ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Θεωρησεις

O εξερευνητής που ανακάλυψε τον Τιτανικό στο βυθό του Ατλαντικού το 1985, έχει ξεκινήσει άλλη μία υποθαλάσσια έρευνα για να τεκμηριώσει τον Κατακλυσμό του Νώε. H Μαύρη Θάλασσα ήταν αρχικά μια λίμνη με γλυκό νερό η οποία σε πανάρχαιους καιρούς συνδέθηκε με την αλμυρή Μεσόγειο. O Ρόμπερτ Μάλαρντ πιστεύει ότι αυτό ήταν ένα «κατακλυσμιαίο» γεγονός το οποίο συνέβη πριν από 7.500 χρόνια περίπου, και πιθανώς να ήταν ο κατακλυσμός που περιγράφεται στη Βίβλο. Οι επικριτές του Μπάλαρντ το αμφισβητούν αυτό: αντιτείνουν ότι η διείσδυση της Μεσογείου στη Μαύρη Θάλασσα ήταν μια βαθμιαία διαδικασία που συνέβη πολύ παλαιότερα και είχε μεγάλη διάρκεια. Κατηγορούν τον Μπάλαρντ ότι χρησιμοποιεί τον Νώε ώστε να κάνει πιο ελκυστικό το εγχείρημά του για λόγους δημοσιότητας.

Οι χριστιανοί φονταμενταλιστές σίγουρα θα περιμένουν πολλά από την αποστολή του Μπάλαρντ. Οι Αμερικανοί κρεασιονιστές (creationists), οι οποίοι πιστεύουν ότι το βιβλίο της Γενέσεως δίνει μια επιστημονικά ακριβή αναφορά για την προέλευση της ζωής και τη δημιουργία του ανθρώπου, συζητούν εδώ και πολύ καιρό τον κατακλυσμό του Νώε. Μερικοί μάλιστα έχουν οργανώσει αρχαιολογικές αποστολές στο Ορος Αραράτ στην Τουρκία με την ελπίδα να ξεθάψουν την Κιβωτό και να αποδείξουν μια και καλή την αλήθεια της Αγίας Γραφής. Αλλοι κρεασιονιστές είναι πιο επιφυλακτικοί, τονίζοντας ότι η Κιβωτός είναι απίθανο να άντεξε τη φθορά του χρόνου. Ωστόσο, όλοι οι χριστιανοί φονταμενταλιστές είναι βαθύτατα πεπεισμένοι ότι η Βίβλος περιγράφει έναν ιστορικό κατακλυσμό ο οποίος εξαφάνισε κάθε ζωή πάνω στη Γη. O κατακλυσμός του Νώε, λένε, δεν ήταν τοπικό γεγονός, όπως υποστηρίζουν μερικοί? ήταν παγκόσμιος, και κάλυψε και την Αμερική, δημιουργώντας το Γκραντ Κάνιον και τους καταρράκτες του Νιαγάρα. Οι οπαδοί του δόγματος αυτού ισχυρίζονται ότι μελετούν τα φυσικά αποτελέσματα του κατακλυσμού του Νώε με στόχο να διαψεύσουν την εξελικτική θεωρία, χρησιμοποιώντας μεθόδους ενεργού άνθρακα και σύγχρονα στοιχεία τεκμηρίωσης, και επιμένουν ότι έχουν το συνταγματικό δικαίωμα να διδάσκουν «βιβλική επιστήμη» στα δημόσια σχολεία.

Ισχυρίζονται, επιπλέον, ότι τα απολιθώματα ζώων δεν είναι παρά λείψανα του κατακλυσμού. Οταν τα νερά υποχώρησαν, εκθέτοντας εκατομμύρια σεσηπώτα πτώματα, ο Θεός έκανε να φυσήξει ένας ισχυρός άνεμος ο οποίος τα έθαψε κάτω από δέντρα και χώμα, και αργότερα μετατράπηκαν σε πέτρες, κάρβουνο και πετρέλαιο. O κατακλυσμός είχε σκοτώσει τα μικρότερα πλάσματα πριν από τα μεγάλα ζώα, τα οποία είχαν συγκεντρωθεί πάνω σε κορυφές λόφων και θάφτηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο της καταιγίδας, γι’ αυτό η χρονολόγηση των απολιθωμάτων δεν αποδίδει την πραγματική χρονική εξέλιξη. O Νώε έσωσε ένα ζευγάρι από κάθε είδος, παρ’ όλο που, για τα τα βολέψει όλα αυτά, η Κιβωτός θα έπρεπε να έχει μέγεθος όσο οκτώ εμπορικές αμαξοστοιχίες με 65 βαγόνια μεταφοράς ζώων η κάθε μια.

