ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ολυμπιακοί Αγώνες χωρίς αρχιτεκτονική

Ας κάνουμε μία υπόθεση. Βρίσκεσθε στην Αθήνα. Σας επισκέπτονται φίλοι από το εξωτερικό. Πέντε μήνες πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες επιθυμούν να τους υποδείξετε περιοχές της πόλης όπου θα μπορούσαν να πάρουν μία πρώτη ιδέα από τα αρχιτεκτονικά έργα τα οποία κάθε ολυμπιακή πόλη υποτίθεται πως ενθαρρύνει ενόψει του μεγάλου γεγονότος και της αυτονόητης τεράστιας διεθνούς προβολής. Πού θα τους πάτε; Τι θα τους δείξετε;

Το ζήτημα δεν είναι τόσο θεωρητικό. Μου ετέθη πολύ πρόσφατα. Και ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι η Αθήνα προσέρχεται στους Αγώνες γυμνή αρχιτεκτονικά, με μοναδική, ίσως, εξαίρεση τη διαμόρφωση του ΟΑΚΑ στο Μαρούσι από τον Σαντιάγο Καλατράβα και την πεζογέφυρα του ιδίου στο ύψος του σταθμού «Κατεχάκη» στη λεωφόρο Μεσογείων. Αυτά. Και η αναμενόμενη ερώτηση: Τόσα στάδια, τόσες εγκαταστάσεις, τόσες «διαμορφώσεις» σε εκατοντάδες στρέμματα ή σε περιοχές «ολυμπιακού ενδιαφέροντος»; Τίποτα; Μηδέν; Από ποιους έγιναν;

Πέντε μεγάλα έργα

Πρέπει να ρωτήσεις, να ψάξεις πολύ για να ανακαλύψεις ότι πίσω από λίγα, κάποια τουλάχιστον, μεγάλα έργα υπάρχουν τα ονόματα γνωστών και σημαντικών Ελλήνων αρχιτεκτόνων: ο Αλέξανδρος Τομπάζης σχεδίασε το Ολυμπιακό Γυμναστήριο Γαλατσίου, ο Κυριάκος Κυριακίδης το Ολυμπιακό Κέντρο Γραπτού Τύπου (MPC) στη Λεωφόρο Κηφισίας, ο Δημήτρης και η Λιάνα Ποτηροπούλου το Ολυμπιακό Κέντρο Αντισφαίρισης, ο Χάρρυ Μπουγαδέλης το Ολυμπιακό Ιππικό Κέντρο και τον νέο Ιππόδρομο Αθηνών στο Μαρκόπουλο, ο Θύμιος Παπαγιάννης το Στάδιο του Μπιτς Βόλεϊ στο Φάληρο.

Το γεγονός ότι τα ονόματά τους δεν εμφανίζονται σχεδόν πουθενά (με ευθύνη των εμπλεκόμενων υπουργείων αλλά και του Οργανισμού «Αθήνα 2004»), δεν προβάλλονται (σχεδόν ποτέ στις σχετικές πινακίδες δεν θα δείτε το όνομα του αρχιτέκτονα) και τελικά υποβιβάζονται σ’ ένα καθεστώς υποχρεωτικής ανυπαρξίας, μπορεί να σημαίνει κατ’ αρχάς δύο πολύ σοβαρά πράγματα: Είτε το ελληνικό κράτος και ο «Αθήνα 2004» δεν είναι περήφανοι για την αρχιτεκτονική ποιότητα των ολυμπιακών έργων, αναγνωρίζοντας έτσι ένα καθόλου αμελητέο έλλειμμα, προϊόν της ασφυκτικής πίεσης χρόνου, είτε επιβεβαιώνεται πανηγυρικά μία διάχυτη εντύπωση: στους Αγώνες της Αθήνας η αρχιτεκτονική και οι αρχιτέκτονες ήταν ο τελευταίος τροχός της αμάξης.

