ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αντηχησεις

Στο Μουσείο Βαν Γκογκ, στο Αμστερνταμ, οι επισκέπτες μιμούνταν το εκκλησίασμα. Περπατούσαν όλοι μαζί στα νύχια των ποδιών, ξεσήκωναν διακριτικό σούσουρο και σήκωναν το κεφάλι μόνο μπροστά στα έργα – στα «εικονίσματα». Αφιέρωναν σε κάθε ζωγραφιά το χρόνο που επιτρέπει το πλήθος όταν σε σέρνει, όταν σε κάνει σταφύλι στο τσαμπί του.

Είδαμε την έκθεση πιο «αναρχικά»: τρυπώναμε μπροστά, δεν ασχολούμασταν με όλα τα έργα και παρ’ ότι είμαστε άνθρωποι της ουράς και της υπομονής, εισπράξαμε μερικά όχι και τόσο κολακευτικά σχόλια για τη συμπεριφορά μας που εναντιώνεται στο savoir vivre των μουσείων. Καθήσαμε παράμερα μέχρι να αραιώσει λίγο η κίνηση – πράγμα μάλλον ουτοπικό, χειμωνιάτικα, με βροχή, σ’ ένα από τα ωραιότερα μουσεία της πόλης. Παρατηρούσαμε τα πλήθη των ευλαβικών πιστών – οι περισσότεροι με τα ακουστικά στ’ αυτιά να μεταδίδουν ηχογραφημένες πληροφορίες για την τέχνη. Ηταν σοβαροί, όσο σοβαρός πρέπει να είναι κανείς όταν βλέπει μεγάλη τέχνη. Μερικοί ήταν τόσο ευσυνείδητοι, ώστε πρώτα διάβαζαν τις πληροφορίες και μετά κοιτούσαν το έργο, υπό το πρίσμα της πληροφορίας. Αναρωτιόσουν αν έβλεπαν στη σύνθεση, στις υφές, στο χρώμα την ενσάρκωση των απόψεων του επιμελητή ή κατάφερναν να δουν τελικά με τα δικά τους μάτια.

Με τα δικά τους μάτια: η πολιτιστική βιομηχανία κατάφερε τελικά να μας μετατρέψει σε ευλαβικούς οπαδούς των μουσείων κοινής αποδοχής. Οι θεατές μπορούν να περιπλανηθούν στα δωμάτια ανακουφισμένοι: εδώ θα δουν έργα κοινής συναίνεσης, τα οποία είναι σημαντικά (εξίσου, όλα) και τα οποία φιλοτεχνήθηκαν από μια αυθεντία. O καλλιτέχνης είναι νεκρός, άρα έχει συγχωρεθεί. Προέβη ασφαλώς σε ακρότητες, έκοψε το αυτί του, πήρε ναρκωτικά, η ψυχική του υγεία ήταν ιδιαίτερα εύθραυστη. Αλλά πάνε τώρα αυτά. Καμιά κίτρινη φυλλάδα δεν θα μιλήσει για τη ζωή του, οι βιογραφικές αναφορές γίνονται στο εξής εγκυκλοπαιδικά ή με όρους παραμυθιού. «Θείος Βίνσεντ» αναφέρεται ο Βαν Γκογκ σ’ ένα από τα παιδικά παραμύθια του art shop.

Το ζήτημα της κοινής αποδοχής ισχύει και στη διασκέδαση: πήγαμε να δούμε την «Αβάσταχτη γοητεία» των αδερφών Κοέν, μια ωραία και εκ των έσω ανατροπή των ρομανικών κομεντί με την Κάθριν Ζέτα Τζόουνς και τον Τζορτζ Κλούνει. Ακριβώς λόγω των πρωταγωνιστών ο κινηματογράφος είχε γεμίσει από κοινό που βλέπει σταθερά ταινίες κοινής αποδοχής και αρνείται την παραμικρή ανατροπή των στερεοτύπων. Στο τέλος της ταινίας οι περισσότεροι ήταν σοκαρισμένοι («καλά που δεν επιμείναμε να έρθει κι ο μπαμπάς» ή «τι ήθελε να μας πει ο ποιητής;») επειδή η λάμψη που υπόσχονταν οι δύο πρωταγωνιστές, παρά το happy end, δεν κατέληξε στο αναμάσημα χολιγουντιανής τροφής. Υπήρχε σαρκασμός, άρα υπήρχε χάσμα. Κι αυτό δημιουργούσε εκνευρισμό και βαθιά αμηχανία. H κοινή συναίνεση, τόσο στο θέαμα όσο και στις πλέον ερμητικές μορφές τέχνης, είναι επίκαιρη. Αν μη τι άλλο θυμίζει τις επικείμενες εκλογές, τον πολιτικό πολιτισμό, που είναι τόσο της μόδας. Την πεποίθηση για έναν αγώνα που ονομάστηκε «υπέροχος», «όμορφος», «ειρηνικός», ώστε να κρύψει πίσω από τους ευχάριστους χαρακτηρισμούς τον διπολισμό «κοινής συναίνεσης».

Οι λίστες των προσώπων της χρονιάς και των καλύτερων ταινιών στα περιοδικά εξυπηρετούν την ψευδαίσθηση ότι η τέχνη είναι point system, κάτι σαν βουλευτικές εκλογές. Φαντάζεστε αρχιτεκτονική κοινής συναίνεσης; Βιβλία που θα διαβάζονται απ’ όλους; Μια ακριβοδίκαιη μοιρασιά ενδιαφέροντος στα έργα τέχνης; Κυρίως: καλλιτέχνες που θα ενδιαφερθούν σοβαρά για την κοινή αποδοχή και σκόπιμα θα την αναζητήσουν, όπως κάνουν οι εν περιοδεία πολιτικοί μας;

Νιώθουμε εξαπατημένοι από την πολιτική και ίσως πιστεύουμε ότι το φάρμακο είναι κοινό για όλα: κάποιος, κάτι να μας κάνει να αισθανθούμε καλύτερα. Να μας πείσει ότι ξέρει τι είναι αυτό που μας συμβαίνει και να μας δείξει πώς μπορεί να αλλάξει. Στη συγχρονία είναι αδύνατον να επιτευχθεί αυτό. H συγχρονία είναι θολή και αξεδιάλυτη όπως η ζωή μας. H μόνη λύση για όσους επιμένουν στις λύσεις είναι η επίσκεψη στα μουσεία καλλιτεχνών που έχουν πεθάνει.