ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα παιχνίδια είναι πάντα ίδια

Είναι απορίας άξιον αν η έννοια της παιδικής ηλικίας υπήρχε τον Μεσαίωνα. Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, η ιδέα ότι τον καιρό εκείνο, η παιδική ηλικία αντιστοιχούσε σε μια ξεχωριστή φάση της εξέλιξης ενός ανθρώπου, αμφισβητήθηκε. Ο Γάλλος ιστορικός Φιλίπ Αριές στο βιβλίο του «Το παιδί και η οικογενειακή ζωή στο παλαιό καθεστώς» (1960), υπογράμμιζε τις διαφορές μεταξύ του Μεσαίωνα και των νεώτερων χρόνων. «Πριν από τον 17ο αιώνα, το παιδί λογαριαζόταν ως ένας μικρός και ανεπαρκής ενήλικας», έγραφε το εξώφυλλο του βιβλίου συνεχίζοντας, «η έννοια του παιδιού ως κάτι διαφορετικό από τον ενήλικα, είναι δημιούργημα των νεώτερων καιρών».

Παραλληλισμοί

Μολονότι ο ίδιος ο Αριές, όπως προβάλλει από το κείμενό του, δεν είναι τόσο σίγουρος γι’αυτό όσο ο συντάκτης της σύνοψης στο εξώφυλλο (που πάντα τους είναι χοντροκομμένοι σε σχέση με το περιεχόμενο), δείχνει όμως να πιστεύει ότι η παιδική ηλικία του 13ου αιώνα, ήταν κάτι εντελώς αλλιώτικο από ό,τι στις πιο σύγχρονες εποχές.

Τώρα, ο Νίκολας Ορμ στο βιβλίο του «Παιδιά του Μεσαίωνα» που εκδόθηκε πρόσφατα (Γιέηλ, 387 σελ. 25 στερλίνες, 39,95 δολάρια) εξετάζοντας την κατάσταση και τη θέση των παιδιών από τους σαξωνικούς χρόνους έως τα μέσα του 16ου αιώνα, ξεκαθαρίζει ορισμένες υπεραπλουστεύσεις του Αριές. Δείχνει όχι μόνο πόσο προχωρημένα ήταν τα παιδιά στις συνήθειες και τα φυσικά της ζωής τους αλλά επιπλέον, και αυτό είναι το καινούργιο που κομίζει η εργασία του, εντοπίζει τις συνέχειες που υπάρχουν μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος. Σύμφωνα με τον Ορμ, όπως γράφει ο Μάικλ Γκλόβερ στην «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», η παιδική ηλικία αναγνωριζόταν τον Μεσαίωνα από το κράτος και την Εκκλησία, ως μια ξεχωριστή ηλικιακή φάση.

Τα παιδιά είχαν παιχνίδια, φόραγαν παιδικά ρούχα, τραγουδούσαν παιδικά τραγούδια. Τρώγανε ξύλο για τις παιδικές τους αταξίες και τα αμαρτήματα. Πότε πότε τα πλένανε και κοιμώνταν κουβαριασμένα -τα παιδιά της χορωδίας του καθεδρικού Γουέλς μετά το 1460, κοιμώνταν τρία τρία στο κρεβάτι (βελτίωση της εποχής, αν πριν από το 1460, κοιμώνταν ανά επτά).

Οι πλούσιοι τα μωρά τους τα δίνανε σε παραμάνες, οι φτωχοί τα τάιζαν μόνοι τους και για περισσότερο καιρό από ό,τι σήμερα είναι αποδεκτό. Στα μικρά μιλούσαν μωρουδίστικα, κάτι μη αποδεκτό από τους παιδαγωγούς, τότε και τώρα. Το γιατί το εξηγεί ο σερ Τόμας Ελιοτ στο βιβλίο του «Ο πατέρας» (1531) επειδή έτσι τα παιδιά συνηθίζουν στη στρεβλή, παραμορφωμένη προφορά των λέξεων.

Τα κορίτσια θεωρούνταν κατώτερα από τα αγόρια, επειδή το έμβρυο του αγοριού αποκτούσε ψυχή ύστερα από 40 ημέρες κύησης, ενώ του κοριτσιού, ύστερα από 80. Η περίτεχνη λειτουργία της βάφτισης ήταν ένας τρόπος απονομής σεβασμού στο παιδί ως άτομο. Του δινόταν φύλο και όνομα, συνήθως αυτό του νονού του.

