Ενα παράδειγμα που παρακινεί και ελευθερώνει

Ενα παράδειγμα που παρακινεί και ελευθερώνει

7' 29" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Μαρσέλ Προυστ: «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». Τόμος 4ος: «Σόδομα και Γόμορρα». Μετάφραση: Παύλος A. Ζάννας. Επιμέλεια έκδοσης: Παναγιώτης Πούλος. Εκδόσεις «Εστία», 2001, σελ. 508.

Αν η διόρθωση είναι σχολείο, διαρκές μάλιστα, ανοιχτό στην έκπληξη και στην ανατροπή των γραμματικών, συντακτικών ή φιλολογικών πεποιθήσεών σου -οι οποίες οφείλονται μισό στη γνώση, μισό στην αδιαφορία σου να ελέγχεις κάθε λίγο και λιγάκι ό,τι θεωρείς γνώση σου-, η διόρθωση ενός μείζονος έργου, είναι ευλογία. Επιτέλους, η δεύτερη, η τρίτη ανάγνωση, και η τέταρτη ακόμη, δεν είναι μια ευλόγως βαρετή υπόθεση που γίνεται ράθυμα και μηχανικά, με τον κόκκινο μαρκαδόρο να στίζει τα τυπογραφικά δοκίμια με τα αποτυπώματα των τικ σου, αλλά μια δουλειά που παραμένει δυναμική, παραγωγική, αποκαλυπτική? παραμένει δηλαδή ανάγνωση.

Αυτό είναι ίσως το συγκριτικό πλεονέκτημα του διορθωτή: διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας ένα κείμενο, κι αν βέβαια αυτό είναι πλούσιο και πολύτροπο, μπορεί από την υποχρέωση και τον καταναγκασμό να μετακινηθεί στην απολαυστική εύρεση, στη σύν-κριση. Δεν γίνεται πολύ συχνά κάτι τέτοιο, όταν όμως συμβαίνει αυτή η μετακίνηση, η αποζημίωση μπορεί να συγχωρήσει κάμποσες δεκάδες καταπονητικά τυπογραφικά. Σταδιακά λοιπόν, από δοκίμιο σε δοκίμιο, ο διορθωτής εισέρχεται στο εργαστήρι του συγγραφέα, σαν εισβολέας αόρατος, μπορεί και ανεπιθύμητος? βλέπει τις φράσεις θραυσμένες στα πιο μικρά στοιχεία τους, τις εικόνες αναλυμένες στις ψηφίδες τους, τις μεταφορές στη γυμνότητά τους. Και μπορεί κάποιες στιγμές να χρησιμοποιήσει τη δική του κούραση σαν μέτρο της κόπωσης του συγγραφέα, της καθήλωσής του στα αμήχανα στερεότυπα, στην απλή μηχανική των λέξεων που δεν την κινεί καμία έμπνευση.

Το μυθικό μυθιστόρημα του Μαρσέλ Προυστ, το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», το πρωτοδιάβασα στην έκδοση του «Ηριδανού», μεταφερμένο στα ελληνικά από τον Παύλο Ζάννα, τον αξιότατο διάκονο της δημοκρατικής τέχνης της μετάφρασης. Τα τελευταία χρόνια, με την επιμελημένη επανέκδοση αυτής της μετάφρασης, που έχει ήδη προσφέρει στο κοινό τούς τέσσερις πρώτους τόμους της, διάβασα και ξαναδιάβασα το βιβλίο, σαν διορθωτής του πια, συνεργαζόμενος άψογα με τον φιλόπονο επιμελητή του Παναγιώτη Πούλο.

