ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η σημερινή Αμερική θυμίζει εποχή Μακάρθι

Στις 9 Φεβρουαρίου 1950 ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής του Ουινσκόνσιν Τζόζεφ Μακάρθι ανακοίνωνε ότι είχε στα χέρια του μια λίστα με 205 ονόματα κομμουνιστών οι οποίοι εργάζονταν στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Το περίφημο «κυνήγι των μαγισσών» είχε ξεκινήσει και θα επεκτεινόταν σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής της Αμερικής. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, συγγραφείς υποχρεώνονταν να καταθέσουν στην διαβόητη Επιτροπή Αντι-Αμερικανικών Ενεργειών του Κογκρέσου, με άλλα λόγια να γίνουν κοινοί χαφιέδες. Καριέρες καταστράφηκαν, οικογένειες διαλύθηκαν, συνειδήσεις σπιλώθηκαν, ενώ ακόμα και ζωές χάθηκαν: κάποιοι δεν άντεξαν στις απειλές και αυτοκτόνησαν.

Το 1953, ο Μακάρθι έφτασε στο σημείο να καταγγείλει ότι ο αμερικανικός στρατός ήταν γεμάτος κομμουνιστές. Ακόμα και για τους πιο συντηρητικούς Αμερικανούς είχε ξεπεράσει πλέον κάθε όριο: δεν μπορείς να «παίζεις» με το «Θείο Σαμ». Επιπλέον, όταν οι συνεδριάσεις των επιτροπών του άρχισαν το 1954 να μεταδίδονται τηλεοπτικά, η εικόνα του γερουσιαστή στο γυαλί απώθησε 80 εκατομμύρια περίπου Αμερικανούς. Η δημοτικότητά του έπεσε κατακόρυφα και η συντριβή δεν άργησε να έρθει: το 1957 πεθαίνει μόνος και ξεχασμένος από κίρρωση του ήπατος – συνέπεια της χρόνιας αδυναμίας του στο αλκοόλ.

Ο σεναριογράφος της τηλεόρασης και του κινηματογράφου Ουόλτερ Μπερνστίν, συνεργάτης του Ηλία Καζάν και του Σίντνεϊ Λιούμετ, ήταν ένας από αυτούς που σχεδόν αμέσως συμπεριελήφθη στη «μαύρη λίστα». Εμεινε άνεργος, αναγκάστηκε να χρησιμοποιεί τις λεγόμενες «βιτρίνες» (ονόματα άλλων δηλαδή) για να πουλάει τα σενάριά του και να μπορεί να επιβιώσει, δέχθηκε ασφυκτικές πιέσεις να κατονομάσει συνεργάτες, φίλους και γνωστούς, αντιστάθηκε και τελικά χρειάστηκε να περιμένει σχεδόν δέκα χρόνια για να δει και πάλι το όνομά του τυπωμένο στο σενάριο μιας κινηματογραφικής ταινίας.

Τον δεκαετή αυτόν εφιάλτη κατέγραψε στο εξαιρετικό «Μνήμες από τη μαύρη λίστα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» σε μετάφραση Ιωάννας Καρατζαφέρη. Ο Μπερνστίν μίλησε στην «Κ» για την Αμερική του Μακάρθι αλλά και του Μπους. «Αν με ρωτούσατε πριν από μερικά χρόνια αν η εποχή του Μακάρθι μου φαίνεται μακρινή, θα σας έλεγα, ναι. Σήμερα όμως, με όλα όσα συμβαίνουν στην Αμερική, θα πρέπει να πω όχι, δεν μου φαίνεται και τόσο μακρινή».

Ηδη από τη δεκαετία του ’30 ξεκίνησαν οι δεσμοί του Μπερνστίν με την Αριστερά. «Μετά την οικονομική κρίση του ’29 ο κόσμος πεινούσε, δεν είχε δουλειά. Επιπλέον, έκανε εξαιρετική εντύπωση ο αγώνας που έκαναν τότε οι αριστεροί κατά του φασισμού, με αποκορύφωμα τον Ισπανικό Εμφύλιο. Πολλοί Αμερικανοί δήλωναν εθελοντές για να πολεμήσουν στο πλάι των Δημοκρατικών Ισπανών. Αυτό ήταν το πνεύμα που είχα ήδη ενστερνιστεί από τα νιάτα μου».

