ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

H δωδεκαετής Οδύσσεια του Δ. Μαρωνίτη…

Συνέντευξη στην Ολγα Σελλά

Οκαθηγητής Δημήτρης Μαρωνίτης πριν από δώδεκα χρόνια ξεκίνησε να ανιστορεί, στη νεοελληνική γλώσσα, την ιστορία του άντρα του πολύτροπου «που βρέθηκε ώς τα πέρατα του κόσμου να γυρνά, αφού της Τροίας πάτησε το κάστρο το ιερό». Το δικό του ταξίδι -φιλολογικό, μεταφραστικό, ποιητικό-, η μετάφραση των είκοσι τεσσάρων ραψωδιών της ομηρικής «Οδύσσειας», ολοκληρώθηκε πρόσφατα και κυκλοφορεί σε δύο τόμους (εκδ. Καστανιώτη).

Και δεν σταματάει εδώ η πορεία της: ήδη διδάσκεται στην A΄ Γυμνασίου και για την άνοιξη σχεδιάζεται να γίνει στο Μουσείο Μπενάκη μια έκθεση και μια βραδιά απαγγελίας της Οδύσσειας. Εργα θα δώσουν οι ζωγράφοι Κώστας Τσόκλης, Μίμης Κοκκινίδης και Χρόνης Μπότσογλου και παρομοιώσεις από την «Οδύσσεια» θα διαβάσουν η Ρένη Πιττακή, ο Βασ. Παπαβασιλείου και ο μεταφραστής.

«Εμμονη ιδέα»

Από τα τριάντα του χρόνια ασχολείται με τη μετάφραση ο Δημήτρης Μαρωνίτης: ξεκίνησε με τη μετάφραση του Ηρόδοτου, και σιγά σιγά αυτή η διαδικασία τού έγινε «έμμονη ιδέα», ασχολούμενος σχεδόν αποκλειστικά με την ενδογλωσσική μετάφραση. Ακολούθησαν οι «Νουβέλες και τα ανέκδοτα» του Ηρόδοτου (επανακυκλοφόρησε πρόσφατα, συμπληρωμένη, από την «Αγρα»), μια επιλογή των έργων του Ησίοδου, κάποια αποσπάσματα από τη Σαπφώ, το τελευταίο στάσιμο από τον «Αίαντα» του Σοφοκλή κ. ά.

Για τους σταθμούς και τις Συμπληγάδες αυτού του ταξιδιού μιλάει στην «Κ» ο Δημ. Μαρωνίτης, παρότι δεν πιστεύει ότι η μετάφραση τελείωσε. «Απόδειξη ότι εξακολουθώ να την ονειρεύομαι, κυρίως σε ό,τι αφορά τους ονειρικούς εφιάλτες που μου είχε δημιουργήσει όλα αυτά τα χρόνια». Πλουτισμένος από το ταξίδι της μετάφρασης και τα ταξίδια του Οδυσσέα, αλαφρωμένος, καθώς φαίνεται, από βάρη και βαρίδια, μιλάει και για πολλά άλλα: για τον χρόνο, τη σχέση της πολιτικής με την ποίηση, τους Ελληνες και ξένους αρχαιοελληνιστές.

Πόσο κράτησε

Ο χρόνος της μετάφρασης, ο συμβολικός και ο προσωπικός, ήταν ο πρώτος σταθμός στη συζήτηση. «Η μετάφραση αυτή, αυστηρότερα μετρημένη, κράτησε δέκα χρόνια, όσα και ο νόστος του Οδυσσέα, και σε χαλαρότερη μέτρηση κράτησε δώδεκα, όσες οι περιπέτειες του Οδυσσέα. Δεν το είχα προϋπολογίσει, αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι και το ξαναμετρώ, βρίσκω να υπάρχει περιέργως κάτι σχεδόν μοιραίο. Αυτά ως προς τον συμβολικό χρόνο και πάω τώρα σε προσωπικότερα θέματα.