Περιττό να πούμε ότι ο Μπάλαρντ δεν τα προσυπογράφει όλα αυτά. Ωστόσο, αναφέροντας τον Νώε σε σύνδεση με ένα σοβαρό επιστημονικό εγχείρημα, συμβάλλει στο να διαιωνίζεται μια ευρέως διαδεδομένη αλλά σφαλερή αντίληψη του χαρακτήρα της θρησκευτικής αλήθειας. H αναζήτηση του κατακλυσμού του Νώε είναι τόσο μάταιη όσο και η προσπάθεια να βρει κανείς το «πραγματικό» Μίντλμαρτς του ομώνυμου μυθιστορήματος. Οπως ο Τζορτζ Ελιοτ, οι συγγραφείς της Γενέσεως δεν έγραφαν ιστορία, αλλά επιχείρησαν μια ευφάνταστη διερεύνηση της ανθρώπινης μοίρας.

Οι πλημμύρες ήταν ένα συχνό και καταστροφικό φαινόμενο στην αρχαία Μεσοποταμία και ένα κοινό μεταφορικό σχήμα για την πολιτική και κοινωνική διάλυση. Στην Βαβυλωνία, το Επος του Γκιλγκαμές (γύρω στο 1300 π.Χ.) αποτελούσε μέρος μιας μακρόχρονης επικής παράδοσης η οποία έβλεπε τους μεγάλους κατακλυσμούς να σηματοδοτούν τη μετάβαση από μια αρχέγονη εποχή, όταν οι θεοί είχαν στενές σχέσεις με τους ανθρώπους, στην νεότερη εποχή, όταν το θείο είχε γίνει μια απόμακρη, σκιώδης πραγματικότητα. O κατακλυσμός του Νώε δεν μπορεί να νοηθεί έξω από αυτή την ποιητική παράδοση.

Η Γένεσις είχε διατηρήσει δύο αναφορές στον κατακλυσμό, οι οποίες συνδυάστηκαν από έναν μεταγενέστερο συντάκτη ώστε να σχηματίσουν το κείμενο που έφτασε ως εμάς: η μία ήταν το αποκαλούμενο έπος του Γιαχβίστ (ένατος π.Χ. αιώνας) ενώ η δεύτερη, γύρω στον έκτο αιώνα, είχε ιερατική προέλευση. Καμία από εκείνες της αναφορές δεν δίνει ακριβή περιγραφή μιας ιστορικής πλημύρας. Και οι δύο χρησιμοποιούν μια παλιά ιστορία για να εξερευνήσουν τα ίδια θεολογικά προβλήματα όπως και οι Βαβυλώνιοι, παρ’ όλο που καταλήγουν σε κάπως διαφορετικά συμπεράσματα.

Ετσι, στα βαβυλωνιακά έπη ο κατακλυσμός προκλήθηκε από την ανεύθυνη συμπεριφορά των θεών, οι οποίοι φρικίασαν όταν είδαν το μέγεθος της καταστροφής και αποφάσισαν ότι στο εξής θα απείχαν από τις ανθρώπινες υποθέσεις. H Γένεσις, ωστόσο, απαλλάσσει τον Θεό και ρίχνει όλο το φταίξιμο στην ανθρώπινη κακία. Παρ’ όλ’ αυτά, το έπος του Γιαχβίστ δεν έχει εύκολες απαντήσεις και, όπως οι Βαβυλώνιοι, η αφήγησή του υποδηλώνει ένα διαχωρισμό από το θείο. Τα παλιά χρόνια, ο Θεός ήταν ένας συχνός και φιλικός επισκέπτης στον Κήπο της Εδέμ, τώρα όμως το θείο μπορεί να εμφανιστεί σκληρό, αυθαίρετο και ακατανόητο.

