ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οικονομικοί μετανάστες, πρωταγωνιστές της αφήγησης

Βασίλης Νιτσιάκος: «Μαρτυρίες Αλβανών μεταναστών». Εκδόσεις Οδυσσέας, 2003, σελ. 286.

Το βιβλίο του Βασίλη Νιτσιάκου «Μαρτυρίες Αλβανών μεταναστών» είναι μέρος της επιστημονικής παραγωγής που προέκυψε από την ανάδειξη των οικονομικών μεταναστών από την Αλβανία ως πεδίου αναστοχασμού και επανατοποθέτησης στη δημόσια συζήτηση αξιωματικών απόψεων για την ξενοφοβία και τον ρατσισμό. Στόχος, βεβαίως, του Νιτσιάκου δεν είναι να αναδείξει την πολιτική πλευρά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει πολιτική θέση επ’ αυτού. Ισα ίσα. Το βιβλίο του συνιστά ευκρινή πολιτική δήλωση, η οποία τοποθετείται σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, τη μοίρα και τα βάσανα κάθε είδους μετανάστη στον κόσμο.

Για να το πετύχει αυτό μετατοπίζει την οπτική, καθιστά πρωταγωνιστή των αφηγήσεων τους ίδιους τους μετανάστες. O έως τώρα, εκτός λίγων εξαιρέσεων, αφηγηματικός λόγος περί Αλβανών μεταναστών συγκροτήθηκε από τους φορείς της χώρας υποδοχής. Ολα αυτά συνέβαλαν στο να φτιαχτεί ένας στερεοτυπικός αφηγηματικός λόγος περί Αλβανών, όπου κυριαρχούσαν οι προκαταλήψεις. O Νιτσιάκος, αν. καθηγητής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, επιχείρησε να δώσει την ευκαιρία στους ίδιους να μιλήσουν για τον εαυτό τους κι αυτό είναι μια σημαντική προσφορά προς όλους μας, γιατί μας δίνει την ευκαιρία να κοιτάξουμε κατάματα τους Αλβανούς και να μάθουμε για τη δική τους τη ζωή, αλλά και για τη δική μας.

Τα αφηγηματικά κείμενα που καταθέτει αναδεικνύουν την εθνογραφική δεξιότητα του συγγραφέα. Γενικότερα, οι συνεντεύξεις με τους Αλβανούς μετανάστες θυμίζουν εξομολόγηση γι’ αυτά που δεν έκαναν στο παρελθόν. O υπερχειλίζων αφηγηματικός λόγος του εθνογραφικού παρόντος γίνεται στημόνι για να τεχνουργήσει τη σιωπή τον καιρό του Χότζα. «Το ράδιο δεν μπορούσα να τ’ άνοιγα, γιατί άμα τ’ άνοιγα, θ’ άκουγε ένας έξω, θα πήγαινες ευθεία φυλακή. Κι έτσι απ’ το φόβο δεν άκουγες» (σ. 176).

H αφήγηση-ποταμός του εθνογραφικού παρόντος λειτουργεί λυτρωτικά για τους αφηγητές. Αυτή ακριβώς η ατμόσφαιρα διευκολύνει τους Αλβανούς μετανάστες να χρησιμοποιήσουν το εθνογραφικό σκηνικό ως ευκαιρία για να εξομολογηθούν τις «αμαρτίες» τους, τη σιωπή που ενίσχυε η ανεπάρκεια σε αγαθά.

Μια τέτοια αμαρτία που γινόταν από φόβο είναι και η απάρνηση των αδελφών. O Κώστας την αφηγείται, αναζητώντας την εξιλέωση για λογαριασμό του πατέρα του. «Και ύστερα από δέκα χρόνια ήρθαν αυτοί στο σπίτι, τους έστρωσε ο πατέρας στο σπίτι, έφαγαν ήπιαν με μια αιτία για να έχωναν τον πατέρα μέσα. Και είπαν «να πιούμε στην υγεία της αδελφής (…) Αυτού φέρθηκε πολύ έξυπνος. Αμα αυτός είχε πιει στην υγεία της αδελφής, την άλλη την ημέρα ήταν μέσα».

