ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διαφορετικός Θεοδωράκης με Σταμπόγλη, Καρακατσάνη

Στον περίπου μισό αιώνα που γράφει τραγούδια ο Μίκης Θεοδωράκης πέτυχε κάτι που μοιάζει περισσότερο με σπάνιο… γενετικό επίτευγμα: Εχει περάσει πλήθος από αυτά τα τραγούδια στο DNA μας. «Στο περιγιάλι το κρυφό», «ο Καημός», «Βάρκα στο γιαλό», «Του μικρού βοριά», «Μέρα Μαγιού», «Χάθηκα», «Χρυσοπράσινο Φύλλο», «Νύχτα μαγικιά», «Αμα τελειώσει ο πόλεμος» και τόσα άλλα τραγούδια του Θεοδωράκη, έχουν μπει τόσο βαθιά σε ό,τι είναι η σημερινή Ελλάδα, που μοιάζει σαν να μην τα έγραψε ένας άνθρωπος, αλλά σαν να ήταν πάντα εδώ, κάτι σαν κομμάτι της φύσης, του τόπου.

«Επικίνδυνο» εγχείρημα

Ολα αυτά τα τραγούδια, τα γνωρίσαμε από πολύ μεγάλες φωνές: H Μαρία Φαραντούρη, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Στέλιος Καζαντζίδης και πλήθος άλλοι μεγάλοι τραγουδιστές έβαλαν τη σφραγίδα τους σε ερμηνείες αξεπέραστες. Το να τολμήσει λοιπόν κανείς να πει, ιδίως να ηχογραφήσει, αυτά τα τραγούδια ξανά, είναι μια πράξη πραγματικά «επικίνδυνη».

Αυτή την «επικίνδυνη» πράξη έκανε λοιπόν ένας όχι λαϊκός, αλλά λυρικός τραγουδιστής. O μπάσος Χριστόφορος Σταμπόγλης, ο οποίος, σε ένα νέο δίσκο, μάζεψε όλα τα παραπάνω και αρκετά άλλα από τα σημαντικότερα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και τα τραγούδησε με συνοδό του στο πιάνο τον Τάσο Καρακατσάνη. Αποτέλεσμα; Νέοι κόσμοι αναδύθηκαν. Ηδη από την επιλογή των τραγουδιών, ο Σταμπόγλης κατάφερε να φτιάξει ένα σχεδόν συνολικά αντιπροσωπευτικό μωσαϊκό του τραγουδοποιού Θεοδωράκη, πράγμα καθόλου απλό, λόγω του πολλαπλού εύρους του συνθέτη. Κατά κάποιο τρόπο «ομογενοποιεί» τον Θεοδωράκη μισού αιώνα σε μια κοινή ερμηνευτική γραμμή, μέσα από την παρουσίαση των τραγουδιών του από τη λυρική σκοπιά. «Ιδανικοί ερμηνευτές» του Θεοδωράκη υπήρξαν πολλοί, αλλά όλοι για κάποια κομμάτια της μουσικής του. Ομως, κανείς, πλην ίσως του ιδίου όταν τραγουδά, δεν μπόρεσε να μπει ερμηνευτικά το ίδιο βαθιά στον σχεδόν μπραμσικό λυρισμό της «Αυλής», στη μαλεριανή αίσθηση της ουσίας του πεπερασμένου στο «Παράθυρο», στην πρωτογενή, μπετοβενική δύναμη και ορμή του «Μικρού βοριά» ή της «Καλόγριας», την πρώιμη μοτσάρτια χαρά της «Βάρκας στο γιαλό», τη δροσερά πονεμένη αναπνοή του Σούμαν στο «Οι στίχοι αυτοί» και τη «Μαρίνα». Αυτές λοιπόν τις διαστάσεις φωτίζει ο Σταμπόγλης.

Ετσι, στην ουσία, αυτός ο δίσκος πετυχαίνει το ακατόρθωτο: Να ακούσουμε όλα αυτά τα τραγούδια εντελώς διαφορετικά από ό,τι τα γνωρίζουμε. Πώς; Με έναν τρόπο πολύ κοντά στο «λιντ». Οποιος γνωρίζει τα τραγούδια του Σούμαν και του Σούμπερτ, ή αργότερα του Μάλερ και του Ζεμλίνσκι, και δεν θέλει να έχει τα μάτια και τα αυτιά του κλειστά, ξέρει πολύ καλά, ότι, κάποια από τα τραγούδια αυτά του Θεοδωράκη, έχουν μια δική τους θέση στον ιστορικό χάρτη του μεγάλου «λιντ», όσο κι αν αυτή η διαπίστωση δημιουργεί σε κάποιους συμπτώματα «αναφυλαξίας».

Το τραγούδι, «κλασικό» ή «λαϊκό», είναι γραμμένο για να τραγουδιέται, γι’ αυτό υπάρχει. Παράδειγμα; Το τραγούδι που αμέτρητοι Ελληνες τραγούδισαν σαν «Φλαμουριά», έρχεται από την καρδιά του «λιντ». Τα όρια ανάμεσα στο «κλασικό» και το «λαϊκό», χάνονται σχεδόν εντελώς στην ποιότητα της μελωδίας, στη δυνατότητά της να εκφράσει κόσμους με βάθος δυσθεώρητο για κάθε άλλη ανθρώπινη δυνατότητα, πλην ίσως της ποίησης, την οποία ακριβώς ο Θεοδωράκης κεφαλαιοποιεί κατά τρόπο μοναδικό στο έργο του. Ετσι, με αυτόν τον από κάθε άποψη άρτιο δίσκο, ο Σταμπόγλης και ένας υποδειγματικός κι εμπνευσμένος Καρακατσάνης, άνοιξαν ένα νέο, πολύ μεγάλο κεφάλαιο στο «Βιβλίο Θεοδωράκης». Κεφάλαιο, που όσο θα απομακρυνόμαστε από τον «ιστορικό χρόνο» της σύνθεσης αυτών των τραγουδιών, θα καταλαμβάνει όλο και πιο μεγάλη έκταση, χαρίζοντάς μας έναν απέραντο κόσμο μελωδικού και αρμονικού πλούτου.