ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αντηχησεις

O κύριος απέναντι με κοιτάζει δύσπιστα. «Θα ήθελα να μου εξηγήσετε τι θα βρω εγώ σε ένα βιβλίο που μιλάει για τη φιλία δυο γυναικών». Εχει τη χαρακτηριστική εκφορά λόγου του αναγνώστη-δασκάλου, θέλει μια γρήγορη απάντηση, σαφή και πειστική? κάτι σαν διαφήμιση. Βρισκόμαστε στην παρουσίαση βιβλίου ενός άλλου συγγραφέα, αλλά ο κύριος που με πλευρίζει θέλει να μάθει αν και γιατί θα του σύστηνα να διαβάσει το τελευταίο μου μυθιστόρημα με τον «γυναικείο» τίτλο, όπως λέει, «Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη». M’ έχει στριμώξει χωροταξικά και ψυχικά. Και φυσικά δεν του απαντώ, επειδή τέτοιες ερωτήσεις όπως και όλες οι συναφείς (τι έχετε γράψει, γιατί γράφετε, είναι αληθινή ιστορία κ.λπ.) είναι η καρικατούρα των συνομιλιών που ονειρεύονται οι συγγραφείς. Το άκρον άωτον της αμηχανίας. Το αμέσως χειρότερο είναι να αρχίσουν να σε χτυπάνε με αντίτυπα των βιβλίων σου. Αλλά γιατί τελικά θυμώνω; Ξέρω πως ο Φίλιπ Ροθ δεν θα αντιμετωπίσει ποτέ ξεψάχνισμα στη γωνία επειδή ο Ντέιβιντ Κέπες, ο ήρωάς του στο «Ζώο που ξεψυχά», αποπλανεί νεαρές φοιτήτριες. H μέση αναγνώστριά του δεν θα τον ρωτήσει μάλλον ποτέ «τι θα βρει άραγε εκείνη σε ένα βιβλίο που γράφεται υπό ανδρικό πρίσμα» εκτός και αν είναι ακραία φεμινίστρια της παλαιάς σχολής. Ούτε τον Κούτσι της «Ατίμωσης» θα ρωτήσουν οι αναγνώστριες γιατί διαλέγει για ήρωα έναν πανεπιστημιακό που του αρέσουν τα νεαρά κορίτσια, έστω κι αν αυτοταπεινώνεται στην συνέχεια, δημιουργώντας έναν από τους πιο αφοπλιστικούς ήρωες της σύγχρονης λογοτεχνίας. M’ άλλα λόγια, είναι σαφές ότι η ανδρική θέαση του κόσμου ταιριάζει σε άντρες και σε γυναίκες αναγνώστριες. Ενώ οι γυναίκες συγγραφείς, για κάποιον ανεξερεύνητο λόγο, υποτίθεται ότι απευθύνονται σε γυναίκες – ιδίως όταν οι κεντρικές ηρωίδες τους ανήκουν στο ίδιο φύλο. Θεωρείται τότε ότι σκαρώνουν «γυναικεία» πράγματα: ερωτεύονται και μαγειρεύουν…

Αραγε η δημοκρατικότερη προσέγγιση των γυναικών έχει να κάνει με την πείρα που αποκόμισαν ως αναγνώστριες; Επειδή απαρτίζουν, κατά πλειοψηφία, το αναγνωστικό σώμα έχουν μάθει να μην αντιστέκονται τόσο στις ταυτίσεις – ακόμη και μ’ έναν πενηντάρη ή εξηντάρη αφηγητή, φαλλοκράτη και κυνικό, λόγω ηλικίας και θέσεως. Προσωπικά ενοχλήθηκα κάπως με «Το ζώο που ξεψυχά» -παρότι ο Ροθ είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς- ενώ ο Μισέλ Ουελμπέκ πραγματικά με θύμωσε. Οι γυναίκες ως εξάρτημα της πλοκής δεν είναι αρκετά ενδιαφέρουσες ούτε αρκετά αληθινές.

Ωστόσο, η αντίληψη ότι η μυθοπλασία που στηρίζεται σε ηρωίδες είναι μυθοπλασία που απευθύνεται σε γυναίκες μοιάζει παράλογη. Κανείς, ανεξαρτήτως φύλου, δεν θα ρωτούσε αν υπάρχει λόγος να διαβάσει ένα βιβλίο γύρω από την ανδρική φιλία. Αν τον/την ενδιέφερε το θέμα της φιλίας (και ασφαλώς η διεκπεραίωση του θέματος) θα προχωρούσε στην ανάγνωση. Αυτό ασφαλώς είναι ένα θεωρητικό ζήτημα που ανήκει στον χώρο των Gender Stu-dies, αλλά έχει και τη φαιδρή του πλευρά. Στο Διαδίκτυο, όπως μας πληροφορεί ο αρθρογράφος της Gua-rdian, Αλεξάντερ Τσάνσελορ, κατοικεί το «Ge-nder Genie», ένα πρόγραμμα-τζίνι που μπορεί να μαντέψει το φύλο του συγγραφέα ανάλογα με τη χρήση της γλώσσας. Οι γυναίκες, σύμφωνα με το τζίνι, χρησιμοποιούν προσωπικές αντωνυμίες, ενώ οι άντρες περισσότερα αριθμητικά. H κλασική συνταγή: γυναίκες και συναισθήματα, άντρες και πρακτικός νους.

Ο αρθρογράφος τεστάρισε όλους τους συναδέλφους του, ανεξαρτήτως φύλου, και τους έβγαλε σχεδόν όλους άντρες, εκτός από πολύ λίγους… ερμαφρόδιτους. Το τζίνι προφανώς απέτυχε επειδή το φύλο δεν ορίζεται με στατιστικές ούτε με απόλυτους αριθμούς. H ανθρώπινη περιπέτεια είναι κοινή, αλλά βιώνεται υποκειμενικά ευτυχώς.

Ισως η ερώτηση που θα μπορούσε να θέσει ένας αναγνώστης στον εαυτό του είναι εάν η υποκειμενικότητά του εφάπτεται σε ορισμένα σημεία με εκείνη του συγγραφέα. Μπορεί να ξεκινήσει με μια υπόθεση, με ένα μάλλον ναι ή μάλλον όχι, με ένα «καλά, θα δούμε». Νοερή ερώτηση που απαντάται αργά και τίμια καθώς διαβάζεις ένα βιβλίο. O πιο ακατάλληλος για να λύσει τέτοιες απορίες είναι μάλλον ο ίδιος ο συγγραφέας.