ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οπωσδήποτε Φρανσουά Τριφό την Κυριακή

Στον επίλογο της δεκαετίας του ’50, ο μοντερνισμός έφερε το πρώτο σαρωτικό κύμα στο σινεμά της Ευρώπης, αλλάζοντας το βλέμμα των σκηνοθετών και τη σχέση των θεατών με τη βιομηχανία του ονείρου. Νεαροί στην πλειονότητά τους κινηματογραφιστές βγήκαν από τα στούντιο στους δρόμους και οι εικόνες έχασαν την «αθωότητά» τους. Ανακάλυψαν ιστορίες και ήρωες με διφορούμενη ηθική. Το 1959 υπήρξε ο μεγαλύτερος σταθμός στο γαλλικό σινεμά. Η χρονιά της πρώτης μεγάλης τρικυμίας που προκάλεσε μια χούφτα νεαρών σκηνοθετών-κριτικών μέχρι τότε στο περιοδικό Cahiers du Cinema. Ο πιο ευαίσθητος, λυρικός και πολυδιάστατος από όλους ήταν ο Φρανσουά Τριφό. Η πιο πολυσύνθετη και πιο ζυγισμένη σκέψη του γαλλικού «νέου κύματος», που ισορροπούσε έχοντας από τη μια μεριά τα γραπτά του θεωρητικού Αντρέ Μπαζέν (πνευματικός πατέρας του Τριφό) και από την άλλη τη μυθολογία και τους μεγάλους αφηγητές του αμερικανικού κινηματογράφου.

Εκείνη τη χρονιά, ο 27χρονος Τριφό πήγε στις Κάννες με την πρώτη ταινία του, τα «Τετρακόσια χτυπήματα», και με συντροφιά ένα 14χρονο αγόρι που έμελλε να γίνει ο αγαπημένος ηθοποιός και το alter ego του στην οθόνη. Το πρόσωπο του Ζαν Πιερ Λεό γέμισε το κάδρο, απελευθερώντας τ’ ανάμικτα συναίσθηματα του μικρού ήρωα της ταινίας Αντουάν Ντουανέλ, και τα «Τετρακόσια χτυπήματα» άλλαξαν με μιας την εικόνα που είχε ο θεατής του κινηματογράφου για το παιδί και την αθωότητα της παιδικής ηλικίας.

Τα δράματά τους

«Βρίσκω πιο ποιητική την εικόνα ενός παιδιού που πλένει πιάτα, από την εικόνα ενός παιδιού ντυμένο στο βελούδο να κόβει λουλούδια στον κήπο με μουσική υπόκρουση Μότσαρτ», έλεγε κάποτε ο Τριφό, επισημαίνοντας πως μια ταινία με ήρωες παιδιά παρασύρεται εύκολα από ένα παιδικό χαμόγελο στην «επιτήδευση και την αυταρέσκεια». Γι’ αυτόν, το μεγάλο στοίχημα δεν ήταν η προσεγμένη καλλιγραφική εικόνα του παιδιού, που ούτως ή άλλως συνοδεύεται από λυρισμό, αλλά η ποίηση που βγαίνει από την ανεπιτήδευτη πραγ- ματικότητα. «Θα ερχόμασταν πιο κοντά στην αλήθεια κινηματογραφώντας όχι μόνον τα μάτια των παιδιών, αλλά και τα δράματά τους». Στις ταινίες του το παιδί αναδείχτηκε αβίαστα σε μεγάλο πρωταγωνιστή μέσα από μικρά περιστατικά, ασήμαντα με την πρώτη ματιά. Ομως, «τίποτα δεν είναι μικρό» όταν κινηματογραφείς την παιδική ηλικία, γιατί τα παιδιά δεν ξέρουν σε τι διαφέρει ένα «παράπτωμα» από ένα «ατύχημα».

Ο Τριφό κινηματογράφησε το παιδί μπροστά ή πάνω στη γέφυρα που οδηγούσε στον κόσμο των μεγάλων. Η παιδική ηλικία και η εφηβεία στις ταινίες του έλκουν σαν μαγνήτης. Δεν χρωστούν όμως τη γοητεία τους στον μελοδραματισμό εικόνων όπου οι ενήλικες ξαναβρίσκουν με νοσταλγία τη δική τους χαμένη αθωότητα, αλλά στη σύγκρουση της «απόλυτης ηθικής» του παιδιού με τη «σχετική ηθική» του ενήλικα. Αυτές οι ταινίες, που μοιάζουν με παράθυρο στον κόσμο του παιδιού, φαίνονται ρηχές και ανάλαφρες, γιατί το φορτίο τους απλώνεται στην επιφάνεια των εικόνων. Ο Τριφό θυμίζει περισσότερο έναν οξυδερκή χρονικογράφο, παρά βαθυστόχαστο δραματουργό καθώς παρακολουθεί τον Αντουάν Ντουανέλ στα «Τετρακόσια χτυπήματα», τους λιλιπούτειους ήρωές του στο «Χαρτζιλίκι» ή τον Βίκτωρα (έναν σύγχρονο Μόγλη) στο «Ενα αγρίμι στην πόλη».

