ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αλντους Χάξλεϊ, ο προφήτης της εποχής μας

Nicholas Murray

Aldous Huxley: AEnglish Ιntellectual

Εκδόσεις Little Brown, 20 στερλίνες

Η διορατικότητα του Αλντους Χάξλεϊ τον καθιστά μεταξύ των συγγραφέων του 20ού αιώνα, έναν από τους οξυδερκέστερους οδηγούς για το μέλλον. Ακόμη και οι δευτερεύουσες φράσεις του έχουν πρωτεύουσα σημασία για την κατανόηση των καιρών μας. Στη διάρκεια του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πριν ακόμη την εμπλοκή της Αμερικής, προειδοποιούσε: «Φοβούμαι την αναπόφευκτη επιτάχυνση της αμερικανικής κυριαρχίας του κόσμου, η οποία θα είναι απόληξη της σύγκρουσης αυτής… η Ευρώπη θα πάψει να είναι πια Ευρώπη». Οι καιροί μας απηχούν αυτό το αίσθημα, μολονότι είναι πια πολύ αργά να γίνει οτιδήποτε για την αποτροπή του. H χειρότερη μοίρα ενός προφήτη είναι να βγουν αληθινές οι προφητείες του όταν πια όλοι τον μισούν εξαιτίας της διορατικότητάς του.

Παθητικά θύματα

Το σημαντικότερο μυθιστόρημα του Αλντους Χάξλεϊ «Θαυμαστός, καινούργιος κόσμος» (1932, ελλην. μετάφραση A. Αποστολίδη, 1988), είναι μια κατά πολύ βαθύτερη ματιά στη μορφή της μελλοντικής τυραννίας από ό,τι το «1984», το όραμα του Οργουελ, για τη σταλινική τρομοκρατία. O κόσμος που περιγράφει εκεί ο Χάξλεϊ διαφέρει κατά ριζικό τρόπο από το όραμα του Οργουελ, της εποχής που συνετρίβη το ανθρώπινο πρόσωπο. Τα θύματα του Χάξλεϊ αποδέχονται, (εάν δεν καλωσορίζουν) τη σκλαβιά τους, δείχνοντας την ίδια παθητικότητα, όπως οι σημερινοί άνθρωποι απέναντι στον πολιτισμό της ψυχαγωγίας. Το «1984» δεν έφθασε ποτέ, αλλά ο «Θαυμαστός καινούργιος κόσμος» βρίσκεται ολόγυρά μας.

Παρά τη διορατικότητά του, το άστρο του Χάξλεϊ έσβησε μετά τον θάνατό του το 1963, την ίδια μέρα που δολοφονήθηκε ο Αμερικανός πρόεδρος Τζον Φ. Κένεντι. Εκείνες τις θλιβερές ημέρες του Νοεμβρίου, ο θάνατος του προέδρου επισκίασε τα πάντα. Ενας άλλος λόγος για τη λήθη του Χάξλεϊ ήταν η σύνδεσή του με την Ομάδα του Μπλούμσμπερι, την αναιμική εκείνη παρέα που στοιχειώνει τα αγγλικά γράμματα όπως η αιμοφιλία τους γαλαζοαίματους. Τα μυθιστορήματα του Χάξλεϊ, της δεκαετίας του 1920 από το «Αντικ Χαίη» (ονομασία παλιού λαϊκού χορού) έως το «Στίξη αντίστιξη» ήταν σκληρές σάτιρες της μεσοαστικής τάξης του καιρού του, αλλά έχουν χάσει πια την οξύτητά τους. Ομως, όπως καταδείχνει ο Νίκολας Μάρει στην πλούσια αυτή βιογραφία του, ο Χάξλεϊ αποδεσμεύθηκε από το Μπλούμσμπερι.

Κατά πολλούς τρόπους, ο Χάξλεϊ ήταν ο τελευταίος των μεγάλων βικτωριανών συγγραφέων. Γεννήθηκε το 1894, εγγονός του βιολόγου T.X. Χάξλεϊ. O Μάθιου Αρνολντ ήταν συγγενής του και θεία του η μυθιστοριογράφος Χάμφρι Γουόρντ. Μέσα από την ασφάλεια της πνευματικής αυτής αριστοκρατίας, θα μπορούσε να είχε επαναστατήσει και να είχε γίνει ένας από τους μεγάλους Αγγλους εκκεντρικούς των μέσων του 20ού αιώνα, π.χ. πρόεδρος της επιτροπής λογοκρισίας ταινιων ή ένας αγνωστικιστής Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι.

