ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

T ις πρώτες ημέρες μετά την έκρηξη της βόμβας στα χέρια του Σάββα Ξηρού στον Πειραιά (για τις αιτίες της οποίας διαβάσαμε κι ακούσαμε δέκα εκδοχές ώς τώρα), όταν άρχισαν να πέφτουν οι αδέσποτες σφαίρες της «ενημέρωσης» και να σκάνε οι βόμβες της παραπληροφόρησης, οι «εκφραστές της κοινής γνώμης», όπως σεμνά αυτοαποκαλούνται οι Μεσοκράτορες, είχαν αντιμετωπίσει σαν «παράπλευρο σκανδαλάκι», σαν κατιτίς ελαφρώς ή βαρέως ανοίκειο προς τα ελληνικά ήθη και έθιμα, την είδηση ενός γάμου ανάμεσα σε Ελληνίδα και Σουδανό (μουσικός ο Σουδανός, γνώρισε την αβρή αστυνομική φιλοξενία, αλλά οι καταγγελίες του απορροφήθηκαν από την γενικότερη έξαρση). Το «κοινωνικώς ορθόν» μυαλουδάκι τους, πυκνοκατοικημένο από όλα τα κλισέ περί ανωτερότητας των λευκών, και δη των Ελλήνων, δεν μπορούσε βεβαίως να συμβιβαστεί με την ιδέα της φυλετικής «προδοσίας» και της γαμήλιας υποταγής σε «εγχρώμους». (Ιδού πάντως μια καλή ευκαιρία να θυμηθούμε ένα από τα επιτοίχια γκράφιτι που αποθησαυρίζει ο Νίκος Πλατής στο θαυμάσιο «Μαύρο Λεξικό» του: «Εγώ όταν γεννήθηκα ήμουν μαύρος, όταν μεγάλωσα ήμουν μαύρος, όταν κάθομαι στον ήλιο είμαι μαύρος, όταν είμαι άρρωστος είμαι μαύρος, όταν κρυώνω είμαι μαύρος, όταν πεθαίνω είμαι μαύρος. Εσύ όταν γεννήθηκες ήσουν ροζ, όταν μεγάλωσες ήσουν άσπρος, όταν κάθεσαι στον ήλιο γίνεσαι κόκκινος, όταν είσαι άρρωστος είσαι κίτρινος, όταν κρυώνεις γίνεσαι μπλε κι όταν πεθαίνεις γίνεσαι μωβ. Κι έχεις το θράσος να με λες έγχρωμο;»)

Αν λοιπόν όλοι αυτοί που ένιωσαν εθνική τους υποχρέωση να διαλαλήσουν την ξινίλα τους για τον «παράταιρο» γάμο στέκονταν μια τυχαία ημέρα στη στήλη «Κοινωνικά» οποιασδήποτε εφημερίδας, θα διαπίστωναν ότι έχουν πολλούς λόγους να ξαναπιάσουν το τροπάριο περί «εκφυλισμού του γένους» και να μην το σταματήσουν ποτέ. Διότι θα έβλεπαν ότι πληθαίνουν οι «μεικτοί» γάμοι (οι «μοργανατικοί», όπως θα τους χαρακτήριζαν ίσως οι ξινισμένοι μας, πεπεισμένοι πως η δική μας ράτσα είναι βασιλική, οι δε λοιπές ταπεινές και καταφρονητέες). Στις Προαγγελίες Γάμων διαβάζει κανείς, κάθε μέρα, ότι Ελληνες και Ελληνίδες παντρεύονται όλο και πιο συχνά (σε εκκλησίες και δημαρχεία) ανθρώπους από την Αλβανία (και όχι μόνο τη Βόρεια Ηπειρο), τη Ρωσία, τη Λιθουανία, την Κολομβία, το Πακιστάν, την Πολωνία, την Γκάνα, την Ινδία, τη Νιγηρία, τις Φιλιππίνες, σχεδόν από κάθε χώρα του πλανήτη. Ενα προσεκτικό ρεπορτάζ θα μπορούσε ίσως να αποκαλύψει ότι ορισμένοι από αυτούς τους γάμους είναι «λευκοί» ή «συμμαχίες συμφερόντων» που συνάπτονται με στόχο να δοθούν άδειες παραμονής, υπηκοότητα κ.τ.λ. που θα επιτρέψουν τη «νόμιμη» εκμετάλλευση των αλλοδαπών γυναικών στα «ουκρανιζατέρ» της βαρβαρότητας. Θα υπάρχουν επίσης και γάμοι προφανούς ηλικιακής και οικονομικής ανισότητας, με Ελληνες κάπως προχωρημένης ηλικίας και σχετικής ευμάρειας να στεφανώνονται φτωχές κοπέλες από κάποια απαθλιωμένη χώρα, επειδή έχουν μαλώσει με τους συγγενείς τους και θέλουν να τους πικάρουν ή επειδή δεν αντέχουν τη μοναξιά. Και πάλι, ωστόσο, απομένουν πολλοί γάμοι, ικανοί να πείσουν ότι κάτι αλλάζει στην κοινωνική βάση, κάτι κινείται απομακρυνόμενο από κάποια άλλα οικεία μας τροπάρια, του μισοξενισμού. Είτε από ανάγκη είτε από αγάπη, οι «μεικτοί γάμοι» έρχονται να αντιτεθούν σε κάποια από τα ισχυρότερα ταμπού μας και να δώσουν νέα ερεθίσματα σε όσους μοιρολογούν για τον «εθνικό μας εκφυλισμό».