Οι αφηγήσεις του εθνογραφικού παρόντος, τους διευκολύνουν να μιλήσουν για τις πλάνες τους, για τους φόβους τους, όταν ο ήχος της τηλεόρασης αργά το βράδυ οριοθετούσε την παρανομία και τη νομιμότητα, τη στήριξη στο καθεστώς από την αμφισβήτησή του. Πέρα από αυτά, οι Αλβανοί μετανάστες δεν απαλλάσσονται από τη σιωπή. Μπορεί η χρονική συγκυρία που έγιναν οι συνεντεύξεις, να επιτρέπει σε κάποιους την αναφορά στον νόμο που διασφαλίζει τον λόγο και την αλήθεια στην Ελλάδα, ωστόσο τα πιο σημαντικά μοτίβα του αφηγηματικού τους λόγου εμπεριέχουν τον εξαναγκασμό τους σε σιωπή.

Μια τέτοια μορφή είναι η εκμετάλλευση από τους εργοδότες που τροφοδότησε ένα μέρος παραβατικών συμπεριφορών. H αφήγησή τους είναι βουτηγμένη στα πάθη τους, στον ιδρώτα που χύθηκε άδικα, που γλίστρησε στις τσέπες των αφεντικών. Ανακαλύπτουν μια διαφορετική σιωπή, που ανήκει σε έναν άλλο κόσμο. Τα αφηγηματικά μοτίβα της σιωπής, εξάλλου, στον λόγο των Αλβανών μεταναστών δίνουν ίσως την ευκαιρία στον Ελληνα αναγνώστη του βιβλίου να έρθει αντιμέτωπος με τις δικές του ενοχές, να λειτουργήσουν ως καθαρτήρια διαδικασία σε σχέση με την ευκολία ταξινόμησης του οικονομικού μετανάστη στον χώρο της επικινδυνότητας και του μιαρού.

Ομως, η συγκλονιστικότερη μορφή σιωπής είναι η μετονομασία. «Εχει πολλούς μουσουλμάνους στην Κόνιτσα. Εχουν αλλάξει όνομα. Ολοι. Γιατί το λέω εγώ πλάκα «πέρασαν όλοι από το ποτάμι και βαφτίστηκαν όλοι στο ποτάμι». Πρόκειται, ίσως, για τη σημαντικότερη μεταλλαγή που σημειώθηκε με τον ερχομό των Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα. Οι συγκεκριμένες πολιτισμικές και θρησκευτικές δομές διευκολύνουν την ένταξη των μεταναστών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την υιοθέτηση τουλάχιστον ενός χριστιανικού ονόματος. Προφανώς, φαίνεται πόσο απροετοίμαστη ήταν η ελληνική κοινωνία, για να υποδεχθεί μια τέτοια μετακίνηση, αλλά και πόσο έντονα ταξινομητικά, άρα με όρους αποκλεισμού, λειτουργούσαν τα στερεότυπα, γεγονός που οδηγούσε τους μετανάστες να επιλέξουν την τακτική του διπλού ονόματος.

Τα αφηγηματικά κείμενα που συνέλεξε ο Νιτσιάκος επιδέχονται πολλές προσεγγίσεις. Θα μπορούσε να αναφερθεί στους δρόμους της μετανάστευσης. Θα μπορούσε να ψαύσει τον αφηγηματικό ρόλο της Αλβανίδας μετανάστριας που είναι πιο συναισθηματικός και πιο παιδοκεντρικός. Θα μπορούσε να εξετάσει τη σημασία των κειμένων ως ντοκουμέντων λαϊκού λόγου, που χαρακτηρίζει συχνά από αφηγηματικές αρετές. Πέρα από αυτά, τα λόγια πολλών αφηγητών αποκαλύπτουν το κενό στο οποίο γίνονται συχνά οι συζητήσεις για τους Αλβανούς μετανάστες στην Ελλάδα. Εκείνο που κυριαρχεί είναι οι κραυγές για τις καθαρές ταυτότητες. Δεν ακούγονται οι απορημένοι λόγοι των ίδιων των μεταναστών. Δεν αφήνουν οι φωνασκίες και τα φοβικά καπνογόνα να δούμε τις αλλαγές που συντελούνται στην ελληνική κοινωνία.

(1) O Ευάγγελος Αυδίκος είναι αναπλ. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.