ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα ιστορικό μυθιστόρημα με ήρωα τον Αλκιβιάδη

Στίβεν Πρέσσφιλντ: «Ανεμοι πολέμου». Μετάφραση: Βασιλική Κοκκίνου. Εκδόσεις Πατάκη, 2003, σελ. 587.

Το θέμα του Αλκιβιάδη ευνοήθηκε στην αρχαιότητα από πολλούς, και ιστοριογράφους (κυρίως τον Θουκυδίδη και τον Ξενοφώντα) και βιογράφους (κυρίως τον Πλούταρχο και τον Κορνήλιο Νέπωτα) και ποιητές (κυρίως τον Αριστοφάνη και τους επιγραμματοποιούς) και φιλοσόφους (κυρίως τον Πλάτωνα) και ρήτορες (κυρίως τον Λυσία και τον Αντιφώντα). Ευνοήθηκε όμως και από πολλούς Δυτικούς των νεότερων χρόνων (κυρίως τον Λυσία και τον Αντιφώντα). Ευνοήθηκε όμως και από πολλούς Δυτικούς των νεότερων χρόνων (κυρίως τον Σαίξπηρ «Timoof Athens») και Ελληνες (του 20ού αιώνα, κυρίως τον Γιώργο Θεοτοκά και τον Αγγελο Βλάχο στο αριστουργηματικό ιστορικό, επίσης, μυθιστόρημα «O κύριός μου ο Αλκιβιάδης»). O βασικός λόγος γι’ αυτό είναι ότι ο Αθηναίος πολιτικός ήταν σε όλα «αμφί-» και αμφισβητούμενη προσωπικότητα, μνημείο ικανότητας και διαφθοράς. Σαν το κάρβουνο: όταν το πιάνεις αναμμένο καίγεσαι, σβηστό λερώνεσαι.

Ο Αμερικανός συγγραφέας Στίβεν Πρέσσφιλντ έγινε πασίγνωστος με το μυθιστόρημα μυστηρίου «The Legend of Bagger Vance», που απέβη εμπορικά πετυχημένο φιλμ με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Στο ιστορικό μυθιστόρημα ξεκίνησε με το ασύγκριτο πρώτο ευπώλητο «Οι πύλες της φωτιάς» (για τους Θερμοπυλομάχους, που πρόκειται επίσης να γυριστεί σε ταινία). Στο παρόν έργο δεν ασχολείται αποκλειστικά με τον Αλκιβιάδη, αλλά όπως γίνεται σε κάθε καλό ιστορικό μυθιστόρημα, γύρω από το πρόσωπο του Αθηναίου πολιτικού υφαίνεται ολόκληρος ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ισχύει αυτό, ώστε συχνά επί πολλές σελίδες ο αναγνώστης νομίζει ότι ο συγγραφέας έχει χάσει τον κύριο άξονα, το θέμα δηλαδή του βιβλίου.

Στους «Ανέμους του Πολέμου» εικότως και προσηκόντως, όπως πρώτος δίδαξε ο γενάρχης του genere Walter Scott στον «Ιβανόη» του, κύριος αφηγητής δεν είναι ο πρωταγωνιστής, αλλά ένα ιστορικά δευτερεύον πρόσωπο. Εδώ είναι ο σωματοφύλακάς του ονόματι, κατά τρόπο σημειωτικά πολύ εκφραστικό, Πολεμίδης, όνομα και πράμα. Το όνομα αυτό είναι κυρίως δωρικό και ίσως δηλώνει τη φιλοσπαρτιατική τάση του Αλκιβιάδη, που είχε από οικογενειακή κληρονομιά ασκήσει σπαρτιατική «προξενίαν» στην Αθήνα – άλλωστε και του ίδιου του Αλκιβιάδη το όνομα είναι σπαρτιατικής καταγωγής. O Πολεμίδης τελικά στάθηκε μοιραίο πρόσωπο, γιατί, μια ζωή από, με, για τον πόλεμο και επαγγελματίας φονιάς, σκότωσε τον κύριό του κατ’ εντολήν των Σπαρτιατών. O Πρέσσφιλντ έντεχνα παρουσιάζει τον αφηγητή αυτόν να είναι γόνος αριστοκρατικής καταγωγής, που στα παιδικά του χρόνια έλαβε δωρική αγωγή στην ίδια τη Σπάρτη και, έχοντας τα ανάλογα «προσόντα», χρησιμοποιήθηκε ως όργανο της μοίρας του Αλκιβιάδη, αλλά και της σπαρτιατικής πολιτικής. Αυτός ήταν το κατάλληλο πρόσωπο να δώσει τη χαριστική βολή στον άνθρωπο, τον οποίον υποτίθεται ότι ήταν ταγμένος να προστατεύει υπό την ασπίδα του. Μετά τις αλλεπάλληλες συμμαχίες και προδοσίες του τυχοδιώκτη Αθηναίου πολιτικού με τη Σπάρτη προς ίδιον όφελος και σε σχέση με την πολιτική του σταδιοδρομία στην Αθήνα, η Σπάρτη αποφάσισε να τον εξοντώσει. Και όταν αυτός, σε ηλικία 46 χρόνων, βρισκόταν αυτοεξόριστος στην Καλλίπολη, πράκτορες των Σπαρτιατών έβαλαν φωτιά στην κρυψώνα του, για να τον εξαναγκάσουν να βγει. Ενας καταιγισμός από βέλη τον υποδέχτηκε και ο Πολεμίδης τότε, σύμφωνα με προσυνεννόησή του με τον Αλκιβιάδη, τον αποτελείωσε. Αλλωστε, τον συνέδεε μαζί του σχέση αγάπης – μίσους, όπως συνέβαινε και με τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες και τους Πέρσες και τους Θράκες ως προς τον Αλκιβιάδη. Χρησιμοποιώντας τις αρχαίες πηγές και άλλοτε πλησιάζοντας και άλλοτε απομακρυνόμενος, αλλά τις περισσότερες φορές ελαφρώς διαφοροποιούμενος, με μακρές ατραπούς συν-δηλουμένων, παρα-δηλουμένων και αντι-δηλουμένων, ο Πρέσφιλντ καταλήγει σε ένα συναρπαστικό αφήγημα. Συνολικά δικαιώνει τον Αλκιβιάδη και τον παρουσιάζει μέσω του κύριου αφηγητή ως έναν άνθρωπο-επιτομή των χαρακτηριστικών της Αθήνας, αλλά σε υπέρτερο βαθμό. Οπως οι Αθηναίοι υπερείχαν ποιοτικώς όλων των άλλων Ελλήνων και είχαν επίγνωση αυτής της υπεροχής (βλ. τον «Επιτάφιο του Περικλή» στο B΄ του Θουκυδίδη και τον «Πανηγυρικό» του Ισοκράτη) με αποτέλεσμα να είναι αλαζόνες, πολυπράγμονες και τυχοδιωκτικοί, έτσι και ο Αλκιβιάδης με τόσα προσόντα (όμορφος, πλούσιος, αριστοκράτης, ολυμπιονίκης, σωκρατικός μαθητής) απέκτησε τεράστια δημοτικότητα, αλλά με τη μόνιμη αστάθειά του τελικά αυτοπαγιδεύτηκε εξαιτίας του φθόνου των συμπολιτών του και του μίσους των Σπαρτιατών για τις παλινωδίες του.