Η αρχιτεκτονική ως επένδυση

Προφανώς συμβαίνουν και τα δύο. Για τη συντριπτική πλειοψηφία των ολυμπιακών έργων δεν κηρύχθηκε αρχιτεκτονικός διαγωνισμός («ανοιχτού» ή «κλειστού» τύπου). Οταν οι κόκκινες ή οι κίτρινες κάρτες έβγαιναν από το τσεπάκι του κ. Ρογκ η μία πίσω από την άλλη, η Αθήνα, έχοντας ήδη καταγράψει μία απώλεια τριών ετών προετοιμασίας, έμεινε χωρίς επιλογές: η μέθοδος της «μελέτης – κατασκευής» αποδείχθηκε μονόδρομος, με αποτέλεσμα σε πολλές περιπτώσεις ο αρχιτέκτονας να είναι υποχρεωμένος απλά να «εξελίξει» μία ήδη προεπιλεγμένη μελέτη. Υπενθυμίζουμε ότι το Πεκίνο που έχει αναλάβει τους Αγώνες του 2008 έχει ολοκληρώσει ήδη δύο διεθνείς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, προσελκύοντας τα μεγαλύτερα ονόματα του αρχιτεκτονικού τζετ σετ. Οι εντυπωσιακές βραβευμένες μελέτες για το νέο Ολυμπιακό Στάδιο (το υπογράφουν οι Ελβετοί Χέρτζογκ και Μερόν, γνωστοί από την «Τέιτ Μόντερν» του Λονδίνου) και το Κέντρο Υγρού Στίβου έκαναν τον γύρο του κόσμου αφήνοντας, αντίθετα από την Αθήνα, πολύ μεγάλες υποσχέσεις, τουλάχιστον ως προς την αρχιτεκτονική.

Συμπερασματικά, η διαφορετική πρόσληψη της αρχιτεκτονικής στη χώρα μας (η αρχιτεκτονική ως «καλλιτεχνική» εκκεντρικότητα, περιττή πολυτέλεια, ανώφελος «μεγαλοϊδεατισμός», αντίληψη που διαπερνά την ανάγνωση των έργων Καλατράβα στο ΟΑΚΑ) δημιουργεί ένα προς το παρόν ανυπέρβλητο χάσμα με τις υπόλοιπες χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου που της αναγνωρίζουν πολλά περισσότερα: η καλή αρχιτεκτονική, εκτός από αυτονόητο εργαλείο για μία καλύτερη ποιότητα ζωής (η περίφημη «καθημερινότητα»), αποδεικνύεται στις μέρες μας πρωταρχικός μοχλός ανάπτυξης. Η Βαρκελώνη, στην οποία (υποτίθεται πως) προσβλέπουμε, επένδυσε στην αρχιτεκτονική και σήμερα δρέπει τους καρπούς με πολλούς τρόπους: εκτόξευση του τουριστικού της προϊόντος, άνθηση της επιχειρηματικότητας, χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, ασύλληπτη βελτίωση της ποιότητας της ζωής κ.ά.

Ο λόγος σε τέσσερις Ελληνες αρχιτέκτονες

Οι τέσσερις Ελληνες αρχιτέκτονες, με τους οποίους μιλήσαμε και είχαν άμεση εμπλοκή σε ισάριθμα σημαντικά ολυμπιακά έργα, δεν είχαν πάντα την ίδια εμπειρία. Αλλοι είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν εξαρχής το αντικείμενό τους, άλλοι ήταν υποχρεωμένοι να επέμβουν εκ των υστέρων. Απαντες, όμως, αναγνωρίζουν τη μεγάλη πίεση του χρόνου και σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο την υστέρηση της Αθήνας ως προς την αρχιτεκτονική κληρονομιά των Αγώνων.

– O Δημήτρης και η Λιάνα Ποτηροπούλου ανήκουν μάλλον στους τυχερούς καθώς, όπως μας εξηγούν, τους δόθηκε η ευκαιρία να «ελέγξουν» συνθετικά και μελετητικά το σύνολο του σχεδιασμού. «Παρόλο που το Ολυμπιακό Κέντρο Αντισφαίρισης δημοπρατήθηκε με το σύστημα της μελέτης – κατασκευής, λόγω ειδικής συγκυρίας, σχεδιάστηκε και μελετήθηκε εξ ολοκλήρου από το γραφείο μας», σημειώνει ο κ. Ποτηρόπουλος, «προσφέροντάς μας τη δυνατότητα να εξελίξουμε τον σχεδιασμό από την αρχική «ιδέα» μέχρι και την τελευταία κατασκευαστική λεπτομέρεια. Επίσης, τόσο η συνεργασία μας με την ανάδοχο κοινοπραξία, που κατασκευάζει το έργο, όσο και με την επίβλεψη, πραγματοποιήθηκε σε πολύ καλό και δημιουργικό πλαίσιο, που εντέλει εξασφαλίζει ποιότητες για το τελικό αποτέλεσμα». H θετική εμπειρία δεν εμποδίζει τον κ. Ποτηρόπουλο να συμπληρώσει: «Δεν είμαι σίγουρος ότι η ίδια ευκαιρία δόθηκε σε όλα ή σε πολλά από τα ολυμπιακά έργα που αυτή τη στιγμή υλοποιούνται». Αποτιμώντας γενικότερα την εικόνα όπως διαμορφώνεται λίγους μήνες πριν από τους Αγώνες, ο κ. Ποτηρόπουλος εκτιμά ότι η «χώρα μας θα υστερεί στο τελικό αποτέλεσμα, κυρίως λόγω των διαδικασιών που επελέγησαν» και αντιπαραβάλλει την Αθήνα της μελετοκατασκευής με το Πεκίνο των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών.

– O Κυριάκος Κυριακίδης ήταν από τους αρχιτέκτονες που είδαν το έργο τους να υλοποιείται εμπρόθεσμα. «Η εμπλοκή μας στο Ολυμπιακό Κέντρο Γραπτού Τύπου αφορούσε στην αρχιτεκτονική μελέτη του έργου στη φάση της προσφοράς αλλά και στη φάση της κατασκευής του και θεωρούμε ότι ήταν, σίγουρα, θετική», λέει σήμερα ο Κυριάκος Κυριακίδης, επικεφαλής του ομώνυμου αρχιτεκτονικού γραφείου. «Η εμπειρία μας, σε γενικές γραμμές, από τη συνεργασία μας με την κατασκευαστική εταιρεία, αλλά και με την Υπηρεσία Ελέγχου υπήρξε πολύ καλή, εποικοδομητική και έδωσε τη δυνατότητα να έχουν τον πρώτο λόγο οι αρχιτέκτονες στην επιλογή των κατασκευαστικών μεθόδων, κυρίως των όψεων, των υλικών και των χρωμάτων. Πιστεύουμε ότι το αποτέλεσμα δικαίωσε τη μεγάλη προσπάθεια και παρόλη την πίεση του χρόνου είναι ευτυχώς ένα από τα κτίρια που ολοκληρώθηκαν εμπρόθεσμα».

– Ο Αλέξανδρος Τομπάζης (Ολυμπιακό Γυμναστήριο Γαλατσίου) δεν κρύβει την απογοήτευσή του για την περιθωριοποίηση της αρχιτεκτονικής. Η προσωπική του εμπειρία δεν μπορεί να αποδοθεί μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι. Αν και διατηρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι αρχικές φόρμες της μελέτης, υπήρξαν αλλαγές στην επιλογή κρίσιμων υλικών (υαλοπετάσματα, κ.λπ.) που δεν αποκλείεται να αποδειχθούν καθοριστικές για την έκβαση της ποιότητας του έργου. Αναγνωρίζει ότι έγινε μεγάλος αριθμός οικοδομικών έργων υπό μεγάλη πίεση χρόνου («η κριτική είναι εύκολη όταν είσαι απ’ έξω») αλλά την ίδια στιγμή κάνει λόγο για μία «τεράστια χαμένη ευκαιρία»: «Το αρχιτεκτονικό δυναμικό της χώρας δεν αξιοποιήθηκε. Μετά τους Αγώνες δεν θα μείνουν έργα που θα είναι σημαντικά από αρχιτεκτονικής άποψης».

– Για τον Χάρρυ Μπουγαδέλη (Ολυμπιακό Ιππικό Κέντρο και νέος Ιππόδρομος Αθηνών) το θέμα των ολυμπιακών έργων είναι κατ’ εξοχήν «πολιτικό». Και συντάσσεται με όσους υποστηρίζουν πως η ποιότητα της αρχιτεκτονικής που παρήχθη αυτήν την περίοδο κινήθηκε σε χαμηλότερα επίπεδα από αυτά που θα περίμενε κανείς σε μία ολυμπιακή πόλη. Εξηγεί ο ίδιος: «Δυστυχώς τα περισσότερα έργα που πραγματοποιήθηκαν με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων δεν ήταν αποτέλεσμα αρχιτεκτονικών διαγωνισμών. H πίεση του χρόνου περιόρισε σημαντικά τα περιθώρια των μελετητών. Δεν δόθηκε, λοιπόν, ο απαραίτητος χρόνος τόσο σε Ελληνες αρχιτέκτονες όσο και σε ξένους συναδέλφους για να καταθέσουν τις προτάσεις τους, όπως επιτρέπει ένας αρχιτεκτονικός διαγωνισμός και βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα στο Πεκίνο».

Το όνειρο της «ανάκτησης», η ερημιά του Κέντρου

Στην περίπτωση της ελληνικής πρωτεύουσας, η αρχιτεκτονική δεν εξοβελίστηκε μόνο από αυτά καθεαυτά τα ολυμπιακά έργα. Μείζονες επεμβάσεις, που είχαν να κάνουν με την αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος, την εικόνα και την καλύτερη λειτουργία της πόλης, ό,τι δηλαδή συνιστά την «υπεραξία» κάθε ολυμπιακής πόλης, την «κληρονομιά» της, ματαιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό. Αυτό που ίσως «πονάει» περισσότερο είναι η εγκατάλειψη του φιλόδοξου σχεδίου για την «ανάκτηση του παραλιακού μετώπου». Εδώ έγινε διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός (τον κέρδισε το γραφείο Διγενή, σε συνεργασία μ’ ένα μεγάλο ξένο όνομα, τον Ιταλό Βιτόριο Γκρεγκότι) αλλά τελικά δεν εφαρμόζεται με αποκλειστική ευθύνη του ΥΠΕΧΩΔΕ και της υπουργού Βάσως Παπανδρέου, η οποία σχεδόν πριν από ένα χρόνο (στην Ημέρα Περιβάλλοντος) το είχε εξαγγείλει ως ένα από τα πλέον σπουδαία για το μέλλον της Αθήνας.

Στην παραλία, οδηγούμαστε προφανώς στα οικεία «πασαλείμματα» της τελευταίας στιγμής και η περιλάλητη «ανάκτηση» παραπέμπεται στο ασαφές μέλλον. Ετσι χάνεται μία μοναδική ευκαιρία για έναν πεζόδρομο (και ποδηλατόδρομο) μήκους 5 χιλιομέτρων και μία έκταση χιλιάδων στρεμμάτων ανοικτή και προσβάσιμη σε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες. Το ΥΠΕΧΩΔΕ προβάλλει τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί η έγκριση του νέου Προεδρικού Διατάγματος για τις χρήσεις στην παραλία που επεξεργάστηκε ο Οργανισμός Αθήνας. Εως τότε ασφαλώς παραμένουν ανεξέλεγκτοι οι σημερινοί χρήστες του «μετώπου», το χάος εξακολουθεί να βασιλεύει κι όλοι, σε υπουργείο και Οργανισμό Αθήνας, δείχνουν ευχαριστημένοι.

Οχι πολύ διαφορετική κατάσταση και στα υπόλοιπα έργα που μας είχε υποσχεθεί η Διεύθυνση Ειδικών Εργων του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η πορεία στα περισσότερα από αυτά αποδείχθηκε εξαιρετικά ακριβής και ομοιογενής: εντυπωσιακές εξαγγελίες, ωραίες μελέτες και σχέδια, σταδιακές περικοπές, νέες, μεγαλύτερες περικοπές, υλοποίηση, τελικά, όσων είναι απολύτως απαραίτητα.

Στο Κέντρο η κατάσταση είναι απογοητευτική: οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν θα μας κληρονομήσουν ούτε ένα αρχιτεκτονικό έργο που θα υπενθυμίζει στις επόμενες γενιές το μεγάλο γεγονός. Η Ομόνοια «εξωραΐζεται» όπως όπως, το Μοναστηράκι θα υποδεχθεί την υφήλιο σε τραγικά χάλια, το Σύνταγμα δίνει μάχη με τον χρόνο, όσο για τον «αστικό εξοπλισμό» ας το αφήσουμε καλύτερα: στραπατσαρισμένα πεζοδρόμια, ανεξέλεγκτα Ι.Χ. πάνω σε πεζόδρομους και πεζοδρόμια, διάχυτη βρωμιά και ακαταστασία. Ο δήμος υπόσχεται να τα «δώσει όλα» τους επόμενους μήνες, αλλά έχουμε γίνει πολύ δύσπιστοι.