Το πρόβλημα με τέτοια βιβλία που καταπιάνονται με περιόδους πολύ μακρινές από τις δικές μας και που καλύπτουν, σαν αυτό, μεγάλες χρονικές κλίμακες είναι πρώτον, η ανεύρεση επιχειρημάτων που να στηρίζουν την κύρια θέση τους και δεύτερον, η επιλογή τους. Οι πηγές είναι δύο. Πρώτα τα ντοκουμέντα. Το πρόβλημα εκεί είναι το εξής: δυσκολότερα γνωρίζει κανείς την ανατροφή των φτωχόπαιδων από ό,τι των πλουσιόπαιδων, για λόγους ευνόητους. Για τους πλούσιους ήταν ευκολότερο να αφήσουν γραπτά ντοκουμέντα διαφόρων ειδών, από ό,τι για τους φτωχούς τον καιρό εκείνο της υψηλής παιδικής θνησιμότητας οι πλούσιοι πενθούντες γονείς μνημόνευαν τα παιδιά τους σε επιγραφές σε χαλκό ή πέτρα. Η άλλη πηγή είναι η λογοτεχνία. Ο Τόμας Ντελόνι στο βιβλίο του «Η ευγενής τέχνη» (1597), περιγράφει τα πράγματα και τα παιχνίδια που ήταν ανάμεσα στα μωρουδιακά ενός βρέφους. Η λίστα είναι εντυπωσιακή ακόμη και για εύπορες οικογένειες. Τι συνέβαινε όμως με τα πιο κακότυχα παιδιά, τα νόθα π.χ.; Τα νόθα είχαν ένα μειονέκτημα που ήταν και πλεονέκτημα το Μεσαίωνα (όπου τα εξώγαμα παρεμπιπτόντως ήταν τον 16ο αιώνα, μόνο το 4,5% του πληθυσμού). Το μειονέκτημα είναι ότι δεν μπορούσαν να κληρονομήσουν. Το πλεονέκτημα ότι γεννιούνταν ελεύθερα ακόμη και αν ήταν παιδιά σκλάβων, επειδή δεν κληρονομούσαν την κατάσταση των γονιών τους.

Η παιδική ηλικία τέλειωνε στα εφτά χρόνια, στον πρώιμο Μεσαίωνα. Σε αυτήν την ηλικία κουρεύονταν για ιερωμένοι, αρραβωνιάζονταν για γάμο, δικάζονταν για έγκλημα, ακόμη είχαν και ερωτική δραστηριότητα. Η ασθένεια βέβαια ενδημούσε και τα παιδιά, ευάλωτα, πέθαιναν σαν τις μύγες. Ενδιαφέρουσα η ίαση της χοιράδωσης. Απαιτούσε επίσκεψη στον μονάρχη, ο οποίος αγγίζοντας το θύμα, προκαλούσε θαυματουργή θεραπεία. Τη γνώρισε ο δρ Τζόνσον όταν ήταν τριών ετών, αλλά θυμόταν την επίσκεψή του στη βασίλισσα Αννα πολύ αργότερα, όταν την περιέγραψε ως εξής: «Μια θολή, αλλά κάπως σοβαρή ανάμνηση μιας κυρίας με διαμάντια και μια μαύρη, μακριά κουκούλα». Δεν θυμάται καν το αποτέλεσμα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν αξιόλογο.

Με τέτοιες παρεκβάσεις το βιβλίο αποκτά ένα ψυχαγωγικό ενδιαφέρον πέρα από την επιστημοσύνη του. Ειδικά όταν ο συγγραφέας οδηγεί τον αναγνώστη στις απαρχές του αλφάβητου και στη διδασκαλία του. Οι παραλληλίες παρελθόντος και παρόντος είναι εντυπωσιακές και διαφωτιστικές – ο απαγχονισμός π.χ. ενός παιδιού το 1299 επειδή σκότωσε έναν πεντάχρονο.

Εικονογραφήματα

Οι ιστορίες δεν είναι πάντα τόσο σκοτεινές, αλλά μερικές φορές πολύ φωτεινές. Οπως η περίπτωση του άλλου παιδιού που είχε την ευτυχισμένη εμπειρία να είναι εκείνο που φυλλομέτρησε το πρώτο, στην ιστορία, εικονογραφημένο βιβλίο για παιδιά: Τίτλος του, «Ο καλόγερος και το αγόρι» και τυπώθηκε στη Φλιτ Στριτ του Λονδίνου από κάποιον με το μυθικό όνομα Γουίνκιν ντε Γουόρντ, κάπου μεταξύ του 1510 και 1513.