Ο Μπερνστίν δηλώνει σήμερα «παιδί του προέδρου Ρούζβελτ». «Η πολιτική του Ρούζβελτ βοήθησε όλους αυτούς τους ανθρώπους που υπέφεραν εξαιτίας του Κραχ. Ο Ρούζβελτ ήταν ο ήρωας της γενιάς μου, ο πατέρας μας στον πόλεμο και την ειρήνη». O Τρούμαν; «O Τρούμαν ήταν ένας τυχερός πολιτικάντης από την επαρχία, πολύ μικρών ικανοτήτων». Και ο Αϊζενχάουερ, που τον διαδέχτηκε; «Ο Αϊκ ήταν ένας εξαιρετικά γοητευτικός άνθρωπος. Ημουν στην ομάδα των ανταποκριτών που ενημέρωνε για την πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη. Σε κέρδιζε αμέσως. Συντηρητικός φυσικά. Αλλά αυτός έκανε λόγο για το πόσο μπορεί να βλάψει την Αμερική το λεγόμενο βιομηχανικό-στρατιωτικό σύμπλεγμα».

Συνέντευξη με τον Τίτο

Υπήρξε μία ακόμα ιστορική προσωπικότητα η οποία εντυπωσίασε πολύ τον Μπερνστίν: ο Τίτο. «Ημουν αποφασισμένος να του πάρω συνέντευξη στο μυστικό αρχηγείο του στη Γιουγκοσλαβία, κι ας μη με άφηναν οι ανώτεροί μου. Και το κατάφερα. Λοιπόν, ο Τίτο ήταν ένας πραγματικός ηγέτης. Πολέμησε γενναία τους Γερμανούς και, βέβαια, κράτησε ενωμένη τη Γιουγκοσλαβία. Μετά, πέσαν όλοι πάνω στη Γιουγκοσλαβία να την κατασπαράξουν».

Μόλις επιστρέφει στην Αμερική μετά τον πόλεμο ο Μπερνστίν σχεδόν αμέσως εγκαθίσταται στο Χόλιγουντ για να εργαστεί ως σεναριογράφος. Πολύ γρήγορα όμως μπήκε στη «μαύρη λίστα». «Ζούσα έναν εφιάλτη. Δεν μπορούσα να δουλέψω πουθενά. Παραλίγο να βρεθώ στο δρόμο – και όχι μόνο εγώ φυσικά. Ανθρωποι που τους είχα βοηθήσει στο πεδίο της μάχης άλλαζαν πεζοδρόμιο μόλις με έβλεπαν. Ολοι φοβούνταν. Μας παρακολουθούσαν, παγίδευαν τα τηλέφωνά μας, μας υποχρέωναν να τους συναντάμε στα πιο απίθανα σημεία της πόλης, όπως στη «Δίκη» του Κάφκα, ήταν στο έπακρο αβροί και ευγενικοί μαζί μας, αλλά στην ουσία μας απειλούσαν. Πολλές φορές απελπίστηκα. Επρεπε κάθε τόσο να βρίσκω «βιτρίνες», να τους δίνω και ποσοστό από την αμοιβή. T’ όνομά μου δεν φαινόταν πουθενά. Ο,τι χειρότερο για ένα συγγραφέα».

Τι κράτησε ενωμένους όσους έπεσαν θύματα της «μαύρης λίστας»; «Το βαθύ αίσθημα αλληλεγγύης που είχαμε μεταξύ μας. Ημαστε σαν αδέλφια – όπως στον πόλεμο. Μοιραζόμασταν τα λεφτά που βγάζαμε, προσφέραμε ο ένας στον άλλον. Ενα πνεύμα συλλογικότητας που πολύ νοσταλγώ σήμερα γιατί δεν υπάρχει πουθενά. Και επίσης, το χιούμορ. Μας βοήθησε να επιβιώσουμε σ’ εκείνες τις άσχημες καταστάσεις».