Ομως, στην ηλικία τοων 16, σπουδαστής στο Ιτον ακόμη, προσβλήθηκε από μια ασθένεια των ματιών που τον άφησε τυφλό για ένα χρόνο? το γεγονός αυτό μπορεί να τον ώθησε στην ενδοσκόπηση. Με το ένα του μάτι γερό, σπούδασε αγγλική φιλολογία στην Οξφόρδη. Ηταν πολύ ψηλός, γεγονός που έκανε τον Κρίστοφερ Ισεργουντ να πει ότι ένιωθε να τον χωρίζει από εκείνον μια «ανθρωπολογική διαφορά».

Ανοιχτός γάμος

Η Μαρία ήταν Βελγίδα πρόσφυγας πολέμου, ο Χάξλεϊ τη γνώρισε στο Γκάρσινγκτον και την παντρεύτηκε το 1919. O βιογράφος περιγράφει τον γάμο σαν ευτυχισμένο μολονότι η Μαρία ήταν αμφιφυλόφιλη. O Χάξλεϊ φαίνεται πως γρήγορα υιοθέτησε την ιδέα ενός ανοιχτού γάμου. Κυνηγούσαν μαζί τις ίδιες ερωμένες, η Μαρία ενθαρρύνοντας τον Αλντους, γνωρίζοντάς τον σε ωραίες γυναίκες που θαύμαζε, προετοιμάζοντας το έδαφος και διασώζοντάς τον από τα κουραστικά ερωτικά προκαταρκτικά. H ζήλεια και η κτητικότητα που αιχμαλωτίζουν άλλους, φαίνεται πως ποτέ δεν άγγιξαν τον Χάξλεϊ? ένα ίσως συναισθηματικό μειονέκτημα που οι αναγνώστες του θα έχουν αντιληφθεί στα βιβλία του. Στο τέλος της δεκαετίας του 1930 μετακόμισαν στο Λος Αντζελες όπου εκεί η Μαρία έγινε μέλος του λεσβιακού κύκλου του Χόλιγουντ που λέγεται ότι περιελάμβανε τη Μάρλεν Ντίτριχ και την Γκρέτα Γκάρμπο.

Ο Χάξλεϊ φθάνοντας στις ΗΠΑ που ποτέ πια δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει, βρήκε το αληθινό σπίτι του. Στην αρχή ήταν σκεπτικός για τη χώρα, νιώθοντας άβολα με την ασυνήθιστη συμβίωση πουριτανισμού και ηδονισμού. «O Μακιαβέλι των μέσων του 20ού αιώνα, θα ήταν διαφημιστής. O «Πρίγκιπάς», του, μια πραγματεία της τέχνης και της επιστήμης να κοροϊδεύεις συνεχώς τον κόσμο». Αλλά προσελκύστηκε από δύο θέλγητρα που μόνο η Καλιφόρνια μπορούσε να προσφέρει: τα λεφτά του κινηματογράφου και ιδιαιτέρως το θυμίαμα των φτηνών θρησκειών και διαφωτισμών.

Αντίθετα, από πολλούς συναδέλφους του μετανάστες στο Χόλιγουντ που σνομπάρισαν τον κινηματογράφο, ο Χάξλεϊ έγινε πετυχημένος σεναριογράφος, όπως δείχνουν οι συνεργασίες του στο «Τιμή και προκατάληψη» και «Τζέιν Εϊρ». Το μεγάλο του ενδιαφέρον όμως ήταν το μυστήριο του ανθρώπινου πνεύματος και η δύναμη των φαρμάκων να ανοίξουν τα όρια του νου, τα οποία συσκοτίζει ο αγώνας για την επιβίωση. Στις «Πύλες της αντίληψης» (1954, ελλ. μετάφραση Λ. Κανδηλίδη, 1988), το προφητικότερο ίσως βιβλίο του, περιγράφει ένα απόγευμα του 1953, όταν πρωτοπήρε μεσκαλίνη και είδε ένα σουπερμάκετ να μεταμορφώνεται σε θαυμάσιο καθεδρικό ναό.

Τελευταίο κώμα

Ο Χάξλεϊ πίστευε ότι τα ανθρώπινα πλάσματα πάντοτε χρειάζονται κάποια χημική ουσία για να ολοκληρώσουν τις διανοητικές τους δυνάμεις. Ζήτησε καθώς ήταν ετοιμοθάνατος να του κάνουν ενέσεις με LSD και βυθίστηκε στο τελευταίο του κώμα, πιστεύοντας ότι μεταφέρεται προς το φως. Ισως ήταν περίεργος να δει πώς η συνείδηση του θανάτου του, θα μεταμορφωνόταν από το παραισθητικό φάρμακο και ίσως έτσι η ερευνητική του διάνοια έζησε ώς την ύστατη στιγμή.