»Η μετάφραση της «Οδύσσειας» στην πραγματικότητα κάλυψε όλη την έκτη δεκαετία της ζωής μου. Αν δεν θέλει κανείς να κρύβεται πίσω απ’ το δάκτυλό του, πρόκειται για πολύ δύσκολα χρόνια, απολογιστικά χρόνια, τα οποία ή σε συγκεντρώνουν ή σε αποκεντρώνουν και σε διαλύουν ή, ενίοτε, γίνεται και το ένα και το άλλο. Ετσι, η μετάφραση μπορεί να ίσχυσε και λίγο ως σανίδα σωτηρίας για να μην προκύψει μια πολύ πιθανή διάλυση, που άλλως πώς ενδέχεται ή είναι βέβαιο ότι προκύπτει. Ισως γι’ αυτό και έχω ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης, και καθώς η μετάφραση προόδευε έμοιαζε να θεωρώ αυτονόητο ότι θα ‘χω την υγειά μου για να την τελειώσω».

Των γέρων…

Φαίνεται ότι η ιστορία των συμπτώσεων ή των συνειδητών επιδιώξεων συνεχίζεται για τον Δημ. Μαρωνίτη, αφού, μόλις τελείωσε τη μετάφραση της «Οδύσσειας», δέχθηκε την πρόταση του Γιώργου Λαζάνη να μεταφράσει την τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίπους επί Κολωνώ». «Πρόκειται για τη μεγαλύτερη τραγωδία του Σοφοκλή και τη δυσκολότερη. Και τότε συνειδητοποίησα ότι αυτή είναι η τραγωδία η αφιερωμένη στους γέρους: γέρος ο Πολυνείκης, γέρος ο Κρέων, γέρος ο Θησέας. Γραμμένη από έναν υπέργηρο Σοφοκλή. Και αποφάσισα να δεχθώ, μήπως λειτουργήσει σαν στήριγμα και στην έβδομη τώρα δεκαετία, για να είναι λίγο πιο μαλακά τα επερχόμενα γηρατειά».

– Ως προς τον τρόπο της μετάφρασης είχατε να ενσωματώσετε πολλά και να αφήσετε πίσω σας άλλα τόσα. Ποιους τρόπους ακολουθήσατε;

– Στην Οδύσσεια, όπως και στην Ιλιάδα, έχουμε να κάνουμε με ένα προφορικής ρίζας έργο, παρά τη χρήση της γραφής. Αυτό συνεπάγεται και προφορική εκφορά του έργου, επομένως και ακροαματική πρόσληψη του έπους. Αυτό λοιπόν που έπρεπε να διατηρηθεί ήταν ο προφορικός σπασμός. Η αγωνία μου όσο καιρό μετέφραζα και τώρα που τη βλέπω τυπωμένη είναι η προειδοποίησή μου, σε όποιον την πιάνει στα χέρια του, να τη διαβάζει φωναχτά για να την ακούσει. Πρόκειται για ένα έργο που από την αρχή μέχρι το τέλος αποθεώνει την αφήγηση ως τέχνη. Από τη στιγμή που ένας λόγος προφέρεται και προορίζεται για να ακουστεί, και υπολογίζει σ’ αυτό που ονομάζεται ακροαματική απόλαυση, είναι συγχρόνως ένας λόγος εξωστρεφής.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με αβυσσαλέα διαφορά με το πώς λειτουργεί η λογοτεχνία και ο ποιητικός λόγος στην εποχή μας. Πιστεύω σ’ αυτού του είδους την εξωστρέφεια του λόγου, την υπερασπίζομαι μετά πάθους και δεν διαχωρίζω τη ρητορική από την ποίηση, επομένως δεν διαχωρίζω τον πολιτικό βίο από τον ποιητικό βίο. Νομίζω ότι μόνο αν δεχθούμε στη λογοτεχνία έναν λόγο που κατά βάση είναι διαλογικός και εξωστρεφής μπορούμε να γεφυρώσουμε τα άλλως πώς αγεφύρωτα: τη ρητορική με την ποίηση αφενός και την πολιτική με την ποίηση αφετέρου.

