ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

Μέρες πολλές τώρα μαίνεται ο εμφύλιος. Πού, σε ποια χαρακώματα ακριβώς; Μα στο γυάλινο μέτωπο, το μικροοθονικό, εκεί όπου συμβαίνουν τα πάντα, δηλαδή τα απεικάσματα των πάντων, τα ομοιώματά τους, κι εμείς τα καταναλώνουμε σαν να ‘ναι η πραγματικότητα στην αυθεντικότερη δυνατή εκδοχή της. Οχι, δεν λέω για τον πολιτικό εμφύλιο, τον διπλό μάλιστα, αφού αναπτύσσεται τόσο μεταξύ των κομμάτων όσο και στο εσωτερικό κάθε κόμματος, παρά τη φαινομενική γαλήνη. Λέω για τον εμφύλιο που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στους Βόρειους και τους Δυτικούς, και ο οποίος είναι αδυσώπητος, σύμφωνα τουλάχιστον με τους πολεμικούς ανταποκριτές και τους ειδικούς σχολιαστές που παρουσιάζουν τα ρεπορτάζ και τις εμβριθείς αναλύσεις τους στα μεσημεριάτικα «κουτσομπολευτήρια» της ιδιωτικής τηλεόρασης που παριστάνουν τον OHE. Βλέπουμε λοιπόν κι ακούμε εκεί «εκπροσώπους» ή «στρατηλάτες» των δύο παρατάξεων, της βόρειας και της δυτικής, και μαθαίνουμε έντρομοι πως ο καιρός της ειρήνης τελείωσε. Δεν λείπουν φυσικά και οι «ψιλοί οπλίτες», που χρησιμοποιούν σαν όπλο το τηλέφωνό τους και, ασκώντας κι αυτοί το «ιερό δικαίωμα της οργής» αλά Βύρωνα Πολύδωρα, ξεσπαθώνουν κατά παντός, αποσαφηνίζοντας τον όρο «συμμετοχική δημοκρατία» περισσότερο απ’ ό,τι ο κ. Γ. Παπανδρέου με τα λεγόμενά του.

Από την Ιστορία γνωρίζουμε βέβαια ότι το συνηθισμένο με τις εμφύλιες συρράξεις είναι να φέρνουν αντιμέτωπους τους Βόρειους με τους Νότιους – αν θυμηθούμε τον αμερικανικό εμφύλιο ή τις συγκρούσεις του Βιετνάμ και της Κορέας. Και στα δικά μας τα μέρη επίσης, και μάλιστα στην περιοχή των συμβόλων, ο πόλεμος (συνήθως φραστικός, ενίοτε όμως και υλικοσωματικός) διεξάγεται ανάμεσα στους Νότιους (του αθηναϊκού κέντρου) και τους Βόρειους, Μακεδόνες και Θράκες, με πεδίο μαχών τα γήπεδα και τα πέριξ αυτών? πρόδηλο είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρόβλημα δεν είναι απλώς ποδοσφαιρικό, αλλά επίσης πρόδηλο είναι ότι η «γλώσσα του ποδοσφαίρου» που αναλαμβάνει να το θίξει και να του δώσει δημόσια διάσταση, είναι η τελευταία που μπορεί να του προσφέρει νόημα. Τα πράγματα μάλιστα μπερδεύονται ακόμη περισσότερο όταν συγκρούονται μεταξύ τους οι Βόρειοι σε «αγώνα ζωής ή θανάτου» ή και σε απλό φιλικό. Τότε, διά των συνθημάτων τους, χωρίζονται σε καθαυτό Βόρειους και σε Ανατολικοβόρειους, οι οποίοι και ελεεινολογούνται σαν «τουρκόσποροι».