Μια άλλη «παράπλευρη συνέπεια» της τρομοκρατολογίας είναι η «γλωσσική μας εξαθλίωσις», την οποία κατακεραυνώνει, με επιστολή του στην «Καθημερινή» της 27ης Ιουλίου, ο κ. Χρήστος Σαρζετάκης, πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αντιγράφω: «H γλωσσική μας εξαθλίωσις επιδεικνύει κατά τας ημέρας μας νέον «απόκτημα». Κατεδίκασαν εις αχρηστίαν, δηλαδή εδολοφόνησαν εν ψυχρώ την ωραιοτάτην λέξιν «κρησφύγετον» και εις την θέσιν της ανέσυραν από το προ εβδομηκονταετίας και πλέον συνωμοτικόν κομμουνιστικόν λεξιλόγιον την κακόηχον και βαρβαρόηχον, αγνώστου δε ετυμολογίας λέξιν «γιάφκα»!». H αλήθεια είναι ότι η «γιάφκα» χρησιμοποιείται εναλλάξ με το «κρησφύγετο», απλώς οι τιτλοδότες προκρίνουν τη δισύλλαβη λέξη, όπως και οι νεότεροι εκ των τηλεπαρουσιαστών, για να δείξουν όλο καμάρι ότι κατέχουν το «κομμουνιστικόν λεξιλόγιον».

Ακούγεται υπερβολικό το συμπέρασμα του κ. Σαρτζετάκη ότι η (έστω συχνή) χρήση της «γιάφκας» τεκμηριώνει την «γλωσσικήν εξαθλίωσιν». Εξίσου ασύστατη είναι η απόφανσή του πως η ελληνική γλώσσα είναι «η μόνη εις τον κόσμον νοηματική και όχι απλώς συμβατική» (ομολογώ ότι δεν μου είχε περάσει ποτέ από το νου ότι ο Σαίξπηρ, ο Θερβάντες, ο Γκαίτε, ο Ρεμπώ, ο Ταγκόρ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Λάο Τσε έγραψαν σε «συμβατικές, μη νοηματικές γλώσσες), όπως και το κινδυνολόγημά του πως ένας «ποικιλώνυμος επίβουλος ανθελληνικός σχεδιασμός» επιδιώκει την «εγκατάλειψιν του ελληνικού λεξιλογίου και την προϊούσαν γλωσσικήν μας αφασίαν». Το αν η «γιάφκα» είναι «κακόηχος και βαρβαρόηχος» (είναι άραγε βαρβαρόηχος και ο τύπος «άφ’κα», αντί «άφησα», που χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιοχές της χώρας ή, λόγου χάρη, το αρχαίο «εψεύσθων» και οι αναρίθμητοι γλωσσοδέτες του παρακειμένου και του υπερσυντέλικου, που η ίδια η ελληνική μερίμνησε να τους επιλύσει με τις μεθόδους της «οικονομίας»;), δεν προκύπτει από κανέναν γλωσσολογικό νόμο αλλά συναρτάται με την ακουστική ευαισθησία του καθενός, καθώς και από τις εν γένει προκαταλήψεις του, των ιδεολογικών και πολιτικών συμπεριλαμβανομένων. Το βέβαιο είναι πως η λέξη «γιάφκα» δεν είναι «αγνώστου ετυμολογίας» όπως διατείνεται ο κ. Σαρτζετάκης, αλλά και όπως, παραδόξως, αναφέρει το Λεξικό Μπαμπινιώτη. Αλλα λεξικά προσδιορίζουν σαφώς το έτυμόν της: το Λεξικό του Ιδρύματος Τρανταφυλλίδη και το Λεξικό του Εμμανουήλ Κριαρά ορίζουν ρωσική την καταγωγή της, το δε Λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη (αυτό που χρησιμοποιούσε η «17 Νοέμβρη», αν θυμηθούμε τις σχετικές φωτογραφίες των ευρημάτων στα κρησφύγετα) καταγράφει τη λέξη ως σλαβική. Εν πάση περιπτώσει, η λέξη αυτή, το νόημα της οποίας δεν συμπίπτει απολύτως με το νόημα του ετυμολογικά αδιαφανούς «κρησφυγέτου» (ο Γ. Μπαμπινιώτης παραθέτει τέσσερις εξίσου πιθανές και εξίσου απίθανες ετυμολογήσεις: από το Κρης+φεύγω, από το κάρα+φεύγω, από το χρέος+φεύγω και από το προς+φεύγω), πολιτογραφήθηκε εξαρχής με τη σημασία που έχει και τώρα, και η οποία νομιμοποιεί απολύτως τη λεπτή διαφορά της από το «κρησφύγετο» και την «κρυψώνα», άρα και τη «μη εξαθλιωτική» χρήση της: «Ειν την κομμουνιστικήν οργάνωσιν», γράφει η προπολεμική, φανατικά αντικομμουνιστική εγκυκλοπαίδεια του Ηλιου, «ονομάζονται γιάφκαι τα μυστικά συνήθως κέντρα, εις τα οποία ημπορούν να καταφεύγουν διωκόμενα μέλη και να ευρίσκουν άσυλον ή να λαμβάνουν οδηγίας περί του τι πρέπει να πράξουν». Αλλη μία φορά, λοιπόν, όταν μιλάμε για τη γλώσσα μιλάμε για την πολιτική και την ιδεολογία, και εκ της πολιτικής και της ιδεολογίας ορμώμενοι. Αλλη μία φορά, τα «μείζονα» μετατρέπονται σε αφορμές για να προωθήσουμε τις ιδέες μας για τα «παράπλευρα».