Διακρινοντας

3' 17" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

«Σε όσους συμμετείχαν στις ιστορίες αυτές» αφιερώνει τη συλλογή διηγημάτων της «Τα πορτοκάλια» η Μαρία Ζαούση, στα γνωστά δηλαδή πρόσωπα που μας περιτριγυρίζουν, σε εκείνους που συναντάμε κάθε μέρα στο δρόμο, στους γείτονες, τους περαστικούς, τους στενούς φίλους, τους συγγενείς, την κυρία του διπλανού σπιτιού, την αλλοδαπή εργαζόμενη, τον κουλουρά της γωνίας, σε εμάς τους ίδιους. Οι καταστάσεις στον τόμο των 21 διηγημάτων («Εστία», σ.σ. 219) είναι εξάλλου εντελώς καθημερινές, περιστατικά της σύγχρονης αστικής ζωής, μεγάλα διλήμματα και μικρά προβληματάκια, συνηθισμένες ιστορίες αλλά και παράδοξες περιπέτειες από εκείνες που (πάντοτε συμβαίνουν βεβαίως στους άλλους) κάνουν τη ζωή να μοιάζει άλλοτε με παραμύθι και άλλοτε με απίστευτο εφιάλτη.

Συσσωρεύουμε αναμνηστικές φωτογραφίες, επιστολές, αποκόμματα, κάθε είδους γραπτά, προσπαθώντας να φυλακίσουμε τον αδυσώπητο χρόνο, και το ανεξάντλητο χαρτομάνι κάποτε μας πνίγει αποδεικνύοντας τη ματαιότητα του εγχειρήματος. Χτίζουμε αδιάκοπα ετοιμάζοντας τη φωλιά που θα στεγάσει την ευτυχία μας για να διαπιστώσουμε ότι η ζωή έχει τελειώσει πριν ακόμα ολοκληρώσουμε τις προετοιμασίες μας. Γλιτώνουμε ως εκ θαύματος από το δράμα του αεροπορικού δυστυχήματος, για να βρούμε το θάνατο στην αμέσως επόμενη πτήση…

Είναι λάθος να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι όλα τα κείμενα της Μαρίας Ζαούση διακατέχονται από σταθερή απαισιοδοξία. Διότι σε άλλα διηγήματα αναμφισβήτητα συναντάμε τα ανέλπιστα θετικά γυρίσματα της ζωής, όπως όταν η στριφνή γεροντοκόρη κυρία Αλκμήνη θα ανακαλύψει την ευτυχία στο μικρό φιλιππινεζάκι που κατά τύχη θα γεννηθεί σπίτι της, ή όταν η κυρία Ελένη θα χαλάσει τον κόσμο για να εντοπίσει την ιδιοκτήτρια του χρυσού δακτυλιδιού που συμπτωματικά βρήκε στο χώμα. Κι υπάρχουν ακόμα και ιστορίες που μοιάζουν με παραμύθια, όπως όταν η νεαρή Τασούλα από την Πελοπόννησο θα συναντήσει και θα παντρευτεί τον πανέμορφο Νορβηγό Κνουτ, βάζοντας ένα σημειωματάκι σε ένα τυχαίο καφάσι πορτοκαλιών που προορίζεται για εξαγωγές.

Μία από τις αρετές της συλλογής της Μ. Ζαούση, παρατηρεί στο προλογικό του σημείωμα ο Θανάσης Βαλτινός, είναι «η ισορροπία ανάμεσα στη θεματική ευτέλεια και την εκφραστική ολιγάρκεια». Μια άλλη αδιαμφισβήτητα είναι η μεγάλη αίσθηση οικειότητας που αποπνέουν οι ιστορίες της. Διότι πολύ εύκολα ταυτιζόμαστε με τους πρωταγωνιστές και εξίσου εύκολα αναγνωρίζουμε όσα συμβαίνουν γύρω τους.

Η αμηχανία που μου προξένησε το «Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο» του Κώστα Βούλγαρη («Γαβριηλίδης», σ.σ. 149) με κάνει να σημειώνω με αρκετή καθυστέρηση μερικές σκέψεις μου. Διαφορετικοί αφηγητές μαρτυρούν από τη σκοπιά κυρίως της Αριστεράς, του ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού, τις εμφυλιοπολεμικές συγκρούσεις που έλαβαν χώρα στην Πελοπόννησο: γενικές επιθέσεις, εξοντωτικές κακουχίες, ενέδρες, τρομοκρατία, φυλακίσεις, εν ψυχρώ εκτελέσεις, λαϊκά δικαστήρια, στρατοδικεία.

Υποδειγματικής εκφραστικής λιτότητας, το κείμενο του Κώστα Βούλγαρη παραπέμπει όσον αφορά τη σύνθεσή του στους τρόπους της παλαιότερης «Ορθοκωστάς» (1994) του Θανάση Βαλτινού: ένας υποθετικά αμέτοχος συγγραφέας συγκροτεί ένα υλικό μαρτυριών οι οποίες παραθέτουν τα συμβάντα της εποχής. Η διάκριση των πολυάριθμων αφηγηματικών φωνών είναι ασαφής έτσι ώστε στο προσκήνιο να κυριαρχεί η αποσπασματική, ασθματική εξιστόρηση των βαθύτατα τραυματικών εμπειριών του Εμφυλίου.

Οι μαρτυρικές αφηγήσεις σε αυτό το οριακό, από την άποψη της συγκρότησής του, κείμενο του Θανάση Βαλτινού προέρχονταν από το ακριβώς αντίθετο στρατόπεδο από εκείνο του Κώστα Βούλγαρη, από την παράταξη που νίκησε στη σύγκρουση και κυριάρχησε στην Ελλάδα για μια τουλάχιστον ακόμα τριαντακονταετία. Το ενδιαφέρον ωστόσο στην «Ορθοκωστά» βρισκόταν, όπως είχε παρατηρήσει ο Δημήτρης Ραυτόπουλος («Διαβάζω», Μάης 1977), σε κάτι πολύ βαθύτερο από την πολιτική εκτίμηση του Βαλτινού: στην αποκάλυψη του μηχανισμού του διχασμού και την ανάδειξη του βάθους του κακού μέσα στον άνθρωπο, δείχνοντας πόσο εύκολα η ιδεολογία και ο «εντεγκρισμός» μετατρέπουν σε άγρια θηρία τους χθεσινούς πράους ανθρώπους.

Η απόφαση του Κώστα Βούλγαρη να χρησιμοποιήσει την ίδια τεχνική διαφοροποιούμενος μονάχα ως προς την ιδεολογική του οπτική, αναγκαστικά μας στρέφει προς την ιστορική ανάγνωση του κειμένου, στο να εστιάσουμε δηλαδή την προσοχή μας στην «αλήθεια ή μη» των γεγονότων της εποχής. Ερώτημα το οποίο, κατά την άποψή μου, ανήκει κυρίως στην ιστορική έρευνα – όχι γιατί η λογοτεχνία δεν δικαιούται να έχει απόψεις για το τι συνέβη τότε και πόσο μερίδιο ευθύνης φέρει η κάθε πλευρά, αλλά διότι δεν είναι αυτή η κυρίαρχη λειτουργία της.

Οπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT