ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μικρά τοπία καλοκαιρινά του Γ. Ζιάκα

Του Βασίλη Αγγελικόπουλου

Μόνο οι γνώστες ξέρουν τη ζωγραφική ποιότητα του Γιώργου Ζιάκα. Εμείς, οι πολλοί άλλοι, τον ξέρουμε ως έναν από τους κορυφαίους σκηνογράφους και ενδυματολόγους του θεάτρου και του κινηματογράφου μας, με δεκάδες έργα στο ενεργητικό του επί μία 35ετία ήδη. Τον ξέρουμε ως καθηγητή Σκηνογραφίας στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, τον ξέρουμε ως συνιδρυτή του ιστορικού «Θεσσαλικού Θεάτρου», νυν ΔΗΠΕΘΕ της Λάρισας, στο οποίο διετέλεσε τα τελευταία χρόνια καλλιτεχνικός διευθυντής -κι απ’ όπου εκπαραθυρώθηκε πρόσφατα ύστερα από φιλότιμες προσπάθειες πρώην τηλεοπτικής στάρλετ, την οποία ο δήμαρχος Λαρίσης έχρισε εδώ κι ένα χρόνο ηγέτιδα του «Θεσσαλικού»… H ζωγραφική ποιότητα των μακετών του Ζιάκα για σκηνικά και, ιδίως, κοστούμια έδωσε υλικό για αρκετές εκθέσεις του μέχρι σήμερα. Αλλά τώρα ο ζωγράφος Γιώργος Ζιάκας, που τον είχε παραγκωνίσει ο σκηνογράφος εαυτός του, επανεμφανίζεται στο προσκήνιο με μια σειρά νέων έργων, τα οποία εκθέτει από την ερχόμενη Τετάρτη στην γκαλερί «Αστρα» (Καρυατίδων 8, Ακρόπολη) με γενικό τίτλο «Μικρά καλοκαιρινά τοπία».

– Ζωγράφιζα πολύ στην αρχή, κι είχα κάνει και μερικές εκθέσεις πριν αφοσιωθώ στη σκηνογραφία. H ζωγραφική έμενε πάντα ο καημός μου, γι’ αυτό και οι μακέτες των κοστουμιών που έκανα ήταν ζωγραφική περισσότερο. Οπως λ.χ. στα κοστούμια του «Μεγαλέξανδρου», της ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που τα δουλεύαμε δύο χρόνια πριν αρχίσει το γύρισμα. Θυμάμαι μάλιστα τον δάσκαλό μου, τον Γιάννη Μόραλη, που είχε έρθει στην έκθεση των κοστουμιών του «Μεγαλέξανδρου» και μου λέει μια στιγμή: «Γιατί, βρε άτιμε, δεν ζωγραφίζεις;». Σταμάτησε λίγο και πρόσθεσε: «Αλλά τώρα τι λέω. Κι αυτά ζωγραφική είναι…». Είναι λοιπόν η εκπλήρωση μιας μεγάλης επιθυμίας μου αυτή αυτά τα έργα τώρα? αλλά είναι και το θέμα τους που αγαπώ πολύ…

Καμένα σταροχώραφα

– Το οποίο είναι;

– Μικρά καλοκαιρινά τοπία, όπως το λέει ο τίτλος. Καμένα σταροχώραφα. Οπως τα βλέπεις τον Αύγουστο στον κάμπο της Λάρισας, που βάζουν οι αγρότες φωτιά στα καλάμια των σταχιών. Μου αρέσουν αυτές οι μαύρες ρίγες που αφήνει πίσω της η φωτιά στα χωράφια και η μυρουδιά που αφήνει το άχυρο. Με μαγεύουν. Από παιδί με μάγευαν, όταν έβλεπα τις φλόγες να προχωράνε στα χωράφια, στους λόφους γύρω από τη Λάρισα…

– Πώς αποφασίσατε να επιστρέψετε στη ζωγραφική;

– Το περασμένο καλοκαίρι μου γεννήθηκε ξαφνικά η επιθυμία να κάνω αυτά τα τοπία. Είναι συνολικά 48, μικρού μεγέθους – γι’ αυτό λέω «μικρά τοπία».

– Και όλα με κυρίαρχο το καμένο, το μαύρο. Να αναζητήσουμε «ψυχολογικές» ερμηνείες;

– Οχι, γιατί; Εγώ είμαι αισιόδοξος άνθρωπος. Δεν γκρινιάζω εύκολα και δέχομαι τα πράγματα όπως είναι. Μεγαλώνοντας είδα ότι όλα γίνονται, αρκεί να υπάρχει υγεία. Τα τοπία αυτά έχουν το καμένο, το μαύρο, αλλά δεν νομίζω ότι αποπνέουν μελαγχολία. Βγαίνει από αυτά πιο πολύ η μυρωδιά του καμένου σταχιού και η δύναμη της γης, που είναι κάτι αισιόδοξο. Ασε που εγώ το μαύρο δεν το βρίσκω καταθλιπτικό ως χρώμα. Εχω κάνει μάλιστα και κωμωδία με μόνο μαύρα κοστούμια! Τη «Σαμία» του Μενάνδρου, στον ΘΟΚ, σε σκηνοθεσία Εύη Γαβριηλίδη. Μεγάλη επιτυχία.