«Τετρακόσια χτυπήματα»

Στα «Τετρακόσια χτυπήματα» (Les quatre cent coups) για πρώτη φορά το παιδί απομακρύνθηκε από στερεότυπα που είχε δημιουργήσει γύρω του ο εμπορικός κινηματογράφος. Ο Τριφό ήταν σαν να κοιτάζει τα δικά του δύσκολα παιδικά χρόνια από μια απόσταση δέκα και πάνω χρόνων, που τον βοηθούσε να είναι αντικειμενικός παρατηρητής. «Υπάρχει μια γεύση της ευτυχίας και της δυστυχίας την ίδια στιγμή», έγραφε τότε ο σημερινός διευθυντής του Φεστιβάλ των Καννών, Ζιλ Ζακόμπ. Ο Αντουάν Ντουανέλ είναι ένας αντιήρωας. Το αντίθετο του δικού μας… Βασιλάκη Καΐλα. Ενα συνηθισμένο παιδί, όπως τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας του, που θα συνέχιζε να ζει φυσιολογικά τη ζωή του στο Παρίσι εάν δεν τον εγκατέλειπε η οικογένειά του. Στο ξεκίνημα της ταινίας γίνεται το «μαύρο πρόβατο» στο σχολείο για ασήμαντη αφορμή. Στο τέλος, οδηγείται στο αναμορφωτήριο για ένα παράπτωμα που απέκτησε διαστάσεις «εγκλήματος». Ο Αντουάν Ντουανέλ είναι χαρισματικός, έχει χιούμορ (ανάβει κερί στον Μπαλζάκ και παρ’ ολίγον να κάψει το σπίτι του), διατηρεί το θάρρος του, τον αυθορμητισμό και τη διάθεση για όνειρα. Απαλλάχτηκε μονάχα από την αφέλεια όταν προσγειώθηκε ανώμαλα στον κόσμο των μεγάλων. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ζαν Πιερ Λεό ενσάρκωσε άλλες τέσσερις φορές τον Αντουάν Ντουανέλ σε διαφορετικές ηλικίες.

«Ενα αγρίμι στην πόλη»

Δέκα χρόνια μετά τα «Τετρακόσια χτυπήματα», ο Τριφό ξανάφερε το παιδί στο κέντρο του κόσμου στο φιλμ «Ενα αγρίμι στην πόλη» (L’ enfant sauvage), που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο καθηγητής παιδαγωγικής Ζαν Ιτάρ πασχίζει να εξημερώσει και να εντάξει στην κοινωνία ένα ανθρώπινο αγρίμι που κρυβόταν στο δάσος της Αβερόν. Ενα 12χρονο αγόρι, εγκαταλελειμμένο από τους φυσικούς του γονείς, το οποίο προσαρμόστηκε στην άγρια φύση και επιβίωσε χάρις στο ένστικτο. Η αφήγηση είναι λιτή και αποδραματοποιημένη και δίνει την εντύπωση ενός κινηματογραφημένου χρονικού, με τον ουμανιστή Τριφό (υποδύεται τον ρόλο του Ιτάρ) να εξετάζει την αντοχή της παιδαγωγικής ως βάση μιας κοινωνίας ευτυχισμένων ανθρώπων.

«Χαρτζιλίκι»

Το 1976 ο Τριφό γύρισε το «Χαρτζιλίκι» (L’ argent de poche) παρακολουθώντας τον παιδόκοσμο μιας επαρχιακής πόλης τις τελευταίες μέρες της σχολικής χρονιάς. Το φιλμ είναι συρραφή στιγμιοτύπων από την καθημερινή ζωή των παιδιών, δοσμένων με ντοκιμαντερίστικο ύφος. Ο Τριφό δεν επεμβαίνει στον κόσμο τους – η ιδανικότερη θέση γι’ αυτόν και για την κινηματογραφική κάμερα θα ‘ταν αυτή που θα του επέτρεπε να παρακολουθεί και να καταγράφει αόρατος τις αντιδράσεις τους. Παρεμβαίνει μόνο στο μοντάζ, για να μπουν τα κομμάτια του παζλ στη σωστή θέση.

Το «Χαρτζιλίκι» απογειώνεται καθώς ο Τριφό χαμηλώνει για να ‘ρθει στο ύψος των παιδιών που δεν φέρουν τα βάρη των μεγάλων. Ετσι, ο λιλιπούτειος Γκρέγκορι πέφτει σαν πούπουλο από το μπαλκόνι της πολυκατοικίας στον κήπο, συνεχίζοντας ανέμελος το παιχνίδι μπροστά στη μητέρα του, η οποία γκρεμίζεται λιπόθυμη στο έδαφος. Ο ερωτευμένος Πατρίκ πολιορκεί τη γυναίκα του κουρέα της πόλης. Η τιμωρημένη από τους γονείς της Σιλβί ανακοινώνει με τηλεβόα στους γείτονες την πείνα της ζητώντας φαγητό. Παραδίπλα ο κακοποιημένος από τη μητέρα του Ζιλιέν μοιάζει να ‘χει βγει από τις σελίδες του Μαρκ Τουέιν. Το «Χαρτζιλίκι» ώς ένα βαθμό είναι αυτοβιογραφικό. «Αλλοτε ταυτίζομαι με τον Πατρίκ κι άλλοτε με τον Ζιλιέν», έλεγε ο Φρανσουά Τριφό.

«Κυριακάτικα απογεύματα»

Οι κυριακάτικες απογευματινές προβολές στον κινηματογράφο «Φιλίπ» γίνονται από το Νεανικό Πλάνο, με την υποστήριξη της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς στο πλαίσιο του προγράμματος «Κυριακάτικα απογεύματα».

Σήμερα στις 16.00 προβάλλονται τα «Τετρακόσια χτυπήματα». Ακολουθούν το «Ενα αγρίμι στην πόλη» (Κυριακή 11/1) και το «Χαρτζιλίκι» (Κυριακή 18/1).

Οι δύο τελευταίες ταινίες μαζί με τη μικρού μήκους «Τα παλιόπαλιδα» (Les mistons) θα βγουν και στο εμπορικό κύκλωμα μέσα στον Ιανουάριο, σε ημερομηνίες που δεν είναι ακόμη γνωστές.