ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ατομική και δημόσια βία

Μ. Μακ Ντόνα: «Ο υπολοχαγός του Ινισμορ»

Σκηνοθεσία: Βαγγ. Θεοδωρόπουλος

Θέατρο: Νέου Κόσμου

Νικολάι Γκόγκολ: «Ο επιθεωρητής»

Σκηνοθεσία: Π. Φιλιππίδης

Θέατρο: Πόρτα

«Μέσα στο φόβο

μέσα στο φόβο πέρασε η ζωή μου»

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο», 1958

Μαύρη κωμωδία θέλει το επιτυχημένο στην Αγγλία έργο του «Ο υπολοχαγός του Ινισμορ» ο νέος Ιρλανδός Μάρτιν Μακ Ντόνα. Η μαύρη κωμωδία όμως έχει τους όρους της, δεν ξεκινάει από το απόλυτα ρεαλιστικό για να προχωρήσει στο επιθετικό γκροτέσκο και να καταλήξει στη χοντρή, επιδειξιομανή (αιμοσταγή) φάρσα. Αυθαιρεσίες, υπερβολές και τερατώδεις αφέλειες λοιπόν ταλαιπωρούν το έργο, όπου ασυμμάζευτο εκδικητικό «πιστολίδι» μεταξύ νεαρών Ιρλανδών επαναστατών, ατομικοί εκβιασμοί και τρομοκρατία, δολοφονίες αγαπημένων… γάτων και τεμαχισμοί αλλεπάλληλων πτωμάτων συνωθούνται χωρίς να μπορούν να διαμορφώσουν πειστική ταυτότητα και χωρίς να εντάσσονται σε στοιχειώδη υφολογική ομοιομορφία. Παρά το έξυπνο φινάλε και παρότι ο συγγραφέας δείχνει να έχει ικανότητες στο αρχιτεκτονικό μέρος, είναι συνάμα αδύνατον να διαπεραιώσει στην ξένη, εν προκειμένω στη δική μας, ευαισθησία γενικώς χθόνια και ειδικώς ακραία ζωοφιλικά ήθη μαζί με τύπους Ιρλανδών που μένουν, όπως και άλλοι ομόλογοί τους άλλων χωρών, επίμονα βιδωμένοι στο πάτριό τους έδαφος, και αναγνωρίσιμοι δυστυχώς μονάχα απ’ τους ομοεθνείς τους.

Ωστόσο, ο Β. Θεοδωρόπουλος πίστεψε στην ανατρεπτικότητα του υλικού, γι’ αυτό άλλωστε φαντάζομαι πως και το ανέβασε. Ετσι, παρακολούθησε με θέρμη και αφοσίωση όλες του τις επιμέρους φάσεις οργανώνοντας μια παράσταση υποδειγματική, ακραία, άγρια, συχνά εξω-φρενική. Με προεξάρχοντα τον κωμικό – κεφάλαιο Δ. Πιατά, δίδαξε γύρω από το κέφι και την πείρα του μια αξιόλογη ομάδα πολύ νέων ηθοποιών: διακρίθηκαν ιδίως ο ευφρόσυνος Ευθ. Παπαδημητρίου και η σε πολύ δύσκολο ρόλο Κ. Καρβούνη και κοντά τους οι Ν. Ορφανός, Γ. Γάλλος, Αντ. Καρυστινός, Π. Δεντάκης. Πολύ σωστά εκφοβιστικές οι μουσικές επιλογές της Μ. Κριθαρά και μαγικώς εναλλασσόμενα τα σκληρά σκηνικά του Γ. Γαβαλά μαζί με τα εύστοχα κοστούμια. Στο θέατρο Νέου Κόσμου ακούς συνήθως εκλεκτά ελληνικά όπως και τώρα, στην ορθότατη μέσα στην τολμηρότητά της μετάφραση των Δ. Κιούση – Κορ. Σωτηριάδου. Αρτια παράσταση σε έργο που τουλάχιστον διχάζει τους θεατές. Αυτά είναι τα αντιφατικά του θεάτρου…

«Ο επιθεωρητής»

Οι παρακάτω γραμμές θα μπορούσαν να είχαν γραφεί με αληθινό θυμό. Αλλά όχι. Δεν αξίζει τον κόπο, αφού ο σημαντικών ικανοτήτων κωμικός Π. Φιλιππίδης έχει πια αποφασίσει, φαίνεται, την πορεία του και «πέρα πηγαίνει, στην… τιμή και την πεποίθησή του». Οσο ακόμα υπήρχε σκηνοθέτης, κάπως τον συγκρατούσε. Τώρα επέλεξε να κρατήσει ο ίδιος το πηδάλιο και να σκηνοθετήσει και πρωταγωνιστήσει στον θρυλικό «Επιθεωρητή» (1836) του Νικολάι Γκόγκολ (1809-1852). Σ’ αυτήν τη σπαρταριστή σάτιρα του κατεστημένου, της διοίκησης, των μικροαστών και της ιεραρχίας όπου επικρατεί ο ρεαλισμός κι ένα διαρκές μελαγχολικό μειδίαμα, δεν υπήρξε -ιδίως ως προς τον ρόλο του επιθεωρητή που επωμίστηκε ο κ. Φιλιππίδης- δεν υπήρξε λοιπόν επιθεωρησιακό κάμωμα, φτήνια, μπαλαφάρα, ευκολία, κακογουστιά που να μην την είδαμε. Ο ηθοποιός κατόρθωσε να μετατρέψει έναν μέγιστο ρόλο του ρωσικού και του διεθνούς δραματολογίου σ’ ένα σύνολο από καμποτινισμούς, όχι πολύ μακριά απ’ τον «Μαχαραγιά» και το «Κοκοβιός και σπάρος στα δίχτυα της αράχνης» των Φραγκίσκου Μανέλλη-Γιάννη Σπαρίδη. Βέβαια, ο κόσμος προσέρχεται και χαχανίζει. Αυτή όμως η «λαϊκότητα» με την οποία θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν τα φοβερά σκέρτσα ισοδυναμεί με αληθινά βλάσφημη προδοσία του λαϊκού αισθητηρίου που, στο όνομα ενός αγαπημένου του κωμικού, θα μπορούσε να είχε κοινωνήσει μιας απ’ τις λαμπρότερες σελίδες του θεάτρου.

Δεν φταίει ο καθρέφτης

Και δεν είναι μόνον η ίδια η καταδολίευση του αθώου κοινού σε σχέση με τον συγκεκριμένο «τίτλο» αλλά και το «κάψιμο» του τίτλου για αρκετά χρόνια, ο ενδοιασμός δηλ. ενός μελλοντικού ερμηνευτή να ξαναπαρουσιάσει, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον, ένα έργο που έκανε, όπως τον έκανε, τον εμπορικό του κύκλο. Για όλα τούτα τα δυσάρεστα «δεν πρέπει να τα βάζεις με τον καθρέφτη, φταίει η φάτσα σου», όπως λέει και η ρώσικη παροιμία που ο ίδιος ο Γκόγκολ είχε θέσει ως προμετωπίδα στον «Επιθεωρητή». Οχι, δεν επιδείχθηκε κανένα ενδιαφέρον για να φανεί τι νατουραλιστικά είναι αυτός ο αγύρτης και απένταρος Χλεστακόφ που τρομοκρατεί την αφελή επαρχιακή κωμόπολη εμφανιζόμενος ως ανώτερος κρατικός ελεγκτικός υπάλληλος.

Οι ηθοποιοί

Και μαζί μ’ εκείνον συμπαρασύρθηκαν σε μεγάλο βαθμό αρκετοί από τους ιδιοφυείς χαρακτήρες ή και τύπους του έργου και μετατράπηκαν σε καρικατουρίστικα νευρόσπαστα: Ο Γ. Δεγαΐτης που έπαιξε κακό Δεγαΐτη, ο αδύνατος Γ. Χαλεπλής, ο υπερβολικός Γ. Γαλίτης, η απερίγραπτης υστερίας Γ. Καλλέργη, η παραβιασμένης υποκριτικής λεπτότητας Δ. Ψαροπούλου, οι αναίτια αυτογελοιοποιούμενοι αστυνόμοι Σ. Φύτρος και Ν. Τουρνάκης. Μέσα στον καταιγισμό ευτέλειας του πρωταγωνιστή παρασύρθηκαν αναγκαστικά και άλλοι ηθοποιοί, των οποίων όμως το ένστικτο τους χάρισε στιγμές σωτηρίας: ο λεπτουργός εντομολόγος Κ. Φλωκατούλας, το μινιόν και νευρώδες δίδυμο Σπ. Μπιμπίλας – Στρ. Χρήστου, ο σωστά ψοφοδεής, πονηρός και μετρημένος υπηρέτης Τ. Παλαντζίδης, το γραφικά βαριεστημένο γκαρσόνι του Κ. Λάσκου. Και ανάμεσα σ’ όλους και σ’ όλα ο σπαταλημένος μέγας ηθοποιός Γ. Κωνσταντίνου που προσπαθούσε αγωνιωδώς -όχι χωρίς κάποια προβλήματα ευκρίνειας είναι η αλήθεια- να αποσυνδεθεί από το φανφαρόνικο γκροτέσκο και να πλάσει ανθρώπινα και δραματικά τον Δήμαρχο. Η σκηνή του κλαυσιγέλωτος στο φινάλε ήταν μια αδαμάντινη θεατρική σκηνή. Δεν ξέρω πόση ευθύνη -αλλ’ όχι και μηδαμινή- φέρουν οι μεταφραστές Λ. Καρατζάς και Λ. Μητσάκου για τις σύγχρονες αναφορές, τις προσθήκες και τις παραβιάσεις του κειμένου. Η μετάφραση ήταν εμφανώς άνιση. Αλλού βημάτιζε κανονικά κι αλλού αυθαδίαζε προπετώς, με συνέπεια την απώλεια κάθε ύφους (γι’ αυτό και διερωτώμαι για το ποιος ο «δαίμων της πορνείας»…). Τα ωραία κοστούμια της εποχής και της ιθαγένειας (Γ. Μετζικώφ) μαζί με τα εξυπηρετικά σκηνικά (Τ. Κυριακίδου) δεν σώζουν την κατάσταση. Ο Δρόσος υπερέβαλε σε βροντώδεις μουσικές υπογραμμίσεις. Οσο θυμάται κανείς την έξοχη παράσταση του Μπάκα με τον Φέρτη, τον Λογοθέτη, τον Κάπιο, τον Σταρένιο, τον Παχή, την Λαμπροπούλου και τη νεαρή τότε Πρωτοψάλτη, του έρχεται να βάλει τα κλάματα! Οσο για περαιτέρω αναλύσεις περί Γκόγκολ, δεν πειράζει. Καμιάν άλλη φορά…