Να προσθέσω και εγώ ότι το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» είναι μείζον λογοτέχνημα, είναι ακόμη πιο περιττό κι από το να κομίζεις γλαύκα στην Αθήνα ή, για να έρθουμε πιο κοντά στην αλήθεια, από το να κομίζεις γλάρους στο Φάληρο, μιας και η αθηναϊκή γλαύκα εξαφανίστηκε από την εποχή που η πολιούχος Αθηνά πήρε των ομματιών της για να ασκητεύσει στον Ολυμπο, εγκαταλείποντάς μας αιχμάλωτους της αστοχασιάς μας. Αναρίθμητοι, προφανώς αρμοδιότεροι, μελέτησαν και ξαναμελέτησαν το εκτεταμένο πεζογράφημα, που συγχωνεύει απαράμιλλα τους τρόπους της αυτοβιογράφησης, του δοκιμίου και της μυθοπλασίας, το κοσκίνισαν, το έκριναν και το συνέκριναν, ερεύνησαν τους αφηγηματικούς μηχανισμούς που επινόησε ο συγγραφέας για να υπηρετήσει τη ρητή πρόθεσή του να διαμορφώσει ένα μυθιστόρημα σαν «ψυχολογία μέσα στο χρόνο», επισήμαναν τις πρωτοτυπίες του, αντέκρουσαν τις ενστάσεις που προβλήθηκαν, επί παραδείγματι από την πλευρά των υπερρεαλιστών, τέλος, το συγκατέλεξαν στα έργα που όχι μόνον υπηρέτησαν ένα νέο, πλήρη αφηγηματικό τρόπο αλλά, κυρίως αυτό, δεν φίμωσαν τους απογόνους τους, δεν τους καθήλωσαν στη θέση του άναυδου θαυμαστή. «Τα μοναχικά μυθιστορήματα, ακόμη κι όταν είναι αριστουργηματικά», σημείωνε ο Παύλος Ζάννας το 1970, «δεν δημιουργούν έναν τέτοιο κόσμο, που να μας επιβάλλεται όχι μόνο με την αναγκαιότητα της τέχνης αλλά και με τη συνθετική αντίληψη της πραγματικότητας. O Προυστ τον δημιουργεί. Κι είναι σχεδόν μοναδικό το επίτευγμά του -θα ήταν μοναδικό, αν δεν υπήρχε ο Τζόυς και ο «Οδυσσέας» του. Και τελικά τα δυο αυτά έργα διαγράφουν, από μιαν άποψη, τα απροσπέλαστα όρια και την κατάληξη του κλασικού μυθιστορήματος- την κατάφαση και την άρνησή του.». Σήμερα θα μπορούσε ίσως κανείς να προσθέσει ότι το πεζογράφημα του Τζέιμς Τζόυς υπήρξε ένα έργο-άπαξ, με την έννοια ότι ενδεχόμενο εγχείρημα ανάκτησης της μεθόδου του από μεταγενέστερους συγγραφείς θα απέληγε πιθανότατα στην ηττημένη παρωδία (πώς ανατυπώνονται άραγε οι «Ωδές» του Κάλβου;), αφού ο Οδυσσέας είναι κι αυτός «ένας ογκόλιθος δίχως προσβάσεις, μοναδικός και μοναχικός», όπως χαρακτήριζε ο Ζάννας το «Finnegans Wake», ενώ η απελευθερωμένη λογοτεχνική λογική του «Αναζητώντας…» λειτούργησε σαν πρότυπο ισχυρότατο μεν, αλλά τέτοιο που να επιτρέπει στον παραδειγματιζόμενο, τον ακόλουθο, να διατηρεί την ιδιοπροσωπία της γραφής του. Για να το πω με όλους τους κινδύνους της σχηματικότητας, ο «Οδυσσέας» είναι ένα εκθαμβωτικό Τοτέμ που σαγηνεύει και καθηλώνει, ενώ το «Αναζητώντας» είναι ένα Παράδειγμα που παρακινεί και ελευθερώνει, ένα παράδειγμα ήδη ανακτημένο από τη διεθνή πεζογραφία.