– Αυτή η έκθεση σημαίνει ότι στο εξής θα ασχοληθείτε περισσότερο με τη ζωγραφική;

– Αν είναι δυνατόν και μόνιμα πια. Και στο θέατρο, να κάνω μερικές παραστάσεις με δυο τρεις ανθρώπους που μου αρέσει να δουλεύω. Εχω κάνει πολλά πράγματα πια στο θέατρο – και νομίζω και καλά πράγματα. Ιδίως στην τραγωδία. Με τις «Ικέτιδες» του Χαραλάμπους το 1978, λ.χ., νομίζω ότι έκανα μια πρόταση που άλλαξε την αισθητική στο ανέβασμα της τραγωδίας.

Ψάχνω χορηγό!

– Τόσες παραστάσεις, 35 χρόνια τώρα, γιατί δεν έχετε εκδώσει έναν τόμο με το έργο σας;

– Θα το ήθελα πολύ κι έχω μάλιστα οργανωμένο, έτοιμο, όλο το υλικό, αλλά αυτά τα πράγματα κοστίζουν – έχετε μήπως πρόσβαση στον «Αδάμ»; Ψάχνω χορηγό! (Γέλια). Δεν βαριέσαι, θα το κάνουν μετά θάνατον. Γιατί είμαι καλός σκηνογράφος. Γεννήθηκα για να γίνω σκηνογράφος.

– Το σκηνικό ή το κοστούμι είναι πιο κοντά στην ψυχή σας;

– Το θέατρο ολόκληρο είναι πιο κοντά στην ψυχή μου. Αγαπώ την ψευδαίσθηση, το εφήμερο που υπάρχει σ’ αυτήν την τέχνη. M’ αρέσει και το συλλογικό που υπάρχει εκεί, αυτό που δεν θα έβρισκα στη ζωγραφική, γιατί θα κλεινόμουν μόνος σ’ ένα ατελιέ. Γι’ αυτό επέλεξα στο Γ΄ έτος της ΑΣΚΤ τη σκηνογραφία. Είχα δάσκαλο εκεί τον σπουδαίο Βασίλη Βασιλειάδη.

– Τον οποίο και διαδεχτήκατε στην έδρα του. Με τι αρχίσατε στη σκηνογραφία;

– Το 1969, στο Πειραματικό της Μαριέτας Ριάλδη, με το έργο του Κώστα Μίχου «Ο διάδρομος», σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου. Κι έκτοτε συνέχεια… Με πολλή δουλειά, την πρώτη περίοδο, και στο «Θεσσαλικό», που το φτιάξαμε το ’75 με τη Βαγενά και τον Τσιάνο. Λαρισαίοι όλοι, γνωριζόμαστε από παιδιά.

Στο «Θεσσαλικό»

– Στο «Θεσσαλικό» υπήρξατε και διευθυντής τα τελευταία χρόνια. H εμπειρία σας;

– Εγώ δεν την μπορώ τη διοίκηση. Αλλά το Θέατρο το είχα οργανωμένο και δούλευε ρολόι. Κι αυτά που βγαίνει και λέει τώρα αυτή η κυρία, ότι τα σκηνικά και κοστούμια δεν γίνονταν στη Λάρισα, είναι ψευδέστατα. Μόνο του πρώτου έργου έγιναν στην Αθήνα. Ψέματα είναι και ότι δεν ερχόταν κόσμος στο θέατρο. Η «Αννα Φρανκ» παίχτηκε δύο χρόνια με φουλ το θέατρο και ο «Γλάρος» επίσης. Μόνος σκοπός μου στο Θεσσαλικό ήταν να κάνω καλές παραστάσεις – και αυτό νομίζω το κατάφερα. Δεν λέω ότι η ποιότητα αυτού του ιστορικού θεάτρου ανέβηκε επί των ημερών μου, αλλά κρατήθηκε σ’ ένα πάρα πολύ καλό επίπεδο.