Ο συγγραφέας της δεύτερης εκδοχής έγραφε για Εβραίους που είχαν χάσει την πατρίδα τους και είχαν πάρει το δρόμο της εξορίας. H ιστορία του Κατακλυσμού αποτελεί προπομπό για την αφήγηση της σαραντάχρονης περιπέτειας των Ισραηλιτών στην έρημο που περιγράφεται στην Εξοδο και στους Αριθμούς. Δεν ενδιαφέρεται να δώσει χρονολογικές πληροφορίες για τον Νώε ή για τον Μωυσή, εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να θίξει προβλήματα του καιρού του. Οπως ο κατακλυσμός και τα χρόνια της ερήμου, η εξορία των Εβραίων είναι μια μεταβατική περίοδος. Είναι αλήθεια ότι ο παλιός κόσμος έχει καταστραφεί, αλλά υπάρχει ακόμα ελπίδα. Μια νέα τάξη, ένας νέος κόσμος θα αναδυθεί.

Και οι δύο συγγραφείς, με διαφορετικούς τρόπους, ατενίζουν την καρδιά του σκότους. H θρησκευτική αλήθεια δεν στηρίζεται στην ιστορικότητα των γραπτών κειμένων της. Επιβιώνει μόνο εφόσον δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να βρουν νόημα και αξία όταν συντρίβονται από την απόγνωση, που είναι αναπόδραστο μέρος της ανθρώπινης κατάστασης. Οταν συζητάμε το νόημα της ζωής και το θάνατο του νοήματος, η ιστορικότητα του κατακλυσμού αποτελεί μια άσχετη περίσπαση από το κυρίως θέμα. Δεν έχουμε να κάνουμε με την ιστορία αλλά με τον μύθο.

Στη σημερινή γλώσσα που μιλάμε, ο μύθος σημαίνει κάτι που δεν συνέβη, έτσι το να λες ότι μια βιβλική αφήγηση είναι μυθική, σημαίνει να αμφισβητείς την αλήθεια της. Ωστόσο, πριν από την άφιξη της επιστημονικής νεωτερικότητάς μας, ο μύθος ανακαλούσε ένα γεγονός που, κατά μια έννοια, είχε συμβεί κάποτε, αλλά το οποίο επίσης μπορούσε να συμβεί οποτεδήποτε. Δεν ήταν ποτέ δυνατόν να ερμηνεύσεις ένα μύθο με όρους αντικειμενικής λογικής. Υπήρχαν δύο τρόποι να φτάσεις στην αλήθεια, τους οποίους ο Πλάτων αποκαλούσε «μύθος» και «λόγος». Συμπλήρωναν ο ένας τον άλλο και ήταν ισότιμοι? ήταν και οι δύο θεμελιώδεις. Αντίθετα με τον μύθο, ο λόγος -η λογική- όφειλε να ανταποκρίνεται με ακρίβεια στον εξωτερικό κόσμο. Από τα πολύ παλιά χρόνια, επιδιώκαμε να έχουμε αποτελεσματικά όπλα και να διοικούμε με επωφελή τρόπο τις κοινωνίες μας. Οι άνθρωποι ωστόσο, είναι πλάσματα που αναζητούν νόημα στη ζωή και πέφτουν πολύ εύκολα στην απόγνωση. Οταν αντιμετωπίζει την τραγωδία, η λογική σιωπά και δεν έχει τίποτα να πει. H μυθολογία και οι συνδεμένες μ’ αυτήν τελετουργίες ήταν αυτά που έδειχναν στους ανθρώπους πώς να αντλήσουν δύναμη για να προχωρήσουν.

Ωστόσο, ως αποτέλεσμα της επιστημονικής μας επανάστασης, η λογική είχε τόσο εντυπωσιακά επιτεύγματα στο δυτικό κόσμο, που ο μύθος έπεσε σε ανυποληψία. Τον 19ο αιώνα, πιστοί και σκεπτικιστές μαζί άρχισαν να διαβάζουν τους βιβλικούς μύθους σαν να ήταν «λόγοι». Οι βιβλικοί συγγραφείς, όμως, θα έμεναν έκπληκτοι αν άκουγαν ότι ξεκινά μια επιστημονική αποστολή για να βρεθεί ο «πραγματικός» κατακλυσμός. Στην προ-νεωτερική προοπτική, ο μύθος και ο λόγος είχαν ο καθένας τη δική του σφαίρα αρμοδιότητας. Αν τους αναμίγνυες, το αποτέλεσμα θα ήταν κακή θρησκεία και κακή επιστήμη – όπως αυτή των οπαδών της επιστημονικής κυριολεξίας της Βίβλου. Αν δεν ξαναβρούμε το νόημα του μυθικού, οι θρησκευτικές γραφές μας θα παραμείνουν σκοτεινές, και η πίστη μας -ή η απιστία μας- λάθος τοποθετημένη.