Για τον αναγνώστη -αλλά προσοχή: για τον αναγνώστη της λογοτεχνίας, όχι για τον νωχελικό καταναλωτή περιπετειών και υψηλότονων διαλόγων, δηλαδή των εξωτερικότερων γνωρισμάτων της λογοτεχνίας- είναι συναρπαστική η απλότητα με την οποία αποκαλύπτεται η μεγαλοφυία του Προυστ σελίδα τη σελίδα? δίχως αυτήν, η θεωρία που προγραμμάτισε τη σύνθεση του μυθιστορήματος και ο λεπτότατος σχεδιασμός του θα έμεναν πιθανόν ανενεργά και η αυστηρότατη λογική που διέπει το έργο ίσως να φάνταζε σαν αποτύπωμα πνευματικής αλαζονείας και δογματισμού. Το ύψος, εδώ, βρίσκεται στο πιο απλό, το πιο τριμμένο, το χαμένο μέσα στους δαιδάλους ενός ενίοτε εξουθενωτικού μακροπερίοδου λόγου, που απαγορεύει το διαγώνιο διάβασμα. Το στοχαστικό, απόσταγμα μιας οδυνηρά βαθιάς σκέψης για τα ανθρώπινα, δεν κραυγάζει, δεν διαλαλεί την ευρηματικότητά του, αλλά συνεκφέρεται ομαλά με το τυπικό και το συμβατικό, κι έτσι ακριβώς κατορθώνει να σε αιφνιδιάσει, να σε κατακτήσει. Στιγμές στιγμές, πάμπολλες στιγμές, σε αφήνει αποσβολωμένο η φυσικότητα της σοφίας του συγγραφέα: διαβάζεις μια οξυνούστατη παρατήρηση, αποσπασμένη ωστόσο μαστορικά από κάποιο γεγονός απολύτως κοινότοπο, και λες, «μα αυτό είναι προφανές»? προφανές μπορεί να ήταν, έμενε ωστόσο στα σκοτάδια, ανυπόληπτο, ώσπου το ανέδειξε και το καθιέρωσε σαν αυτόφωρο, σαν αυτονόητο, η καταπληκτική τέχνη του Προυστ. Προσεκτικότατος μελετητής του Προυστ, ο Ξενοφών Λευκοπαρίδης έγραφε το 1933 πως ο συγγραφέας διέθετε έναν «επικίνδυνο εξοπλισμό», χάρη στον οποίο κατόρθωνε «να παρακολουθεί τους πιο απόκρυφους κυματισμούς της ψυχής και να διαβάζει μέσα στον άνθρωπο, σα μέσα σε βιβλίο». Ενα βιβλίο μέσα στο βιβλίο έγραφε άλλωστε, συνθέτοντας το «Αναζητώντας…», ένα βιβλίο όπου η γραφή υπάρχει σαν διαρκής αναβολή και ο πόθος της αναστέλλεται τη στιγμή ακριβώς που οξύνεται. O διχασμός παραμένει η πλουσιότερη πηγή.

Δεν απέφυγα τελικά το εγκώμιο, κι ας το χαρακτήρισα εξαρχής περιττό, γι’ αυτό και στράφηκα στα λεγόμενα του Λευκοπαρίδη, για να θυμίσω τους καθ’ ύλην αρμοδιότερους. Δυο παρατηρήσεις μόνο, για ισάριθμα δικαιώματα των γραμματικών. Πρώτον, το δικαίωμα του κριτικού στο λάθος, που πρέπει ωστόσο να νοείται σαν συνώνυμο του χρέους του να ομολογήσει έντιμα και θαρραλέα το λάθος του, αν τύχει να το συνειδητοποιήσει. Ναι, ο Αντρέ Ζιντ έκρινε αρνητικά το χειρόγραφο του «Αναζητώντας…», δεν δίστασε όμως να ομολογήσει πως «η απόρριψη του βιβλίου αποτελεί το σοβαρότερο σφάλμα της «Νέας Γαλλικής Επιθεώρησης» και (καθώς αισθάνομαι ντροπή για το ότι έχω μεγάλο μερος της ευθύνης) μια από τις πιο αλγεινές μεταμέλειες, και ενοχές, της ζωής μου».