Ο ρόλος του Καζάν

Ο Μπερνστίν γνώριζε καλά τον Ελία Καζάν. «Τον θαύμαζα απεριόριστα αλλά δυσαρεστήθηκα τόσο πολύ που συνεργάστηκε μαζί τους που δεν του ξαναμίλησα. Ηταν μεγάλος σκηνοθέτης. Αλλά διαφωνώ με το Οσκαρ που του έδωσαν για το σύνολο του έργου του. Θα έπρεπε να του έχουν δώσει ένα Οσκαρ για κάποιο από τα έργα του, αυτό ναι. Αλλά για το «σύνολο του έργου» του; Λυπάμαι, αλλά εκεί συμπεριλαμβάνεται και το ότι κατέστρεψε καριέρες και ζωές».

Ρωτήσαμε τον Μπερνστίν για τους ηθοποιούς που έπαιξαν θετικό ρόλο στην όλη ιστορία, όπως ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. «Ο Μπόγκι βγήκε μπροστά και τους είπε: Αυτό είναι παραλογισμός. Αλλά όταν τα μεγάλα στούντιο τον κάλεσαν και του είπαν: «Ωραία, είπες αυτό που ήθελες, τώρα σοβαρέψου, διότι αλλιώς…», αλλιώς δεν είχε καριέρα πια. Τότε σώπασε. Τον καταλάβαινα? ήδη αυτό που είχε κάνει ήταν γενναίο».

Μπους και Μακάρθι

Ο Μπερνστίν βλέπει εκπληκτικές ομοιότητες ανάμεσα στην Αμερική του Μπους και στην Αμερική του Τρούμαν. «O Ασκροφτ, ο σημερινός υπουργός Δικαιοσύνης, μου θυμίζει τρομερά τον Μακάρθι. Η κυβέρνηση Μπους είπε ψέματα στον αμερικανικό λαό και τώρα όλοι εμείς που εναντιωθήκαμε στον βρώμικο πόλεμο στο Ιράκ, παρότι είμαστε μειονότητα, δεν είμαστε πια τόσο λίγοι. Οι Αμερικανοί είναι εξοργισμένοι, ξέρουν πολύ καλά ότι όλα ήταν ένα ψέμα. Το παρήγορο είναι ότι οι νέες γενιές είναι οργισμένες. Και για πρώτη ίσως φορά συνειδητοποιούν τι σήμαινε να ζεις στην Αμερική του Μακάρθι. Εως τώρα δεν πίστευαν ότι συνέβαιναν τέτοιες ακρότητες στη χώρα τους πριν από μόλις πενήντα χρόνια».

Τον ρωτάμε αν πιστεύει ότι θα επανεκλεγεί πρόεδρος ο Μπους. «Ισως κάτι σκαρφιστούν την τελευταία στιγμή για να τουμπάρουν τον κόσμο. Ξέρετε, είναι τόσο σοβαρά τα πράγματα που σ’ αυτές τις εκλογές, ακόμα κι αν δεν είσαι Δημοκρατικός, δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να ψηφίσεις τους Δημοκρατικούς».

Δεν υπάρχει παράδοση

Στην ερώτησή μας γιατί δεν έχουν γίνει πολλές ταινίες με θέμα τη «Μαύρη λίστα», είναι κατηγορηματικός: «Μα στην Αμερική δεν έχουμε παράδοση στις πολιτικές ταινίες. Θυμάμαι το «Guilty by Suspicion» με τον Ρόμπερτ ντε Νίρο. Καλή ταινία αλλά δεν μπαίνει στην καρδιά του προβλήματος: ο ήρωας της ταινίας είναι ένας μη κομμουνιστής που κατηγορείται άδικα. Μα η αδικία δεν ήταν μόνο ότι μπορούσε να κατηγορηθεί ένας αθώος, αλλά κυρίως το ότι βρισκόσουν υπό διωγμό λόγω των ιδεών σου».

Δηλώνει και σήμερα κομμουνιστής; «Πάθαμε μεγάλο σοκ το 1956 με το 20ό Συνέδριο στην ΕΣΣΔ, και βέβαια με την εισβολή στην Ουγγαρία. Από τότε κάτι έσπασε μέσα μου. Ωστόσο, οι βασικές αρχές και τα ιδεώδη στα οποία πίστευα πάντα, που ήταν ιδανικά σοσιαλιστικά, δεν έχουν αλλάξει. Πιστεύω και ελπίζω στο σοσιαλισμό, πιστεύω στη συλλογικότητα. Μόνον από κει θα βγει κάτι καλό».

