκστασης. Ο Πενθέας τον συλλαμβάνει. Ο Διόνυσος καταφέρνει να ξεφύγει και να παρασύρει το βασιλιά στον Κιθαιρώνα μεταμορφωμένος σε γυναίκα. Εκεί παρακολουθεί κρυφά τα όργια των γυναικών. Αυτές θα τον ανακαλύψουν και θα τον κομματιάσουν. Η μητέρα του, μάλιστα, η Αγαύη, βρισκόμενη και αυτή σε έκσταση, θα περιφέρει το κεφάλι του νεκρού γιου της. Η συνειδητοποίηση αργότερα του τι έκανε είναι τραγική.

Ο χορός, άνδρες και γυναίκες με κατάλευκα κορμιά, φορώντας από τη μέση και κάτω ένα χοντρό μακρύ κομμάτι ύφασμα, σαν φουφούλα. Σώματα που πάλλονται διαρκώς μέσα από μια αρχέγονη κίνηση. Από το δεξί τους αυτί ξεκινάει μια κόκκινη γραμμή μέχρι βαθιά στο στήθος. Συγκρούονται, κονταροχτυπιούνται με τους ανθρώπους του παλατιού. Η εξουσία φοράει βαρύ επιβλητικό μαύρο ένδυμα.

Τα κοστούμια υπογράφει ο πεπειραμένος Γιώργος Πάτσας. Προσεγμένες δημιουργίες που μιλάνε όμως μια άλλη γλώσσα από αυτήν την αυστηρή, απέριττη του Γιάννη Κουνέλλη. Δύο αισθητικά διαφορετικοί κόσμοι.

Εγκεφαλικό παιχνίδι

Η αγωνία του σκηνοθέτη για μια επιμελημένη παράσταση ήταν ορατή, το έργο όμως δεν στηρίχθηκε από τις ερμηνείες των φιλότιμων ηθοποιών του. Μια παράξενη ακροβασία ανάμεσα στον εντυπωσιασμό και στην αμηχανία. Ο χορός, από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της παράστασης, απαγγέλλει δυνατά, ρυθμικά, συχνά ακούγεται η βαριά ανάσα του. Στο σύνολο του έργου όμως είχες την αίσθηση πως δεν ξέφευγε από τη μανιέρα. Ενα εγκεφαλικό παιχνίδι που του έλειπε το στοιχείο της αμεσότητας, η αναφορά στο σήμερα που να το κάνει πιο άμεσο.

Πριν από λίγα χρόνια, η σκηνοθέτις Μπάρμπαρα Μπίλαμπελ ανέβασε τις Βάκχες στο Κρατικό Θέατρο της Βόννης, όπου μετέτρεψε αριστοτεχνικά τη Θήβα σε ένα κοσμικό πάρτι. Οι συνδαιτυμόνες ερωτοτροπούν έξαλλα, κάνουν μπάνιο στην πισίνα και τελικά τρώνε τις σάρκες τους. Μια απολύτως μοντέρνα σκηνοθεσία, αλλά συγχρόνως οικεία, ένοιωθες ότι σε αφορούσε. Πρέπει να πούμε βέβαια πως σε κάθε περίπτωση η παράσταση που έστησε ο Τερζόπουλος, όποιες και αν είναι οι ενστάσεις μας, εκπροσωπεί με αξιοπρέπεια στο εξωτερικό τη σύγχρονη πνευματική παραγωγή στην Ελλάδα.

Θετικές κριτικές

Ο γερμανικός Τύπος, πάντως, στην πλειονότητά του υποδέχθηκε με πολύ θετικές κριτικές την άποψη του Τερζόπουλου. Η «Westfaelische Rundschau» κάνει λόγο για τη δημιουργία ενός μεγάλου θεάτρου με απλά μέσα. Η «Westfaelischer Anzeiger» μιλάει για ένα αρχαϊκό τυπικό που πάλλεται από δύναμη, ενώ εξυμνεί τις υποκριτικές ικανότητες του Διονύσου. Την ακριβώς αντίθετη άποψη έχει η «Frankfurter Allgemeine Zeitung», το εγκυρότερο γερμανικό Feuilleton, γράφοντας ότι ο Διόνυσος είναι υπερβολικός αγγίζοντας τα όρια της γελοιότητας. Θεωρεί πάντως τη σκηνοθεσία εντυπωσιακή αλλά και διχασμένη: δυνατή αλλά και κουραστική, οι θεατές εντυπωσιάζονται αλλά μένουν και αδιάφοροι.

Η «Rheinische Post» κάνει λόγο για μια καταπληκτική παρουσία του θιάσου. Η Neue Rhein Zeitung μιλάει για έναν σκηνοθέτη σταρ και για ένα κοινό που έμεινε εντυπωσιασμένο και κεραυνοβολημένο. Συγκρίνει δε τον Διόνυσο με τον Τζιμ Μόρισον!