– Γιατί δημιουργήθηκε όλη αυτή η κατάσταση που οδήγησε στην παραίτησή σας;

– Γιατί μετά τις δημοτικές εκλογές, ο δήμαρχος Λαρίσης κ. Τζανακούλης έβαλε αυτή τη γυναίκα, την άσχετη με το θέατρο, πρόεδρο του Δ.Σ. Βγήκε πρώτα δημοτική σύμβουλος, με την ισχύ του συζύγου της στην πόλη, και μετά της έδωσαν το «Θεσσαλικό». Και είχε την αξίωση να έχει λόγο και επί του καλλιτεχνικού έργου, πράγμα που είναι αρμοδιότητα του καλλιτεχνικού διευθυντή. Αλλαξαν και τη σύνθεση του Δ.Σ. και άρχισαν να με πατάνε και να δίνει εντολές η κυρία: «Αυτό αποκλείεται να γίνει, εκείνο κόβεται, δεν έχουμε λεφτά, το τρίτο θα γίνει έτσι…». Δεν επέτρεψε να ανεβάσουμε φέτος δεύτερο έργο κι έτσι, για πρώτη φορά στα χρονικά, οι παραστάσεις θα τελειώσουν Φεβρουάριο. Αλλά θα πάει μετά στη Λάρισα τη δική της παράσταση, που ανέβασε εδώ, στην Αθήνα…

Το πρόβλημα των ΔΗΠΕΘΕ

– Οι «δημαρχιακές παρεμβάσεις» είναι το μεγάλο πρόβλημα των ΔΗΠΕΘΕ γενικά;

– Το οικονομικό θα έβαζα πρώτα. Οι δήμοι δεν δίνουν σημαντικά ποσά και τα λεφτά του ΥΠΠΟ στην ουσία δεν δίνονται ποτέ – έτσι που δίνονται. Αλλά και το πρόβλημα των παρεμβάσεων είναι πολύ σοβαρό. Το Θεσσαλικό 30 χρόνια τώρα δεν το είχε. Μετείχαν στο Δ.Σ. άνθρωποι που βοηθούσαν το έργο του διευθυντή, δεν το υπονόμευαν. Αλλού βέβαια γινόταν το σώσε. Το τι τράβηξε ο Χαραλάμπους παλιά στην Καλαμάτα, ευτυχώς που ήταν ο Μπένος τότε εκεί… Και βλέπεις τι γίνεται τώρα στη Λάρισα, αλλά και στην Πάτρα, πώς αντιμετωπίζουν τον Θέμη Μουμουλίδη εκεί, που είναι από τους πιο επιτυχημένους διευθυντές στα ΔΗΠΕΘΕ!

– Εχει κάτι αλλάξει, γενικότερα, στο θέατρό μας τα τελευταία χρόνια;

– Πώς να μην έχει αλλάξει μ’ αυτή την τηλεοπτική αλλοτρίωση που μπήκε στο θέατρο. Σαν να χάθηκε ένα ήθος που υπήρχε παλιά στη δουλειά. Αυτή η νοοτροπία, να έχουμε στην παράσταση ηθοποιούς γνωστούς από την τηλεόραση, έχει περάσει παντού – ακόμα και στο Εθνικό!

– Αλήθεια, γιατί δεν συνεργάζεστε τα τελευταία χρόνια με το Εθνικό;

– Δεν αρέσω μάλλον στο διευθυντή του. Δεν ξέρω για ποιους λόγους -ή μάλλον ξέρω, αλλά δε βαριέσαι…

– Τι κάνετε αυτή την περίοδο στο θέατρο;

– Την «Ψευτοϋπηρέτρια» του Μαριβό, που ανεβάζει ο Βασίλης Παπαβασιλείου στο ΔΗΠΕΘΕ της Πάτρας, και με τον Δημήτρη Μαυρίκιο, στο Θέατρο Τέχνης, τα κοστούμια, για την «Αληθινή Δύση» του Σέπαρντ. Εκανα και τη «Φιλουμένα Μαρτουράνο» με τη Βαγενά.

Είμαστε μάγοι οι σκηνογράφοι στην Ελλάδα

– Πώς βλέπετε τα πράγματα στη σκηνογραφία ειδικότερα;

– Πολύ καλά. Εχουν βγει και πολλά παιδιά που κάνουν πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά. Δεν ισχύει αυτό που λένε κάποιοι ότι δεν βγήκαν νέοι που να πάρουν τη σκυτάλη από τη δική μας τη γενιά – του Φωτόπουλου, του Πάτσα, της Παπαντωνίου… Στην Ελλάδα είχαμε και έχουμε πολύ καλούς σκηνογράφους, διεθνούς επιπέδου. Ο Ελληνας σκηνογράφος μάλιστα είναι και ιδιαίτερα ευρηματικός, γιατί δουλεύει μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Αντιμετωπίζει συχνά έργα με σύνθετες σκηνογραφικές ανάγκες τα οποία ανεβαίνουν σε θέατρα που στην ουσία είναι ένα δωμάτιο – χωρίς παρασκήνια, σκάλα, υπόγεια, χωρίς τίποτα. Και πρέπει να κατεβάσει το κεφάλι του λύσεις. Είμαστε μάγοι οι σκηνογράφοι στην Ελλάδα. Κάνουμε πράγματα που είναι μαγικά.