ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τρεις Ισραηλινοί προφήτες της ειρήνης

O Αμος Οζ, ο Ντέιβιντ Γκρόσμαν και ο Αβραάμ B. Γιεσοσούα συγκαταλέγονται στους κορυφαίους της λογοτεχνίας του Ισραήλ και, πέρα από τη συγγραφική τους ιδιότητα, τους συνδέει το γεγονός ότι είναι υπέρμαχοι της ειρήνης. Και οι τρεις τους πήγαν πρόσφατα στη Γενεύη για να πάρουν μέρος στις εκδηλώσεις που έγιναν εκεί με αφορμή την υπογραφή της Συμφωνίας της Γενεύης, μιας νέας, εξωκυβερνητικής ειρηνευτικής πρότασης την οποία επεξεργάστηκαν Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι πολίτες.

Στο μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας τους, περιλαμβανομένων των τριών τελευταίων χρόνων στη διάρκεια των οποίων αναπτύχθηκε η δεύτερη Ιντιφάντα, οι τρεις συγγραφείς έχουν αγωνιστεί για τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα τους παράλληλα με την αναζήτηση της απαραίτητης ηρεμίας για τη συγγραφική δουλειά τους.

Οι πρώτες σειρήνες…

«Οταν ακούω, στο σπίτι μου, τις πρώτες σειρήνες της ημέρας, πάω αμέσως κι ανοίγω το ραδιόφωνο», λέει ο Γκρόσμαν. «Αν ακούσω διαφημίσεις ή ελαφρά μουσική, ξέρω πως τίποτα δεν συνέβη. Εχουν γίνει όμως τόσα πολλά τον τελευταίο καιρό, και τα παιδιά μου τριγυρίζουν εδώ κι εκεί, ποιος ξέρει πού, οπότε αρχίζω να κάνω τηλεφωνήματα. Και, βέβαια, δεν μπορώ να γράψω τίποτα».

Αν διαβάσει κανείς τα άρθρα και τα δοκίμια αυτών των συγγραφέων, θα δει δημοσιογράφους και δοκιμιογράφους βαθιά εμπεπλεγμένους στην πολιτική ζωή του καιρού τους. Αν διαβάσει τα μυθιστορήματά τους, είναι σαν να ακούει την παλλόμενη ανθρώπινη καρδιά, τους περίπλοκους εσωτερικούς ρυθμούς της ψυχής τους. Παρά την έντονη συμμετοχή τους στον εθνικό διάλογο, τα βασικά θέματα των μυθιστορημάτων τους, όπως συμβαίνει συνήθως στη λογοτεχνία, είναι ο έρωτας, οι σχέσεις, η οικογένεια. Στο πεδίο αυτό, ο έξω κόσμος παρεμβαίνει όπως σε οποιοδήποτε σπίτι.

Μεταπολιτικά μυθιστορήματα

Ο Αμος Οζ, ο οποίος ήταν ο κύριος οικονομικός υποστηρικτής της συμφωνίας, συγγραφέας μυθιστορημάτων όπως «Το μαύρο κουτί», «H ίδια θάλασσα» «O Μιχαέλ μου» και πολλά άλλα, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον διαχωρισμό της λογοτεχνικής του γραφής από την πολιτική του δραστηριότητα. «Δεν υπάρχει πραγματικός ρόλος για την πολιτική στα μυθιστορήματά μου», είπε σε μια τηλεφωνική συνέντευξη που έδωσε από το σπίτι του στην Αράντ. «Τα μυθιστορήματά μου είναι μεταπολιτικά μάλλον παρά πολιτικά. Συχνά έχουν να κάνουν με ζητήματα καλού και κακού, και με πρόσωπα που αναμιγνύονται στην πολιτική, αλλά δεν έχω γράψει ποτέ μια νουβέλα για να πω στους Ισραηλινούς να πάψουν να χτίζουν οικισμούς στα Κατεχόμενα ή για να πω στην κυβέρνηση να πάψει να καταπιέζει τους Παλαιστίνιους. Ετσι, μπαίνει κανείς στο χώρο της κακής λογοτεχνίας».

Οι κριτικοί που βλέπουν τη δουλειά του μέσα από το πρίσμα των πολιτικών εξελίξεων τον εκνευρίζουν. «Πολλοί διαβάζουν από πολιτική σκοπιά οτιδήποτε γράφω», συνεχίζει. «Μια αθώα ιστορία που θα γράψω για έναν πατέρα, μια μητέρα, την κόρη και το χαρτζιλίκι της, μπορεί να διαβαστεί σαν αλληγορία για την κυβέρνηση, τη θρησκεία, τη νεότερη γενιά και την οικονομία που έχει τα χάλια της. Ποιο λόγο θα είχα να γράφω για την πολιτική μ’ αυτόν τον τρόπο; Μόνο αν ζούσαμε σε ολοκληρωτικό καθεστώς θα αναγκαζόμαστε να γράφουμε έτσι».