– Η γλωσσική ιδιοσυγκρασία του κάθε μεταφραστή έχει να κάνει με τη μορφή της γλώσσας που χρησιμοποιούμε σήμερα, με αυτό που έχει επιλέξει για την προσωπική του έκφραση, με την επίσημη γλώσσα;

– Θα δώσω ένα παράδειγμα: πιστεύω ότι οι μεταφράσεις της «Οδύσσειας» από τους Καζαντζάκη-Κακριδή είναι αξιόλογες, πολύτιμες -σίγουρα για την εποχή τους- και για όσους σήμερα θέλουν να έχουν στα χέρια τους μια έγκυρη μετάφραση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, απέναντι σε προχειρότητες άλλων, σπουδαίων δημοτικιστών. Τι έχει συμβεί ωστόσο με τη μετάφραση αυτή και σε τι διαφέρει από τη δική μου μετάφραση, πέραν άλλων επιλογών: η μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή είναι σεσημασμένη από τους μεταφραστές της και κυρίως από τον Καζαντζάκη. Ισως ακούγεται λίγο αυθαίρετο, αλλά στην πράξη έχω την εντύπωση ότι μπορεί κανείς να το μετρήσει αυτό, διακρίνοντας μεταφράσεις οι οποίες δεν κουβαλούν τον μεταφραστή τους, και μεταφράσεις οι οποίες εκ προθέσεως σχεδόν διεκδικούν κύρος από το όνομα, το πρόσωπο, τη σοφία και τον ρόλο του μεταφραστή.

Να κρατηθεί η «ανάσα»

– Το ένα δεν αναιρεί το άλλο…

– Οχι, το ένα δεν αναιρεί το άλλο, αλλά το ένα μας πηγαίνει σ’ έναν τύπο υποκειμενικής μετάφρασης, ενώ το άλλο σ’ έναν τύπο αντικειμενικής, δηλαδή κειμενικής μετάφρασης. Αυτό ήταν το πρώτο στοιχείο που με ενδιέφερε πολύ. Το δεύτερο ήταν να κρατηθεί αυτό που θα ονόμαζα «ανάσα» του κειμένου. Απ’ αυτήν την αναγνώριση, την ψηλάφηση σχεδόν της ανάσας, προέκυψε και ο βασικός ρυθμός του συνόλου του έπους. Στον Ομηρο ανασαίνουν τα πρόσωπα, τα πράγματα και οι πράξεις. Από την άποψη αυτή έχουμε έναν χαμένο παράδεισο στα έπη του Ομήρου. Υπάρχει κι ένα τρίτο στοιχείο: η μετάφραση να δίνει την αίσθηση ότι έχουμε να κάνουμε μ’ ένα κείμενο συγχρόνως κοντινό και μακρινό. Η «Οδύσσεια» είναι ένα κείμενο που άλλοτε μας πλησιάζει, άλλοτε απομακρύνεται και όταν φτάνει στη μέγιστη απόσταση, μας φαίνεται απόμακρη και ξένη και όταν φτάνει στην πιο κοντινή, μοιάζει να μας χαμογελά, μας κλείνει το μάτι, κι ύστερα ξαναπαίρνει τον δρόμο της.

– Μας κάνει και να θυμώνουμε;

– Βεβαίως, αλλά είναι στο τέλος τόσο συμπαθητική αυτή η συμπεριφορά, ώστε ο θυμός που προκύπτει στο ξεκίνημα αυτής της δουλειάς, που είναι πολύ έντονος, σιγά σιγά υποχωρεί εάν κανείς καθ’ οδόν παροπλιστεί από τον εγωισμό του. Για να βγει μια ανοίκεια οικειότητα, ο όρος sine qua noείναι να μπορεί κανείς να μηδενίσει τον εγωισμό του. Τότε επιτρέπεται ανενόχλητα η είσοδος στον κόσμο τον ομηρικό και η είσοδος στο έπος της Οδύσσειας. Θα το επαναλάβω: καθώς μετέφραζα την Οδύσσεια, αισθανόμουν και αισθάνομαι φιλοξενούμενός της.

