ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

H ιδεοληπτική εμμονή θα οδηγήσει ένα αρκαδικό χωριό των αρχών του 20ού αιώνα να αγιοποιήσει ένα ανυπεράσπιστο ορφανό, το οποίο προσπαθεί να σώσει τη ζωή του από τους θανατηφόρους ξυλοδαρμούς ημιπαράφρονος κηδεμόνα. Από τη στιγμή που η συλλογική ψευδαίσθηση θα ριζώσει στις καρδιές των χωριανών, κάθε λόγος και πράξη του ανυποψίαστου μικρού θα ερμηνεύεται μέσα από το παραμορφωτικό πρίσμα της ακλόνητής τους πίστης. Ογδόντα χρόνια αργότερα, ένα τεράστιο μοναστηριακό συγκρότημα θα δεσπόζει στην περιοχή, ενώ θα κυκλοφορούν παράλληλα εκατοντάδες ιστορίες για τη θαυματουργή δράση του ελεήμονος αγίου. Τρίτο μυθιστόρημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου, η «Αγιογραφία» εισάγει μια νέα θεματική στην πεζογραφία του σαραντάχρονου συγγραφέα, καθώς τα προηγούμενα έργα του «O Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν» (1998) και «Το γονίδιο της αμφιβολίας» (1999) ως επί το πλείστον σχετίζονταν με το μελλοντολογικό είδος της επιστημονικής φαντασίας. Πίσω από τον μύθο της «Αγιογραφίας» (Πόλις, σ.σ. 330) βρίσκουμε τα παλαιότατα θρησκευτικά δρώμενα των «Αγίων Θεοφαγίων». Οπως συμβαίνει με τον τεμαχισμένο Διόνυσο ή τον εσταυρωμένο Χριστό, σε κάποια στιγμή απώλειας φρενών οι πιστοί λιντσάρουν τον Αγιο προστάτη. Το μένος που τους προκαλεί η σπάνιά τους επαφή με την αποτρόπαια κοινωνική πραγματικότητα που έχουν δημιουργήσει, δεν θα διαρκέσει ωστόσο παρά ελάχιστα. Θωρακιζόμενοι πίσω από ένα καινούργιο ομαδικό ένστικτο κοινωνικής αυτοσυντήρησης, θα επιρρίψουν τη φονική πράξη σε αφελή συμπαραστάτη του θύματος που ως αποδιοπομπαίος τράγος θα αναλάβει το βάρος του αμαρτήματος διά βίου. Και ο θρησκειολογικής εμπνεύσεως αυτός μύθος θα ρίξει, στην ιστορία του Παναγωτόπουλου, παραφυάδες μέχρι και την εμφυλιακή Αριστερά και το πολιτικό της μαρτυρολόγιο με προεξάρχοντα τον Αρη Βελουχιώτη και την προδοτική στάση των συντρόφων-συμπολεμιστών του.

Οπως σε όλα του τα μυθιστορήματα, ο Παναγιωτόπουλος διαθέτει μιαν εντυπωσιακής ευλυγισίας αφηγηματική φράση με την οποία εξιστορεί τις περιπέτειες του «αγίου» του. Απολαμβάνουμε τον ανετότατο βηματισμό της σε συνδυασμό προς τον απόλυτο έλεγχο του τόνου, την εκφραστική απόδοση ποικίλων αποχρώσεων του τόνου αυτού μαζί μια ευτυχισμένη μείξη καθαρεύουσας και δημοτικής. Λόγιος λόγος και προφορικός συνδυάζονται καθώς ο σκελετός της δημοτικής σύνταξης μπολιάζεται με λέξεις και τύπους άρτιους ή παραφθαρμένους της καθαρεύουσας. Είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας υποβάλλει το πέρασμα του χρόνου μέσα από τα σημάδια που έχει αφήσει στο σώμα του γραπτού κειμένου η ελληνική περιπέτεια της γλωσσας. H φράση του Παναγιωτόπουλου συνδυάζει ακόμα την απλοϊκότητα με την υποδόρια ειρωνεία, την αίσθηση της ματαιότητας με τη διεκδίκηση, έστω και στο παρά πέντε, της δικαιοσύνης, την ασθμαίνουσα εξιστόρηση με τη χαριτωμένη ομολογία απάτης. Συχνά από το βάθος της σημερινής αφήγησης ανιχνεύουμε μιαν αγωνία όμοια με εκείνη που διακρίνεται στη φωνή του επιστολογράφου στο «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου όταν, καταφεύγοντας σε απίστευτες λεπτομέρειες, ο κατηγορούμενος ήρωας ματαίως προσπαθεί να αποδείξει συμβάντα για τα οποία δεν υφίσταται παρά μόνον η δική του μαρτυρία. Μίλησα για την ποικιλία αποχρώσεων στη φράση του έργου. Θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να τονίσω ότι όπως ακριβώς και στα προηγούμενα κείμενα, από τις σελίδες της «Αγιογραφίας» εκπέμπεται ποικιλόχρωος μεν, ένας όμως μόνον τόνος. Τα κείμενα του Παναγιωτόπουλου είναι ως επί το πλείστον μονοφωνικά. Γι’ αυτό, παρ’ ότι ο συγγραφέας τους τα επιγράφει μυθιστορήματα, περισσότερο θα τους ταίριαζε ο χαρακτηρισμός της εκτενούς νουβέλας από την οποία εξ ορισμού απουσιάζουν οι αναγκαίες διαπλοκές των περιπετειών, οι διασταυρώσεις των φωνών και οι συναντήσεις των χρόνων.

Οπως στα προηγούμενα, και στην «Αγιογραφία» έχω να προβάλω την υποψία κάποιας ένστασης: Βρίσκω ελαφρώς ενοχλητική και εδώ την προφάνεια της υπόθεσης εργασίας πάνω στην οποία στηρίχθηκε το έργο. Με την επιπρόσθετη αντίρρηση ότι στο σημερινό βιβλίο η υπόθεση αυτή παρατίθεται ανοικτά και στο οπισθόφυλλο. Το σχόλιο ότι το πεζογράφημα αποτελεί «μια αλληγορία για τη δύναμη της πίστης, που πολύ συχνά δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μαζική ψύχωση», μοιάζει έτσι με την παλαιά σχολική προσέγγιση της ώρας των Νέων Ελληνικών: «Εδώ ο συγγραφέας θέλει να μας πει…». Βρίσκω όχι ευκαταφρόνητη την αρετή ότι με πολύ μεγάλη επιμέλεια ο Νίκος Παναγιωτόπουλος προσπαθεί να μετρήσει τις δυνάμεις του έτσι ώστε να αποδώσει στην εντέλεια όσα σχεδιάζει. Κι ωστόσο, μένω παράλληλα και με την αίσθηση κάποιας απογοήτευσης: Διότι με την επιμέλειά του αυτή ο συγγραφέας δείχνει να αρνείται να ανοιχτεί προς τις απροσδιόριστα σκοτεινές περιοχές που αναγκαστικά περικλείουν τα έργα τέχνης. Καλώς ή κακώς, τη μεγάλη ωφέλεια κερδίζει όποιος τολμά και το μεγάλο ρίσκο.