ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

H διάρκεια της Αντιγόνης: ο μύθος και η εποχή

George Steiner: «O μύθος της Αντιγόνης στη λογοτεχνία, τις τέχνες και τη σκέψη της Εσπερίας». Μετάφραση: Βασίλης Μάστορης – Πάρις Μπουρλάκης. Εκδόσεις Καλέντη 2001, σελ. 496.

«Στον αστερισμό των επτά σωζομένων τραγωδιών του Σοφοκλή, η «Αντιγόνη» είναι το λαμπρότερο αστέρι», γράφει ο μεγάλος διανοητής Τζορτζ Στάινερ στο βιβλίο του «Αντιγόνες», και συνεχίζει: «H Αντιγόνη του Σοφοκλή δεν είναι μόνον η ωραιότερη από τις ελληνικές τραγωδίες, αλλά από όλα τα έργα που δημιούργησε το ανθρώπινο πνεύμα, είναι αυτό που αγγίζει περισσότερο την τελειότητα».

Με τη μεγάλη διορατικότητά του και τη μοναδική διεισδυτικότητα της σκέψης του, ο Στάινερ επισημαίνει ότι η Αθήνα του 5ου αιώνα σηματοδοτεί το αποκορύφωμα του ανθρώπινου πνεύματος στις φιλοσοφικές, ποιητικές και πολιτικές πραγματώσεις. Επισημαίνει ακόμη ότι κάθε επαναφορά σε ελληνικό μύθο αντιπροσωπεύει επαναπατρισμό, παλιννόστηση, επιστροφή στο ξέφωτο όπου φανερώθηκε το είναι, στο Lichtung του Χάιντεγκερ, και ότι η κλασική Ελλάδα έχει καθορίσει ουσιαστικά το πεπρωμένο του δυτικού ανθρώπου.

Ολόκληρος ο τόμος διατρέχεται από το αγωνιώδες ερώτημα: Γιατί αυτή η αδιάκοπη επιβολή των ελληνικών μύθων, και ιδιαίτερα της Αντιγόνης, στη φαντασία της Δύσης; Υπάρχουν πάνω από τριάντα όπερες με θέμα την Αντιγόνη, μεταξύ των οποίων του Χάιλντερλιν, που τη μελοποίησε ο Καρλ Ορφ, του Κοκτό, που τη μελοποίησε ο Αρθουρ Χόνεγκερ, παρτιτούρες του Μέντελσον και του Σαιν-Σανς, άπειρα θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων του Ανούιγ, του Μπρεχτ, του Αντρέ Ζιντ, του Βίλμπραντ, καθώς και νουβέλες, όπως αυτή του Ρολφ Χόχουτ.

Ο Στάινερ επανέρχεται πολλές φορές στο ερώτημά του. Γιατί μόνον ο ελληνικός μύθος στη δυτική φιλοσοφία, στη διαμόρφωση της δυτικής πολιτικής σκέψης; Και γιατί δεν υπάρχουν επαναλήψεις στο έργο του Σαίξπηρ; Αναζητώντας απάντηση, διατρέχει όλες τις φιλοσοφικές απόψεις, από τον Αριστοτέλη και τους προσωκρατικούς έως τον Εγελο και τον Χέγκελ, τον Νίτσε, τον Μαρξ, τον Σέλεϊ, τον Σίλερ, τον Κίρκεργκορ, τον Γκαίτε, τον Χάιντεγκερ. Διατρέχει τις θεωρίες του Γιουνγκ και του Φρόιντ, τις ερμηνείες που έδωσαν στους αρχαίους μύθους σε σχέση με τα πρωταρχικά στοιχεία των υποσυνειδησιακών πεδίων, με τα αρχέτυπα, με τα σύμβολα. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η φροϋδική ψυχανάλυση αντλεί την επιχειρηματολογία της από τα αρχέτυπα των ελληνικών μύθων, οι οποίοι έδωσαν στους δυτικούς πολιτισμούς τους κώδικες των συμβόλων και τη δυναμική μιας υπερβατικής ερμηνείας. Τα πρόσωπα της αρχαίας τραγωδίας είναι τα αρχέτυπα του μύθου, ενώ τα πρόσωπα της σαιξπηρικής τραγωδίας είναι πρόσωπα του ιστορικού χρόνου. Και η επιστροφή μας στον ελληνικό μύθο, σημειώνει ο Στάινερ, είναι επιστροφή μας ρίζες.

Ο τόμος χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη αναζητείται η φιλοσοφική ερμηνεία από την αρχαιότητα έως σήμερα, καθώς και η ερμηνεία της πολιτικής και ψυχαναλυτικής σημασίας του μύθου της Αντιγόνης. Στη δεύτερη ενότητα ανιχνεύονται οι πηγές του μύθου και διαγράφεται η παραστασιολογία όχι μόνο της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή αλλά και των μεταγενέστερων συγγραφέων που δανείστηκαν τον μύθο. Τέλος, στην τρίτη ενότητα γίνεται μια οξυδερκής ανάλυση όχι μόνο του μύθου της Αντιγόνης, αλλά και της εποχής που τη γέννησε, της συνειδησιακής στιγμής που ο άθρωπος είχε φτάσει στην υψηλότερη αντίληψη της υπάρξεώς του, στην υπέρβασή της. H σύγκρουση Αντιγόνης – Κρέοντα είναι το σημείο όλων των συγκρούσεων που υπάρχουν ανάμεσα στον άνθρωπο και στην εξουσία, ανάμεσα στον άνθρωπο και στον θεό, στον άνθρωπο και στη συνείδηση. Μια σύγκρουση που θεμελίωσε τη δυτική σκέψη της δικαιοσύνης, της πολιτικής, της οντολογικής φιλοσοφίας, της μη συμβατότητας του ανθρώπινου και του θείου δικαίου. H σύγκρουση Αντιγόνης – Κρέοντα, σημειώνει ο Στάινερ, είναι σύγκρουση δύο «υπαρξιακών ελευθεριών». «Κανείς δεν μπορεί να υπαναχωρήσει, χωρίς να διαψεύσει την ουσία της υπάρξεώς του». Επίσης είναι και «μια σύγκρουση – διάλογος μεταξύ κωφών», αφού ο ένας δεν ακούει τον άλλον. H γλώσσα του Κρέοντα είναι η γλώσσα της χρονικότητας. Ενώ η Αντιγόνη μιλά μέσα από την αιωνιότητα. Γι’ αυτό και η φωνή της αντηχεί αέναα, αποκαλύπτοντας κάθε φορά νέες όψεις του τραγικού. Και εδώ θυμόμαστε τον αείμνηστο Χρήστο Μαλεβίτση που είπε στο βιβλίο του «Περί του Τραγικού»: «Οταν η αρχέγονη κραυγή του όντος λησμονηθεί, θα τελειώσει και το έργο της Τραγωδίας»

Μολαταύτα, η κύρια αδυναμία του βιβλίου δεν είναι η μετάφραση, που εν πάση περιπτώσει καταφέρνει να αποδώσει το «νόημα» ενός αρκετά ομαλού κειμένου, αλλά ο ελάχιστος και άστοχος υπομνηματισμός του. Εικοσιμία συντομότατες σημειώσεις όλες κι όλες (στην έκδοση του «Κάκτου», στον 270ό τόμο της σειράς, παρατίθενται οι διπλάσιες, σαφώς εκτενέστερες), που μάλλον προβληματίζουν τον αναγνώστη παρά τον υπηρετούν. Επί παραδείγματι: Στη σημείωση 5 αναγράφεται: «O Ηγίνος (§ 187) τα ονομάζει…». Αλλά για ποιον «Ηγίνο» πρόκειται; Μήπως για τον Ρωμαίο «Υγίνο»; Και για ποιον συγκεκριμένα, τον γεωμέτρη ή -το πιθανότερο- τον μυθογράφο; Και πού ακριβώς παραπέμπει το σήμα «§187», σε ποιο κείμενο και σε ποια έκδοσή του; Στη σημείωση 7 πώς να γίνει ανεκτός ο χαρακτηρισμός «μάρκα κόππα» (που αναγράφεται και λίγο πιο πάνω, στο καθαυτό κείμενο), όταν αναφέρεται στα άλογα και στις ράτσες τους και όχι σε αυτοκίνητα; O Τζέτζης, ο Βυζαντινός λόγιος, πώς να αναγνωριστεί στη μορφή «Τζίτζης», στη σημείωση 45;