ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

O Μπέκετ και ο χρόνος – μια μέρα, μια ζωή

«Μη χάσεις την Κοκκίνου!» ακούς συχνά τελευταία. Για την Αννα Κοκκίνου λένε, που έχει ανεβάσει στη «Σφενδόνη» στου Μακρυγιάννη, το «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ. Υποδύεται δηλαδή την κλασική εκείνη ηρωίδα του, την πιο γνωστή απ’ όλες του ίσως, την Ουίνι, που το μεγαλύτερο μέρος του σώματός της είναι θαμμένο σ’ ένα λόφο, πράγμα που καθόλου δεν την εμποδίζει να ασχολείται με του κόσμου τα ασήμαντα πράγματα και να φλυαρεί…

Αποκλειστικά δοσμένο φέτος το θέατρό της στον Μπέκετ, αφού στην αρχή της περιόδου οργάνωσε εκεί αφιέρωμα, παρουσιάζοντας σχεδόν όλα τα μικρά έργα του με τη συμμετοχή δεκάδων καλλιτεχνών, νέων κυρίως, πράγμα που είχε σημαντική απήχηση και στο κοινό.

– Ναι, ήρθε πολύς κόσμος στο θέατρο, και συνεργάτες καινούργιοι, κι αυτό μου έκανε καλό, έτσι που ήμουν λίγο απομονωμένη…

– Τι σας οδήγησε σ’ αυτή την πλησίστια προσέγγιση στον Μπέκετ;

– Πάντα με ήλκυε και πάντα περίμενα πότε θα έρθει η στιγμή να ασχοληθώ περισσότερο μ’ αυτόν το συγγραφέα. Τυχαία πριν από χρόνια έπεσαν στα χέρια μου τα μικρά του έργα στη μετάφραση του Νάσου Δετζώρτζη, αυτή τη μνημειώδη μετάφραση, την αξεπέραστη. Εμεινα κατάπληκτη, πράγμα που επιτάθηκε κι όταν τα διάβασα και στα αγγλικά. Αυτά τα μικρά κείμενά του είναι σαν την ελιά: μικρός καρπός αλλά όλος ουσία, συμπύκνωση του μπεκετικού σύμπαντος και ύφους.

– Αργήσατε ωστόσο να ασχοληθείτε.

– Ναι, αλλά τώρα έγινε καλά, με τον συνδυασμό αφιερώματος κι αυτής της παράστασης. Πρώτα είχα ανεβάσει το «Νανούρισμα», πριν από τρία χρόνια, στο τρίπτυχο Μπέκετ-Κοκτό-Ντίκινσον. Φέτος ξανάπαιξα το «Νανούρισμα» στο αφιέρωμα και τώρα παίζω το «Ευτυχισμένες μέρες», έργο που από μιας αρχής μ’ ενδιέφερε πάρα πολύ.

– Για ποιο λόγο;

– Είναι έργο πολύ κοντά στο σημερινό άνθρωπο, που αναγνωρίζει σ’ αυτό πολλά πράγματα της ζωής του. O χρόνος, λ.χ., η αντιμετώπιση του χρόνου. Τι κάνουμε όλη μέρα, πώς περνάμε το χρόνο μας, τι κάνουμε για να γεμίσουμε τον καιρό. Το ίδιο απασχολεί και την Ουίνι, πώς θα περάσει τη μέρα της. Οπου εύκολα βλέπει κανείς ότι μία μέρα μπορεί να είναι και μια ζωή ολόκληρη… Κι όλ’ αυτά που κάνει, η μανία να εφευρίσκει πράγματα για να μην καταλαβαίνει το χρόνο που περνά, για να μη μένει ούτε στιγμή κενού, στιγμή που να μην κάνει ή να λέει κάτι, όλ’ αυτά δεν είναι πολύ αναγνωρίσιμα πράγματα;

– Εχει πάρει άλλες διαστάσεις αυτό το έργο από το ’60 που γράφτηκε;

– Σήμερα μας αφορά περισσότερο και περισσότερον κόσμο. Τα θέματα που συνέλαβε αυτός ο μεγάλος συγγραφέας δεν είναι συγκεκριμένου χρόνου, είναι εποχής ολόκληρης. Και βλέπουμε ότι όσο προχωράει αυτή η εποχή, τόσο πιο φανερό γίνεται πόσο μας αφορούν τα έργα του. Εγώ πιστεύω ότι ο Μπέκετ ανήκει στο μέλλον.

– Εννοείτε ότι τα έργα του αναφέρονται στο «δυτικό τρόπο ζωής», που και πιο διαδεδομένος είναι σήμερα, και σ’ ένα κρεσέντο έχει φτάσει πια…

– Ναι, και γι’ αυτό σήμερα γίνεται πιο εύκολα κατανοητό το νόημα του έργου. Κι αυτό μου θυμίζει τον Μπαλζάκ. M’ ένα μικρό διήγημα για το σιδηρόδρομο που για πρώτη φορά διέσχιζε την Ευρώπη είχε προείδει αυτό που συνέβη στη σύγχρονη εποχή…

– Ποια ανάγκη σας οδήγησε στη συσκηνοθεσία με τη Μίρκα Γεμεντζάκη;

– Το έργο, όπως όλα του Μπέκετ, είναι σαν παρτιτούρα μουσικής. Και η Μίρκα έχει το προσόν όχι μόνο να μπορεί να διαβάζει ένα κείμενο ως παρτιτούρα, αλλά να γνωρίζει καλά και τη φυσιολογία του ηθοποιού. Πάντα καταφεύγω σ’ αυτήν. Δεν έχουμε κάνει όμως «σκηνοθεσία», γιατί αυτό το κείμενο είναι σκηνοθετημένο από το δημιουργό του. Δεν ένιωσα ανάγκη για κάτι άλλο.

Ετσι λοιπόν ο περιβόητος «λόφος» όπου είναι μισοθαμμένη η Ουίνι, και που έχει γίνει, σε διάφορες παραστάσεις, από μεγάλο κρινολίνο ώς σωρός σκουπιδιών, εδώ είναι και πάλι λόφος, ξερός όμως, πέτρα και χώμα, από τη σπουδαία Χλόη Ομπολένσκι. Φωτισμοί Σάκη Μανιάτη και στο ρόλο του Ουίνι ο νέος ηθοποιός Στέλιος Ιακωβίδης, «που δίνει διάσταση στο πρόσωπο αυτό, το οποίο συνήθως περνάει έτσι».

«Ετσι κι αλλιώς τέτοια κείμενα δεν εξαντλούνται ποτέ», καταλήγει η A. Κοκκίνου.