Αποξένωση και αγωνία

Παρ’ όλα αυτά, τα θέματα και οι εντάσεις βρίσκονται εκεί, τα ιδιαίτερα, οδυνηρά προβλήματα της ισραηλινής κοινωνίας υποβόσκουν σε κάθε τι που δημοσιεύουν οι συγγραφείς. H ιδέα των ορίων και των συνόρων διαποτίζει τη δουλειά τους και ασχολούνται συνεχώς με το υπαρξιακό ερώτημα πού τελειώνει μια ταυτότητα και πού αρχίζει μια άλλη. Ανεξάρτητα από τη πρόθεση του συγγραφέα, για τον αναγνώστη που ενδιαφέρεται για την κατάσταση στο Ισραήλ, ένα βιβλίο όπως «O Μιχαέλ μου» του Οζ, μπορεί να διαβαστεί σαν μια παραβολή της αποξένωσης και ένα βιβλίο όπως το μυθιστόρημα «H απελευθερωμένη νύφη», είναι διαποτισμένο από την αναπόφευκτη αγωνία που προκαλεί η βομβιστική επίθεση σε λεωφορείο.

Στην «Απελευθερωμένη νύφη», ο Γιεσοσούα, στου οποίου τα έργα περιλαμβάνονται τα μυθιστορήματα «O κύριος Μάνι» και «Επιστροφή από τις Ινδίες», πραγματεύεται το ψυχολογικό πέρασμα των συνόρων, χρησιμοποιώντας μεταξύ των πρωταγωνιστών του μερικούς Αραβες (το μυθιστόρημα ξεκινά με έναν αραβο-ισραηλινό γάμο) παρ’ όλο που το θέμα του βιβλίου του δεν είναι πολιτικό. «Ξεκίνησα να το γράφω το 1998, όταν υπήρχε ακόμα κάποια σχέση μεταξύ μας χωρίς αυστηρά σύνορα, και όλοι μπαινοβγαίναμε στη μια και στην άλλη πλευρά», είπε ο Γιεσοσούα σε τηλεφωνική συνέντευξη. «Στο βιβλίο προσπαθώ να αναδείξω τον ιστό αυτής της οικείας σχέσης, ο οποίος ακόμη υπάρχει. Για παράδειγμα, έγινε τις προάλλες μια βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας σ’ ένα εστιατόριο όπου πηγαίνω συχνά, στη Χάιφα, όπου μένω. Ενα ρεστοράν που ανήκει σε έναν Ισραηλινό και έναν Αραβα. Και πήγα σ’ ένα παλαιστινιακό χωριό για να θρηνήσω τους δύο πολύ αγαπητούς σερβιτόρους που σκοτώθηκαν στην επίθεση».

Οι δρόμοι της κατανόησης

«Εκείνο που θέλησα να κάνω σ’ αυτό το βιβλίο είναι να συνδυάσω το δημόσιο με το πιο προσωπικό πεδίο, τους δύο δρόμους που οδηγούν στην κατανόηση. Αυτό που συμβαίνει στην οικογένεια του μυθιστορήματος είναι αυτό που συμβαίνει με μας και τους Αραβες, γιατί είμαστε μια οικογένεια, οι Αραβες και οι Ισραηλινοί. Το μυθιστόρημα βρίσκεται σε διπλή τροχιά: να καταλάβουμε τον εαυτό μας κατανοώντας τους Αραβες. Στο δημόσιο πεδίο, σήμερα, συζητούμε το κράτος του Ισραήλ -ποιος είναι ο στόχος του, ο προορισμός του, τι κράτος θέλουμε να είναι- μέσα από τη σχέση με τους Αραβες. Δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα, είναι το πρόβλημα».

Η πολιτική ζωή του Ισραήλ -η ηθική ουσία του αλλά και η ίδια η ύπαρξή του- βρίσκεται στο επίκεντρο της δουλειάς αυτών των συγγραφέων. Πέρα από την αγάπη, το θάνατο, τις σχέσεις και τα σύνορα, αποτελεί το βαθύτερο θέμα τους. Ωστόσο, ο Γιεσοσούα, ο Γκρόσμαν και ο Οζ λένε όλοι τους ότι τους βασανίζει το κλασικό πρόβλημα των συγγραφέων σε ταραγμένους καιρούς, το πρόβλημα της δημιουργικής παραφωνίας, μια κατάσταση όπου η μυθοπλασία και η πραγματικότητα φαίνεται να βρίσκονται συνεχώς σε διαμάχη.

«Αν καθόμουν στο γραφείο μου και έγραφα για ένα όμορφο χειμωνιάτικο ηλιοβασίλεμα την ώρα που άνθρωποι πέθαιναν δέκα χιλιόμετρα από το σπίτι μου, θα αισθανόμουν προδότης», λέει ο Αμος Οζ. «Αν όμως, από την άλλη μεριά, χρησιμοποιήσω την μυθιστορηματική πέννα μου για να γράψω μανιφέστα με λογοτεχνικό μανδύα, θα νιώσω πάλι προδότης, της τέχνης μου αυτή τη φορά».

Πιο εύκολα τα άρθρα

Ο Γκρόσμαν (έχει εκδοθεί στα ελληνικά το βιβλίο του «Το παιδί ζιγκ-ζαγκ») λέει ότι συγκεκριμένα γεγονότα τον εμπνέουν να γράφει άρθρα και τον εμποδίζουν να συνεχίζει τη δουλειά του ως μυθιστοριογράφου. «Οταν μια ομάδα Ισραηλινών πιλότων αρνήθηκαν να συμμετέχουν πλέον σε αποστολές όπου σκοτώνονται καθημερινά Παλαιστίνιοι άμαχοι, ένιωσα τόση συγκίνηση που δεν μπορούσα να συνεχίσω το μυθοπλαστικό μου γράψιμο», λέει. «Κι έπειτα, γράφεις ένα άρθρο, υπάρχουν πολλές απαντήσεις σ’ αυτό, απαντάς στις απαντήσεις, ο κόσμος σου πιάνει την κουβέντα στο δρόμο. Και, βέβαια, όταν έχεις αναμιχθεί σ’ αυτήν την πρωτοβουλία της Γενεύης, όλοι έχουν να σου πουν μια γνώμη πάνω σ’ αυτό. Είναι καλό, αλλά χρονοβόρο».

«Στην εβραϊκή παράδοση», εξηγεί ο Αμος Οζ, «οι συγγραφείς υποτίθεται πως είναι οι προφήτες που σου δείχνουν το δρόμο για να λιθοβοληθείς στην αγορά». Οχι ότι πιστεύει πως μπορεί να ασκήσει μεγάλη επιρροή. «Ακόμα κι αν εξαιτίας του βιβλίου σου κάποιοι άνθρωποι επηρεαστούν ώστε να είναι προθυμότεροι να επανεξετάσουν κάτι, δεν το συνειδητοποιούν. Κι αν το συνειδητοποιήσουν, δεν το παραδέχονται. Κι αν μου γράψουν ένα γράμμα που λέει «το βιβλίο σας μου άλλαξε τη ζωή», δεν τους πιστεύω».

Ενώ η πολιτική τους ζωή παρεισφρέει στον λογοτεχνικό τους κόσμο, η λογοτεχνική ευαισθησία τους διαμορφώνει τις πολιτικές τους απόψεις. Και οι τρεις συγγραφείς είναι υπέρ της ειρήνης? και οι τρεις βλέπουν τους Παλαιστίνιους σαν συνεταίρους στην ειρήνη, παρ’ όλο που οι δύο λαοί έχουν διανύσει ένα τόσο μακρύ και αιματηρό δρόμο. H βάση αυτής της προοπτικής, όπως λένε, είναι η ικανότητα του μυθιστοριογράφου να μπαίνει «στο πετσί» του άλλου, μια ικανότητα που πηγάζει από τη θέση του συγγραφέα ως ευαίσθητου παρατηρητή.

«Οταν γράφω ένα μυθιστόρημα, εγώ ο ίδιος δεν έχω ούτε φύλο ούτε πολιτική ταυτότητα», λέει ο Οζ. «Είμαι με το μέρος του καθενός. Αλλιώς δεν θα μπορούσα να γράψω ούτε μια αράδα διαλόγου».

Πολύπλευρη προσέγγιση

Οι μυθιστοριογράφοι υποδύονται ρόλους, μιμούνται φωνές και επιτρέπουν στον εαυτό τους να εξαφανιστεί καθώς επιχειρούν μια πολύπλευρη προσέγγιση στην πραγματικότητα. «Εχουμε ένα ένστικτο που μας κάνει να κοιτάμε την κάθε δεδομένη κατάσταση από διαφορετικές σκοπιές», λέει ο Γκρόσμαν, ο οποίος υποδύθηκε κάποτε τον Παλαιστίνιο για να γράψει ένα σημαντικό βιβλίο μαρτυρίας. «Γράφω από τη δική μου σκοπιά, από τη δική σου σκοπιά, από τη σκοπιά του σκύλου μου ή ενός πουλιού ή του παιδιού μου ή του παιδιού σου. Αγκαλιάζεις μια κατάσταση απ’ όσο το δυνατόν περισσότερες πλευρές».

«Μια κοινωνία σε κρίση», λέει, «διδάσκει τον εαυτό της να εμμένει σε μια ερμηνεία των πραγμάτων και βλέπει την πραγματικότητα μέσα από παρωπίδες. Ποτέ όμως δεν υπάρχει μόνο μια ιστορία».