Η νέα γραμμή, λοιπόν, αυτή που υποτίθεται ότι τέμνει στα δύο την περιφέρεια πρωτευούσης, αν όχι ολόκληρο το λεκανοπέδιο της Αττικής, είναι ο Κηφισός, ένα ποτάμι που σέρνει μπάζα κι αυθαίρετα, αντί για «λιθάρια ριζιμιά και χρυσομηλιές στα μήλα φορτωμένες» που σέρνουν τα ποτάμια στα αθώα δημοτικά τραγούδια. Ενα τραγούδι, πάντως, στάθηκε εδώ η αφορμή του πολέμου, το «Gussi φόρεμα», γραμμένο από τον Φοίβο, ασυναγώνιστο κατασκευαστή σουξέ, και τραγουδισμένο από τον Γιώργο Μαζωνάκη, σε ρυθμό που «ξεπατικώνει απροκάλυπτα ένα αμερικανικό χιπ-χοπ κομμάτι», όπως αρμοδίως σημείωνε ο Γιάννης Κολοβός στο «K» τις 18ης Ιανουαρίου, σε ένα ωραίο κείμενό του για την «κοινωνιολογία ενός σουξέ». Τα στιχάκια, με μπόλικα σεξιστικά υπονοούμενα, από αυτά που βαραίνουν έτσι κι αλλιώς τα ποπ τραγουδάκια των τελευταίων ετών, επιχειρούν να ντύσουν με κάποια ταξικότητα τον πόθο ενός νεαρού από τις «Δυτικές Συνοικίες» (ένας «μετανεωτερικός» Νίκος Ξανθόπουλος, «γέννημα-θρέμμα Δυτικής Αττικής, έχουμε περηφάνια εδώ εμείς και λόγο τιμής») για ένα «κορίτσι-του-μπαμπά» από τα «Βόρεια Προάστια». Τι υποτίθεται ότι χωρίζει τους δύο; H μάρκα του αυτοκινήτου, η πισίνα, ο κατ’ οίκον μαγικιέρ και, βέβαια, το Gussi φόρεμα (για να αποδειχθεί εδώ ότι η ρηχή «κοινωνιολογία» των «Δέκα μικρών Μήτσων» δεν έμεινε χωρίς απογόνους). Και πώς θα αρθεί η ταξική ανισορροπία; Μα, όπως στο σινεμά, αλλά όχι ακριβώς όπως στο σινεμά: με το σεξ πια, σε επιθετική εκδοχή του, κι όχι με τον αφελή έρωτα, αφού ο κατά Φοίβον λαϊκός ανήρ αυτοπαρουσιάζεται σαν ο γνήσιος, ο μη εφθαρμένος αρσενικός, κάτι σαν τον προλετάριο «Μοντατόρε», τον πριαπικό ήρωα ημιπορνογραφικών ιταλικών κόμικς, δυο-τρεις δεκαετίες πίσω, που έπαιρνε την ταξική του εκδίκηση ερωτοτροπώντας με αριστοκράτισσες. Κατόπιν όλων αυτών, που δίνουν στο λαϊκισμό τη μουσικοστιχουργική του διάσταση, δεν ήταν καθόλου περίεργο που τα «Βόρεια Προάστια» δοκίμασαν να πάρουν το αίμα τους πίσω κατασκευάζοντας το δικό τους «αριστοκρατικό τραγουδάκι», για να σνομπάρουν τις «Δυτικές Συνοικίες». Οσοι «κεντρώοι», όσοι δεν μένουμε ούτε στις Δυτικές Συνοικίες ούτε στα Βόρεια Προάστια (χωρίς εισαγωγικά πια, γιατί πρόκειται για πραγματικές περιοχές που καμία σχέση δεν έχουν με τα τραγουδισμένα κίβδηλα ομοιώματά τους), μένουμε άθικτοι από τον άγαρμπο μανιχαϊσμό που επιχειρεί να δώσει υπόσταση στο ανυπόστατο. Κι ο μόνος λόγος για να εμπλακούμε είναι ο φόβος μην εμφανιστεί αυστηρό το φάντασμα του Σόλωνα και μας θυμίσει έναν από τους νόμους του, εκείνον που όριζε ότι όποιος μένει αδιάφορος και ουδέτερος όταν ξεσπούν εμφύλιες ταραχές, χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα. Τα τραγούδια, λοιπόν, το ξέρουμε αυτό, δεν είναι μόνο για να ενώνουν τον κόσμο αλλά και για να τον χωρίζουν – αλλά να τον χωρίζουν επί της ουσίας, επί του συγκεκριμένου. Και δεν αυθαιρετεί ο κινηματογράφος όταν παρουσιάζει παρέες να δηλώνουν την ταυτότητά τους ακριβώς μέσα από τα τραγούδια της πολιτικής τους επιλογής και να μάχονται η μία την άλλη με όπλο τους στίχους και τις νότες. Ας θυμηθούμε την «Καζαμπλάνκα», όπου οι αντίπαλοι των Γερμανών και οι φιλογερμανοί συγκρούονται τραγουδώντας, κι έπειτα τον «Θίασο», όπου και πάλι σαφέστατος διαμεσολαβητής της πολιτικής αντιπαράθεσης, ανάμεσα σε αριστερούς και ταγμασφαλίτες αυτή τη φορά, γίνεται το τραγούδι, σαν συμπυκνωτής αισθημάτων και ιδεών.

Τα αισθήματα και οι ιδέες δεν έπαψαν να χωρίζουν τους ανθρώπους, να τους κατανέμουν σε ομάδες, κόμματα, κατηγορίες, συχνά μάλιστα χωρίς να υπάρχει σχέση αιτίου και αιτιατού ανάμεσα στην κοινωνική κατάσταση του καθενός και τις ιδέες του. O διχασμός αυτός και η συνεπαγόμενη σύγκρουση αποτελεί τον κινητήριο μοχλό της ιστορίας, μιας ιστορίας που δεν πρόκειται να λήξει ποτέ, κι ας έσπευσαν ορισμένοι επιπόλαια φιλοσοφούντες να κηρύξουν το τέλος της. Αλλοι, με ανάλογη επιπολαιότητα ή απλώς με υστεροβουλία πολιτικολογούντες, κηρύσσουν τις διαχωριστικές γραμμές όχι απλώς ντεμοντέ αλλά ανύπαρκτες, κι ας υψώνονται στέρεες και ανυπέρβατες. Παραγράφοντας και αυτοί την πραγματικότητα ή στρεβλώνοντάς τη, μένοντας στη φλούδα και αρνούμενοι τον κόπο του βάθους, όπως ακριβώς οι σουξεδοποιοί, θεωρούν τη μεν κοινωνία πολτό, τους δε άνθρώπους όχι πολίτες πια ούτε πρόσωπα αλλά σκέτα κύτταρα, κονιορτοποιημένα μέσα σε αυτόν τον πολτό και αφομοιωμένα. Αλλά αν ζουν οι κοινωνίες, κι αν προκόβουν, το χρωστούν ακριβώς στους αμέτρητους και ασίγαστους μικρούς εμφυλίους τους.