Καζάν και Τζέιμς Ντιν

«Ο Καζάν… ήταν ο πιο γοητευτικός άνθρωπος που είχα γνωρίσει ποτέ. […] Γυναίκες και άντρες υπέκυπταν σ’ αυτόν και η ικανότητά του να δελεάζει ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά του που τον έκαναν ένα τόσο καλό σκηνοθέτη. […] Ο Καζάν κι εγώ περάσαμε μερικές ώρες κουβεντιάζοντας πολιτικά σε φιλικό κλίμα. […] Μπορεί να είχε διαφορές με την Αριστερά, αλλά με αυτήν την πλευρά ήταν. Τα λόγια του ήταν συναρπαστικά και τον πίστεψα, […] Λίγο αργότερα κατέθεσε, ως φιλικά διακείμενος μάρτυς, ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών και έδωσε τα ονόματα των φίλων του από τη Θεατρική Ομάδα που ήταν μαζί του στο Κομμουνιστικό Κόμμα. […] Πολλοί ηθοποιοί ένιωθαν για τον Καζάν όπως κι εμείς συμπεριλαμβανομένου και του Τζέιμς Ντιν… Μια μέρα συναντήσαμε τον Ντιν στο δρόμο και ο Μάρτι με σύστησε. Αναπόφευκτα, η συζήτηση πήγε στον Καζάν και την κατάθεσή του. Ο Ντιν έδειξε περιφρόνηση και ορκίστηκε να μην ξαναδουλέψει ποτέ γι’ αυτόν. Μετά έπαιξε στο «Ανατολικά της Εδέμ», που σκηνοθέτησε ο Καζάν. Υστερα από λίγο καιρό, ξανασυναντήσαμε τον Ντιν στο δρόμο. Ηρθε κοντά μας και άρχισε να μιλάει χωρίς να επιβραδύνει το βήμα του. «Μ’ έκανε σταρ», είπε και συνέχισε να περπατάει».

Ποιος είναι ο Ουόλτερ Μπερνστίν

Ο Ουόλτερ Μπερνστίν, συνεργάτης για πολλά χρόνια στο περιοδικό New Yorker, γεννήθηκε στο Μπρούκλιν. Κατά τη δεκαετία του ’30 ασχολήθηκε με το γράψιμο, κυρίως τη γραφή σεναρίων για τον κινηματογράφο, ενώ ήταν ήδη συμπαθών προς το Αμερικανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΑΚΚ). Κατά τη διάρκεια του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως απλός στρατιώτης στη Βόρεια Αφρική και στην Ιταλία, συχνά στη ζώνη του πυρός, στέλνοντας πολεμικές ανταποκρίσεις στο περιοδικό Yank. Ηταν ο πρώτος Δυτικός ανταποκριτής που πήρε συνέντευξη από τον Τίτο, αρχηγό τότε των παρτιζάνων στην Γιουγκοσλβία – πράξη που παραλίγο να οδηγήσει τον Μπερνστίν στο στρατοδικείο, καθώς δεν είχε επίσημη άδεια από το Στρατό για την αποστολή αυτή. Μετά τον πόλεμο έγινε μέλος του ΑΚΚ και εγκαταστάθηκε στο Χόλιγουντ. Μπήκε στη «Μαύρη λίστα» του Μακάρθι το 1950 από την οποία καθάρισε το 1959. Ο Ο. Μπερνστίν έγραψε τα σενάρια για τις ταινίες «Εκεί που δεν φτάνει ο ήλιος» (με τους Σ. Κόνερι και Ρ. Χάρις), «Συναγερμός θανάτου» (του Σ. Λιούμετ, με τον Χ. Φόντα) κ.ά. Για το σενάριο της ταινίας «Βιτρίνα» προτάθηκε για το βραβείο Όσκαρ. Είναι επίκουρος καθηγητής συγγραφής σεναρίου στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Ζει στη Νέα Υόρκη.