Κείμενο ανοιχτό

– Τώρα που τελείωσε η προσπάθεια, τι προσδοκάτε;

– Αισθάνομαι αγωνία και αμηχανία. Δύο πράγματα με ενδιαφέρουν: το ένα είναι αν η μετάφραση παραμένει απολαυστικό κείμενο, όπως το έζησα στο πρωτότυπο. Αλλωστε, ομολογημένος στόχος της ποίησης στα ομηρικά έπη είναι η τέρψη. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, αν δεν θέλουμε να κάνουμε τη λογοτεχνία φάρμακο για άλλου είδους ασθένειες. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ αυτό το γοητευτικό έργο, που η φλούδα του σου δίνει την εντύπωση ότι έχεις να κάνεις μ’ ένα παραμύθι, και άμα το ξεφλουδίσεις είναι απίστευτο τι πολύπλοκη, στυφή και γλυκιά, σκληρή και μαλακιά σάρκα μπορεί να έχει αυτό το έπος.

Το δεύτερο, και δεν το λέω καθόλου σεμνότυφα, θα ήθελα να εισπράττεται ως κείμενο ανοιχτό, ίσως και ως κείμενο εναλλάξιμο. Το πιο μεγάλο κομπλιμέντο που θα μπορούσε κανείς να μου κάνει είναι ότι διαβάζοντας τη δική μου μετάφραση ξαναλέει, μέσα του ή έξω του, μια δική του μετάφραση. Να χρησιμοποιεί δηλαδή τη δική μου για να ανακαλύψει τα δικά του λόγια. Να συνομιλεί.

Η συζήτηση καταλήγει όπως ξεκίνησε: με προσωπικές διαπιστώσεις. «Δύσκολη η δεκαετία των ’60, δύσκολη και η δεκαετία των ’70. Εχει κανείς δύο δυνατότητες: ή να γίνει αθωότερος ή να γίνει πιο στριμμένος. Εζησα μια ζωή δύσκολη και σε μια εποχή δύσκολη. Θέλω, σ’ αυτά τα ώριμα και τα όψιμα χρόνια μου, να μην αναγκαστώ ή να επιλέξω να συμπεριφέρομαι ως μονήρης στριμμένος. Θέλω, αν είναι δυνατόν, να ανακτήσω ή να συγκρατήσω κάτι από τη νεανική μας αθωότητα, που μας έκανε να πιστεύουμε -όπως έλεγε κι ο Στάινερ- ότι μπορεί να μη διορθώνονται τα πράγματα, αλλά εμείς να συμπεριφερόμαστε ωσάν να μπορούν να διορθωθούν».

Τα γνωστά ξένα ονόματα δεν είναι πάντα τόσο σημαντικά…

– Τελευταία επισκέφτηκαν την Ελλάδα ξένοι αρχαιοελληνιστές. Τα βιβλία τους μάλιστα γνώρισαν εξαιρετικά θερμή υποδοχή. Ποια είναι η γνώμη σας γι’ αυτό το «φαινόμενο»;

– Θα απαντήσω ευθαρσώς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κλασική φιλολογία γενικότερα καλλιεργήθηκε από πολύ μεγάλους φιλολόγους, και του 19ου και του 20ού αιώνα, μερικοί μάλιστα από τους οποίους συνδυάζουν μια γνώση της σύγχρονης λογοτεχνίας ή άλλων επιστημών. Ολα αυτά ισχύουν. Ισχύει ωστόσο, και είναι χαζό θα έλεγα, να θεωρούμε πως η ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας δεν έχει να δείξει σημαντικούς κλασικούς φιλολόγους και από το παρελθόν και τολμώ να πω και από το παρόν. Γενικότερα εξάλλου αυτή η τάση, όταν αναφερόμαστε σε ξένους να σκάζουμε από θαυμασμό και όταν αναφερόμαστε σε δικούς μας ανθρώπους να σκάζουμε από επιφύλαξη, είναι μία μέθοδος που δείχνει μια πολιτιστική ανωριμότητα και πιθανόν και μια ημιμάθεια, πάντως όχι βαθύτερη γνώση που επιτρέπει να διακρίνει κανείς αυτομάτως το καλύτερο από το καλό, και το κακό από το καλύτερο. Δεν είναι πάντα τα πολύ γνωστά ξένα ονόματα τόσο σημαντικά όσο τα θεωρούμε. Παράδειγμα, το «Ποιος σκότωσε τον Ομηρο;» είναι ένα μέτριο και παρεξηγήσιμο βιβλίο.