ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα Βλεμμα

Συντηρητικούς, ξενόφοβους, ανασφαλείς – έτσι μάς αποδίδουν οι έρευνες στον συλλογικό μας καθρέφτη, τα μίντια. Το βλέπουμε, το ακούμε και το αναδιπλασιάζουμε. Γινόμαστε πιο συντηρητικοί, πιο ανασφαλείς, πιο ξενόφοβοι, πιο…

Βλέπω στον καθρέφτη: τι χριστουγεννιάτικο δώρο έκανε η Βίσση στον Φραγκολιά (ποιος είναι αυτός;), ένα ρολόι (τι ρολόι;)? μια λαμέ παρουσιάστρια χαριεντίζεται με μια απείρως πιο λαμέ ντενίση? όλοι καμώνονται ότι χορεύουν κομμωτηριασμένοι και ξέσαλοι. Δυσπεπτικά.

Βλέπω την 3ης Σεπτεμβρίου, ίδιες μέρες. Στον πρώην Σταθμό Πρώτων Βοηθειών έχει στηθεί συσσίτιο. Η ουρά ξεχειλίζει το πεζοδρόμιο και γυρνάει στη γωνία. Σιωπηλοί, μετρημένοι, στέκονται άνθρωποι μέσης ηλικίας, μάλλον ξένοι. Παίρνουν ένα δίσκο ζεστό φαγητό. Τα πρεζάκια της γειτονιάς έχουν αποσυρθεί στα ρείθρα? σήμερα άλλοι έχουν σειρά στο νυν κτίριο του ΟΚΑΝΑ.

Βλέπω την Κλαυθμώνος, ίδιες μέρες. Ανθρωποι της εργασίας, του μεροκάματου και του γλίσχρου μισθού, κρατούν στο χέρι τα φυλλάδια προσφορών από τις χθεσινές εφημερίδες και γυρεύουν τα δώρα των παιδιών με πολύμηνες δόσεις. Θυμάμαι τους δοσατζήδες που γυρνούσαν τις γειτονιές με το τεφτέρι και τη βαλίτσα και πουλούσαν βούτυρο, νυχτικά, είδη προικός – τα χρόνια του ’60, όταν οι Ελληνες δεν ήταν συντηρητικοί, ανασφαλείς και ξενόφοβοι… Ηταν αναλόγως φτωχοί, με άλλον τρόπο, σε άλλον κόσμο. Και πιο αισιόδοξοι. Τώρα είμαστε το ίδιο φτωχοί, ή και περισσότερο, με πιο σκληρό τρόπο, σε ένα κόσμο πλησμονής, βιτρίνας και πρόκλησης.

Συντηρητικοί, ξενόφοβοι, ανασφαλείς… Δεν ψεύδονται οι έρευνες. Μα δεν μπορούν να πουν και την αλήθεια. Η αλήθεια βρίσκεται στα πρανή της κοινωνίας, σε ό,τι την συγκροτεί: στη φενάκη της τηλε-χλιδής, στα συσσίτια, στη δομική φτώχεια, στις νεαρές Ουκρανές που κάνουν ρεβεγιόν «στο» Πέγκυ Ζήνα, στους στριμωγμένους υπάλληλους που κοιτούν στυφά τον Αλβανό γείτονά τους που πλειοδότησε στην αγορά του τριαριού του ισογείου, στους εικοσπεντάρηδες με πτυχίο ΑΕΙ που ξεκουκκίζουν SMS στα καφενεία, στα υπερπλήρη χειμερινά καταλύματα, στα διακοποδάνεια, στο ξεκούκκισμα της ζωής με πολλές άτοκες δόσεις… Η αλήθειά μας βρίσκεται παντού.

Η αλήθεια δεν βρίσκεται στο αν ένας τρίτης γενεάς κληρονόμος θα ζητήσει κι άλλη συγκατάβαση από φτωχούς, αναγκεμένους κι απαισιόδοξους. Δεν πλέει το καράβι με συγκατάβαση και κάλπικη αισιοδοξία. Ο συντηρητικός-ξενόφοβος-ανασφαλής-κ.λπ. δεν πιστεύει ότι ζει στην Ισχυρή Ελλάδα. Θα ήθελε να πιστεύει, θα το ήθελε πολύ, και θα τον ανακούφιζε, μα η πραγματικότητα δεν τον αφήνει: «It’s the economy, stupid!» – μάς το θύμισε ο Αντ. Μακρυδημήτρης τις προάλλες.

Η οικονομία -μάλλον: η λατρεία της οικονομίας- έχει σκεπάσει κάθε άλλη έκφανση του δημόσιου βίου? την πολιτική, την ηθική, την πνευματική. Και επιβάλλει δικό της αξιακό σύστημα, ήθος, φαντασίωση, συμπεριφορά. Αυτήν την κατίσχυση του οικονομικού προβάλλει η λαϊκή τηλεόραση στα σπιτικά των συντηρητικών-κ.λπ.? ακτινοβολεί την ξέφρενη λατρεία του χρήματος και του ονόματος, σε ένα πλήθος που δεν διαθέτει ούτε χρήμα ούτε όνομα? διαθέτει μόνο δίψα, λύσσα, ανάγκες, ελλείμματα. Το διψαλέο πλήθος των συντηρητικών-κ.λπ. ζει χωρίς βεβαιότητες κι ας τις αποθεώνει όταν ερευνάται, ζει με απομεινάρια οικογενειακών δομών, συνωθείται στη μητροπολιτική χοάνη, ματώνει για ελάχιστο ζωτικό χώρο, απεχθάνεται τη δουλειά του κι ας ποδοπατιέται για να την εξασφαλίσει, θυμάται αμυδρά τις κανονικότητες βίου μόλις δυο-τρεις δεκαετίες πριν, νοσταλγεί κάτι που δεν γνώρισε, δυσφορεί με το παρόν, φοβάται το μέλλον, δεν τον χωράει το πετσί του… Δικαιολογημένα.

Δικαιολογείται, όχι να είναι συντηρητικός-κ.λπ., αλλά να δυσφορεί και να φοβάται. Είναι ο ειλικρινής, αυθόρμητος τρόπος του να λαμβάνει την πραγματικότητα και να την εκπέμπει. Πίεση λαμβάνει, φόβο εκπέμπει. Στριμωγμένος στη γωνία, σαν κατσαρίδα, γυρεύει οδό διαφυγής? θα τραβήξει οπουδήποτε ώσπου να περιπέσει σε κατάσταση αδιάφορης ισορροπίας.

Αυτόν τον στριμωγμένο άνθρωπο παρατηρούμε στις έρευνες, πώς φανερώνει τους φόβους του και πώς μιλάει όσα δεν μιλιούνται στον correct δημόσιο λόγο της ισχυρής-αγέρωχης-ολυμπιακής-τσιμεντωμένης-κ.λπ. Ελλάδας.

Ηταν ποτέ αλλιώς; Το 1910 ο Παπαδιαμάντης περιγράφει τον Νεκρό Ταξιδιώτη του, τον μονήρη Κωνσταντή του Σταματάκη, έτσι: «Η ζωή του αθόρυβος, ταπεινή και μετριόφρων. Εις τον θάνατόν του δεν ήθελε να δώση κόπον εις τους ανθρώπους» (Διηγήματα, εκδ. «Ινδικτος»). Αυτός ο άνθρωπος, ο αστρίμωχτος, ήταν σπάνιος, από παλιά…