ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι εκτροπές και οι αποκαταστάσεις

Κώστας Βούλγαρης «O Καρτέσιος στην Τρίπολη».

Εκδόσεις «Πόλις», 2003, σελ. 106.

Το έργο αυτό του Κώστα Βούλγαρη, το οποίο μαζί με τα δύο προηγούμενα πεζογραφήματά του «Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο» (Γαβριηλίδης, 2001) και «Τα άλογα της Αρκαδίας» (Πόλις, 2002) ανήκει στον κύκλο «Το εμφύλιο σώμα», συνιστά, μεταξύ των άλλων, μια αποσπασματική κατάθεση μαρτυριών από κρίσιμες φάσεις του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821, σε συνδυασμό με σαφώς επινοημένα επεισόδια από τη ζωή μιας υποψιασμένης αλλοδαπής, της Αννας Ντεγιάνοβα. H ακαταπόνητη, φιλοπερίεργη αυτή Βουλγάρα, που σπούδασε Μεσαιωνική Φιλολογία στη χώρα της, ζει κι εργάζεται τα τελευταία τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα ως μέλος ενός συνεργείου συντήρησης των ιστορικών μνημείων του κέντρου της πρωτεύουσας. Είναι η αναγκαία, στοιχειώδης αφηγηματική μονάδα, που αναλαμβάνει το μεγάλο βάρος της κατ’ οικονομίαν προώθησης του πρωταρχικού σχεδίου και των παρεπομένων ενδοδιηγητικών παραλλαγών.

Θα επιστρατευτεί βεβαίως και ο πρώτος υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο ιστοριογράφος Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, ο οποίος θα θεωρηθεί εκ προοιμίου αποτελεσματικότερος, αυθεντικότερος και αντικειμενικότερος των υπολοίπων συναγωνιστών του, όταν κάποια στιγμή υπεδύθησαν και αυτοί τους ιστορικούς της Επανάστασης. Εν ολίγοις ο «Καρτέσιος στην Τρίπολη», με όλες αυτές τις παλινοδρομήσεις των θεματολογικών αφορμών, αποτελεί περισσότερο απόπειρα αναστοχαστικής διερεύνησης ιδεολογημάτων και συνθηκών ρήξης, που επέδρασαν λίγο πολύ στη χάραξη και περαιτέρω διαμόρφωση της νεότερης ταυτότητάς μας, παρά μια συμβατική εξιστόρηση ενδιαφερόντων βίων. Χωρίς να αποκρύπτεται η καθαρά δοκιμιακή πρόθεση, η επιμελής αποτύπωση των δρώμενων προσεταιρίζεται με άνεση μυθοπλαστικές προοπτικές και λύσεις, προσφεύγοντας κατά κόρον στην παλαιά τεχνική της παρατακτικής δομής του ψηφιδωτού – σπαράγματος. Κατά τα άλλα, ο «Δωδεκάλογος του γύφτου» του Παλαμά, η «Μήτηρ Θεού» του Σικελιανού, το «Μυθιστόρημα» του Σεφέρη, ο «Επιτάφιος» του Ρίτσου, το «Αξιον εστί» του Ελύτη και η «Οκτάνα» του Εμπειρίκου, αυτά τα «διάσημα και πολυποίκιλα υποκατάστατα του Εθνικού Υμνου» τεκμαίρονται συλλήβδην ως προϊόντα «ρομαντικών αφηγήσεων υψηλής ρητορικής δεινότητας, χαρακτηριστικής πολιτικής αφέλειας και υστεροβουλίας» (βλ. σελ. 28). O Μακρυγιάννης απομονώνεται στο βάθρο του, ενώ το φιλολογικό έργο του Σεφέρη που τον αφορά, σε συνδυασμό με όσα κατά καιρό ανέπτυξε ο νομπελίστας για τον Θεόφιλο, κατακρίνονται ευθέως ως «ρομαντική υπέρβαση και εν ταυτώ κατάργηση της πολιτικής» (βλ. σελ. 27). Από την άποψη αυτή ο «Καρτέσιος στην Τρίπολη» είναι έργο πολεμικής.

Ο Κώστας Βούλγαρης, δρώντας κυρίως ως φυσιοδίφης, προωθεί συνειδητά μια ευέλικτη, συχνά διεξοδική αποδελτίωση παθών, η οποία μέσα από τις υφολογικές περιελίξεις, τις αλλεπάλληλες προβολές απολιθωμάτων της καθαρεύουσας και τις αποκαθηλώσεις αντιπροσωπευτικών εθνικών ειδώλων είναι σε θέση να παραγάγει ιδίωμα. Οι αρχές του Διαφωτισμού, το φάσμα του Καρτέσιου και τα συναφή δυτικοευρωπαϊκά κινήματα σκέψης δρουν παραπληρωματικά, ενώ προς το τέλος του βιβλίου το ενδεχόμενο της διεύρυνσης του διακειμενικού αυτού πειράματος φαίνεται να είναι ανοικτό: οι εμβληματικές μορφές του Κοραή και του Καποδίστρια είναι έτοιμες να πάρουν και αυτές μέρος στο παιχνίδι. Στον βαθμό που η συγγραφική δεοντολογία θα περιφρουρήσει την (όποια) ιστορική αλήθεια, θα επιβεβαιωθεί ασφαλώς η επιτυχία του όλου εγχειρήματος.