Ισως, χωρίς να το έχει λάβει υπ’ όψιν του, ταυτίζεται με την άποψη που βάζει ο Αριστοφάνης στο στόμα του Αισχύλου για τον Αλκιβιάδη στον «αγώνα» των «Βατράχων». Οταν ο ποιητικός κριτής Διόνυσος του ζητεί τη γνώμη του για τον Αλκιβιάδη, ο Αισχύλος του απαντάει με σαφή υπαινικτικότητα: «Εγώ λέω να μην αφήσει κανείς να μεγαλώσει στην αυλή του λιονταράκι. Αν όμως αμελήσει και ο σκύμνος γίνει λιοντάρι, πρέπει να πάει με τα νερά του» – γιατί αλλιώς κινδυνεύει να τον φάει. Αντίθετα, η άποψη του Ευριπίδη είναι, περιέργως, εντελώς προβλέψιμη, ότι δηλαδή ο Αλκιβιάδης ήταν ταχύς στο κακό και βραδύς στο καλό.

Το έργο διαρθρωμένο σε εννέα βιβλία και, συνολικά, 53 κεφάλαια, αποκορυφώνεται ποιοτικά στο τέταρτο βιβλίο με θέμα τη Σικελική εκστρατεία. Δείχνει το αντιπεπονθός: δράσαντι και παθείν οφείλεται. H πανωλεθρία της πρωτοφανούς εκστρατείας, την οποία ουσιαστικά είχε προκαλέσει ο μεγαλομανής Αλκιβιάδης, στάθηκε η αρχή του τέλους και για την Αθήνα, μαζί με ολόκληρη τη Συμμαχία της Δήλου, και για τον ίδιο τον Αλκιβιάδη. Ηταν λάθος του Αλκιβιάδη να επιτύχει την απόφαση της μοιραίας εκστρατείας από την Εκκλησία του Δήμου με ρητορική δεινότητα και απατηλή επίκληση της τελευταίας της παραγράφου του Ορκου των Εφήβων, ότι δηλαδή «Μάρτυρές μου οι θεοί, οι όροι -τα χωράφια- και τα προϊόντα της Αττικής» σημαίνει δήθεν ότι ως έφηβοι είχαν ορκιστεί να θεωρούν ως όρια της Αττικής όσες χώρες παράγουν τα ίδια με τα δικά της προϊόντα, άρα και τη Σικελία. Ευτυχώς δεν είχε ακόμη ανακαλυφθεί η Αμερική, αλλιώς θα κινδύνευε η Καλιφόρνια. Ηταν, όμως, και λάθος της Αθήνας να οργανώσει, μέσω των ολιγαρχικών την καθαίρεση του Αλκιβιάδη μετά την αναχώρηση του στόλου. Ηταν λάθος επίσης του Αλκιβιάδη να δραπετεύσει και μάλιστα να καταφύγει στη Σπάρτη για εκδίκηση. Τέλος, ήταν λάθος των Σπαρτιατών να τον δεχθούν και μάλιστα ως στρατιωτικό εμπειρογνώμονα. «Ενός κακού ηγουμένου μύρια έπονται».

Αυτό είναι ένα πραγματικό εντρύφημα. Για τους ρέκτες του είδους αναρωτιέται όμως κανείς εύλογα αν μπορούσε να παρουσιάσει τόσο ενδιαφέρον ένα βιβλίο με θέμα τη δολοφονία του Τρότσκι στο Μεξικό αφηγημένη από τον υπηρέτη του.

(1) O Ανδρέας Παναγόπουλος είναι καθηγητής της Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών.