ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η «αόρατη βιβλιοθήκη» του συγγραφέα

Ιταλο Καλβίνο

Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς

Εκδ. «Καστανιώτης»

Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας αναγνώστης διερωτηθεί «γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς;», θέτοντας τον εαυτό του μπροστά σε προτεραιότητες και επιλογές που ξεπερνούν κατά πολύ τις προτάσεις των ενθέτων, έχει δύο τρόπους να απαντήσει στο ερώτημα: είτε να «αποσυσκευάσει» τη βιβλιοθήκη του, διαλέγοντας όλους εκείνους τους τίτλους, «που ασκούν μια ιδιαίτερη επίδραση τόσο όταν επιβάλλονται ως αλησμόνητοι όσο και όταν κρύβονται στις πτυχές της μνήμης με τη μορφή του συλλογικού ή ατομικού υποσυνείδητου» είτε, έστω, να προσφύγει στο ομότιτλο βιβλίο του Ιταλο Καλβίνο, που παρουσιάζει μια σειρά κλασικών, προτρέποντάς μας στην ανάγνωση συγγραφέων και βιβλίων, που άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στην ιστορία της λογοτεχνίας, ή με τα λόγια του συγγραφέα, την επιστροφή σε αναγνώσματα «διάπλασης ενός ατόμου».

Ο Καλβίνο, που όπως πολλοί συγγραφείς ανακαλύφθηκε με αρκετή καθυστέρηση στη χώρα μας, δεν μπορούσε, πιθανόν, να φανταστεί ότι, την άνοιξη του 1959, απαντώντας στις «Εννέα ερωτήσεις γύρω από το μυθιστόρημα» -προτάσσοντας μία συναισθηματική στάση απέναντι στους συγγραφείς που επιλέγει («Αγαπώ… γιατί…»)- του περιοδικού Nuovi Argumenti προς τους Ιταλούς συγγραφείς, θα έθετε τον θεμέλιο λίθο ενός βιβλίου, που θα εξέδιδε έξι χρόνια μετά το θάνατό του, η Εστερ Καλβίνο, συγκεντρώνοντας 35 κείμενα του συγγραφέα των «Αοράτων πόλεων», όλα σχετικά με τα προσωπικά του αναγνώσματα.

Ιδεατή βιβλιοθήκη

Στο βιβλίο των προσωπικών του αναγνωσμάτων, ο Ιταλο Καλβίνο, σε ώριμη πλέον ηλικία και με σημαντικό έργο πίσω του, φιλοξενεί βιβλία και συγγραφείς, από τον Ομηρο μέχρι τον Παβέζε και από τον Μπαλζάκ μέχρι τον Μπόρχες, φροντίζοντας εξ αρχής να επιχειρηματολογήσει πάνω στον όρο «κλασικό(ς) » με 14 θέσεις και, κυρίως, προτρέποντας τον αναγνώστη να συγκροτήσει τη δική του «ιδεατή βιβλιοθήκη», που θα πρέπει να περιλαμβάνει τόσο τα βιβλία που έχει όσο και εκείνα που θα ήθελε να διαβάσει, αποφεύγοντας έτσι την ολισθηρότητα της σύνταξης ενός «κανόνα».

Αυτή ακριβώς η ωριμότητα του συγγραφέα – αναγνώστη τον ωθεί σε έναν απολογισμό με τις «αναγνώσεις της νεότητας», που μπορεί να είναι μεν «επιμορφωτικές», όπως σημειώνει, όμως δεν αποκαλύπτουν εκείνη την ιδιαίτερη δύναμη, «την οποία ποτέ δεν θυμόμαστε, αλλά η οποία αφήνει το σπόρο της», καθώς «επανασαρκώνονται οι ήρωες των αναγνωσμάτων ώς τις μέρες μας», προβάλλοντας, παράλληλα, αντίσταση στη δογματική στάση αλλά και στην επικαιρότητα, «σαν έναν θόρυβο έξω από το παράθυρό μας».

Ο Καλβίνο, φυσικά, δεν ενδιαφέρεται να μιλήσει για τους κλασικούς (απ’ όπου, παραδόξως, απουσιάζουν παντελώς Γερμανοί και γερμανόφωνοι συγγραφείς) ούτε ως θεωρητικός της λογοτεχνίας ούτε ως «έγκυρο όνομα». Αντίθετα, αφήνεται να ταξιδέψει στους κόσμους του Ομήρου, του Ντίκενς, του Μπαλζάκ, του Κενό, του Τουέιν ή του Πάστερνακ, με την πρωτογενή δύναμη της αφηγηματικής τέχνης (όχι των τεχνικών), λαμβάνοντας υπ’ όψη το «εργαστήρι του συγγραφέα», το κλίμα της εποχής που «παρήγαγε» το συγκεκριμένο έργο, καθώς και τις σχετικές συζητήσεις γύρω από τα εν λόγω βιβλία.

Ουσιαστικές υποδείξεις

Στον ιμπρεσιονισμό του Καλβίνο και, κυρίως, στην αυτοκριτική του διάθεση να αναθεωρήσει τις πρώτες εντυπώσεις του, ο αναγνώστης ανακαλύπτει πτυχές και όψεις ενός κόσμου, τον οποίο προσκαλείται να επισκεφτεί («Κυττάξτε πώς προσεγγίζει τα νέα του πρόσωπα:…», μας προτρέπει επί παραδείγματι στην «Πόλη-μυθιστόρημα του Μπαλζάκ»), καθώς ο ίδιος φροντίζει με απλότητα και σιγουριά να μας υποδείξει εκείνα τα σημεία, τα οποία συνήθως προσπερνάμε ή διαλανθάνουν της προσοχής μας: τα επιστολικά κείμενα του Τουέιν, που έπαιξαν πάντα σημαντικό ρόλο στις πλοκές των έργων του, την προσφορά του Στερν όχι μόνο στον Ντιντερό, αλλά στη διεθνή λογοτεχνία, την αρετή της μυθιστορηματικής οπτικότητας στους Γάλλους κλασικούς, τις επιρροές του Ενγκελς και του Χέγκελ στον Κενό, τον νεωτερισμό της Οδύσσειας, το ανθρωπομορφικό στοιχείο του Πονζ, το ύφος του Παβέζε, που θυμίζει «ένα ανασήκωμα των ώμων».

Είναι ακριβώς αυτή η ωριμότητα του αναγνώστη Καλβίνο, που στο «πέρασμα του χρόνου» τού δίνει τη δυνατότητα να δει τον κόσμο των κλασικών με ευαισθησία και διεισδυτικότητα, καθώς ξεφεύγει από την παντογνωσία και την εποπτικότητα του συγγραφέα Καλβίνο, και λειτουργεί παιδευτικά και ψυχαγωγικά για τον καλό αναγνώστη, που παραμένει πάντα, σύμφωνα με τον Μπόρχες, ένας μαύρος κύκνος.