Δεύτερον, το δικαίωμα του επιμελητή να επεμβαίνει στο παραδεδομένο κείμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση στο μετάφρασμα, με στόχο να επικυρώσει το έργο που παραλαμβάνει, να το προστατέψει από τα αμαρτήματα και αβλεπτήματα που είναι εύλογο να υπάρχουν, κι όχι να διακονήσει την αυθεντία του δρώντας άμετρα και παρορμητικά. Ακόμη και τα κείμενα που θεωρούνται θεόσδοτα, έχουν τις ατέλειές τους και επιδέχονται διόρθωση και βελτίωση – δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε τη μετάφραση των Εβδομήκοντα και τα ιδεολογικού ή γλωσσικού τύπου λάθη της. Και στους πατέρες της λογοτεχνίας ακόμη, οι υπομονετικοί φιλόλογοι εντοπίζουν ασυνέπειες και λάθη. Συνηθίζουμε, ας πούμε να χλευάζουμε όσους συνάπτουν μετοχή αρσενικού γένους με ουσιαστικό θηλυκού (λένε π.χ. ή γράφουν «των πληγέντων περιοχών»), ιδού όμως που οι μελετητές μάς βεβαιώνουν ότι στο ίδιο σφάλμα, την ασυμφωνία μετοχής και ουσιαστικού ή επιθέτου και ουσιαστικού, είχε υποπέσει ο Ησίοδος («δαϊζομένοιο πόληος» αντί «δαϊζομένης»), ο Πίνδαρος («πυρών τελεσθέντων» αντί «τελεσθεισών»), ο Καλλίμαχος («βαθύν τάφρον» αντί «βαθείαν»). H εύκολη λύση είναι να ενοχοποιήσουμε τους αντιγραφείς, αλλά όλους τους, ενώ η ενδολογοτεχνική ερμηνεία δεν θα μπορούσε να μη λάβει υπόψη της την παρατήρηση του Εμμανουήλ Ροΐδη στα «Είδωλά» του ότι η «αυτόματος εξέγερσις του ωτίου κατά του αφορήτου «των ζωσών γλωσσών»» και άλλων «μελωδημάτων» του ίδιου τύπου οδηγεί τον γραφιά στο αποφασισμένο λάθος, για να μην πλήξει ανεπανόρθωτα μέτρο και τον ρυθμό του.

Η μετάφραση του Παύλου Ζάννα, όπως κάθε μη οριστικό κείμενο, δεν χάνει την αξία της, ίσα ίσα, αν θεραπευτούν όσες αστοχίες οφείλονται στην ίδια τη δεινή βιοτική συνθήκη του την περίοδο της μεταγλώττισης (ήταν φυλακισμένος της χούντας), η οποία δεν επέτρεπε τις φιλολογικές «πολυτέλειες»? πρόκειται άλλωστε για τη μεταφορά ενός εξόχως ιδιότοπου και δύσκολου κειμένου, που η ποιητική του απαιτεί τη δημιουργία ολόκληρου μεταφραστικού συστήματος. Το πρόβλημα εμφανίζεται λεπτότερο και οι αποφάσεις δυσκολότερες όταν οι μεταφραστικές λύσεις, που αρκετές φορές ηχούν συσκοτιστικά, απορρέουν ευθέως και λογικά από την ηλικία τής τότε δημοτικής, που δεν είχε απελευθερωθεί ακόμη από την ιδεολογία της. Τέτοια στοιχεία μιας ιδεολογικής δημοτικής υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη στο κείμενο, γιατί καμία επιμέλεια δεν δικαιούται να αναιρέσει βίαια την ιδιοσυστασία της μετάφρασης, να πλαστογραφήσει την ταυτότητα και την ηλικία της. Μα μήπως τέτοια στοιχεία, τέτοια «βαρίδια», δεν υπάρχουν και σε ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, και σε πεζά του Στρατή Τσίρκα, των δύο κατονομασμένων δασκάλων του Παύλου Ζάννα;

Αμήχανο χαρακτηρίζεται και το 2001 για τις εταιρείες «γαλαντόμες μόνο στα μεγάλα ονόματα του τραγουδιού». H γενικότερη κρίση και η οικονομία οδήγησε και τις μικρές εταιρείες στη μείωση της παραγωγής τους με 10 φερ’ ειπείν παραγωγές τον χρόνο όταν παλαιότερα άγγιζαν τις 50.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT