ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ρώσικο γραφείο συνοικεσίων

Νικολάι Β. Γκόγκολ: «Παντρολογήματα»

Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός

Θέατρο: Πο

«Οχι, αν είναι για μια σπορά να σταματήσουμε

να φτιάξουμε ένα σπίτι σαν άλλη φυλακή

να μας εξαγοράσει το ακριβοδίκαιο συζυγικό αιδοίο (…)

καλύτερα μια πυρκαγιά να μας σαρώσει

και μας και τα μικρονοικοκυριά μας».

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, «Αντιδικίες», 1981

Με πρόδρομους τους ρομαντικούς Πούσκιν και Λέρμοντοφ, το ρωσικό θέατρο περνάει στον μεγάλο ρεαλιστή και σατιριστή του Γκόγκολ (1809-1852) για να φθάσει, μετά τις πολλές μεταρρυθμίσεις ιδίως του Αλεξάνδρου Β΄, στον Οστρόβσκι και στον υπόγειο και ασφυκτικά αδιεξοδικό Τσέχωφ.

Καθώς ο μικροαστός και ο εμποράκος ξυπνούν και διεκδικούν την… απατεωνία τους, ακόμα και ο στέρεος ρωσικός θεσμός του παραδοσιακού προξενιού μεταμορφώνεται σ’ ένα ανερυθρίαστο δούναι και λαβείν, όπου άνθρωποι μουσκεμένοι, διαβρωμένοι από βροχή νέων κριτηρίων προσπαθούν να προσαρμοστούν παρωδιακά στις ανάγκες που τους υπαγορεύουν οι καινούργιες κοινωνικές και διοικητικές συνθήκες. Ο Γκόγκολ με τα «Παντρολογήματα» (1842), παρότι δεν φτάνει τις αιχμηρές επιτεύξεις του νεότερου «Επιθεωρητή» (1836), σκιαγραφεί (με οδύνη και χολή) την «αιώνια ρούσικη ψυχή» στις μικροσυμφεροντολογικές παλινωδίες που της εμπνέουν οι νέοι καιροί. Μήπως αυτών των καιρών είναι -καλά οι γελοίοι προικοθήρες υποψήφιοι γαμπροί- αλλά και ο ίδιος ο τετιμημένος της νύφης Ποντκαλιόσιν, που θα αρνηθεί τον υμέναιο τη δωδεκάτη ώρα, σημαίνοντας μια έξοδο αηδίας και ελευθερίας;

«Κωμωδία μετ’ ασμάτων»

Το έργο στην παλιά παράσταση του ’74, στο Εθνικό, είχε παρουσιαστεί αντιστικτικά σε κοινό πρόγραμμα μαζί με την τσεχωφική «Αίτηση γάμου». Αυτό, επειδή η διάρκεια των «Παντρολογημάτων» είναι σχετικά μικρή. Να ο τρόπος με τον οποίο φέτος το υλικό διεύρυνε τις χρονικές του διαστάσεις:

Ο Στάθης Λιβαθινός ανανέωσε την εκλεκτή σατιρική κωμωδία με πολλούς τρόπους. Πρωτίστως την οδήγησε σ’ αυτό που θα λέγαμε «κωμωδία μετ’ ασμάτων». Η στιχουργική δεινότητα, η ρομαντική διάθεση και ο εν γένει ποιητικός οίστρος του Στρ. Πασχάλη έστιξαν τη δράση κατά τους τρόπους του κωμειδυλλίου, χωρίς όμως και να οδηγούν σ’ αυτό. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης γεωμέτρησε σε αρμονικά κινησιολογικά σχήματα την παράσταση (αποφασιστική η συμβολή του Κυρ. Κοσμίδη) και δημιούργησε την επαναληπτική ευφορία της χαρούμενης ισορροπίας. Δεν αρκέστηκε στα εσωτερικά αστεία του κειμένου. Το επιδότησε με γκαγκς και ευρήματα πολύ καλού γούστου, χωρίς όμως αυτά να παρενοχλούν τον λόγο. Πρωταρχική επιλογή του υπήρξε, αφενός, η χορογραφική εμμέλεια του όλου και, αφετέρου, η παρακολούθηση της δραματικής περισσότερο, ιδίως στον κεντρικό ήρωα, ή και ιλαροτραγικής εικόνας των φιγουρών του. Αυτή η πρόβλεψη για τον πικρό πυρήνα της κωμωδίας είναι κατά τη γνώμη μου και η κύρια γκογκολική επιταγή. Η προβολή της έγινε με σθένος από τον Δ. Τάρλοου (Πατκαλιόσιν), μορφή αυτοπάθειας, δειλίας και συνεχών ενδοιασμών μπροστά στην προοπτική του υμεναίου. Η τελική του φυγή επαλήθευσε τα ανωτέρω. Μίλησα πριν για ένα πρόπλασμα «κωμειδυλλίου». Σημαντική σ’ αυτό και στα τραγούδια η μουσική παρέμβαση του Ν. Πλάτανου, με μελαγχολικές κατά το πλείστον μελωδίες, που μάλιστα ακούστηκαν ζωντανά. Σπουδαία η σκηνική δουλειά του Αντ. Δαγκλίδη. Αφαιρετική αλλά εύχαρις, άκρως λιτή και αιφνίδια αποκαλυπτική κάτω απ’ τα σε πρώτο επίπεδο κλειστά και απαλά, παλ ριντό της. Ευφάνταστη και η εργασία της Κλ. Μπρέισγουελ στα κοστούμια, ίσως λίγο πιο φορτωμένα του δέοντος.

Εκμοντερνισμένη μετάφραση

Δεν μπορώ να μιλήσω όμως έτσι και για τη μετάφραση, το σοβαρό μελανό σημείο του εγχειρήματος. Ο Τάρλοου μας έχει συνηθίσει σε στρωτά και αισθητικά ελληνικά. Η συνεργασία του με τον Λ. Καρατζά είχε τουλάχιστον περίεργα αποτελέσματα. Απόδοση ανοιχτά ελληνοποιημένη και κοινοτροπική, κατά σημεία άκριτα εκμοντερνισμένη, προχώρησε σε χρήση όρων που έρχονταν σε σύγκρουση με τη μέριμνα ιθαγένειας του Λιβαθινού. Μα τι θα πει μέσα σ’ αυτήν τη σύμφραση, βρε παιδιά, το «φάτσα κάρτα», το «παλτό», το «ρόμπα» και το «ρόμπα ξεκούμπωτη», το «με καμία κυβέρνηση», τα «δε λέει» και «για τα μπάζα», το «μέγκλα», το «τζιτζί» ή το «δε θα καταλάβει Χριστό»! Τέτοιες «διευκολύνσεις» συσκοτίζουν παρά φωτίζουν τον θεατή και μετατοπίζουν τον άξονα που τόσο υποστήριξαν η σκηνοθεσία και η διανομή.

Οι ερμηνείες

Οπως είναι γνωστό, ο ρόλος του ηθοποιού, ακόμα και στις πρωτοποριακές παραστάσεις ενός Βασίλιεφ, παραμένει πρωταγωνιστικός στο ρωσικό θέατρο: ο νέος ηθοποιός Αιμ. Χειλάκης, λίγο μαγκάκι, κίνησε όμως ως κομφερανσιέ τον φίλο-προωθητή Κασκαριώφ με αέρα σκηνής και άσφαλτους ρυθμούς. Εξαιρετική η προξενήτρα Φιόκλα της Ελ. Γερασιμίδου, υπερέβη κατά πολύ την παγίδα της γραφικότητας: γεμάτη χυμούς, έκλεισε το μάτι, ειρωνεύτηκε, σκανδάλισε. Η Ρωσίδα ηθοποιός Ταμ. Κουλίεβα (Αγάθια) κατόρθωσε να στυλιζάρει με την ακραία εμπειρία του σώματος γοητευτικά το διστακτικό και έντρομο δεσποινάριό της, χορογραφώντας όμως υπερβολικά την κίνησή της με τα λικνίσματα των ποδιών. Κατά τα άλλα, τεχνική, ψυχή, λεπτομέρεια, όλα παρόντα. Η Μπ. Νικολέση-θεία σχολίασε δυναμικά την ντάμα της. Οι τρεις γαμπροί: Ο Αρτο Απαρτιάν έδειξε κάπως μονοσήμαντα τον μονοκόμματο Στραπατσάδα. Ο Μπ. Γιωτόπουλος έλαμψε με χάρη και προσωπικό χιούμορ στον απόμαχο ναυτικό Ζεβάκιν, πλάθοντας ταυτόχρονα και την τραγική φιγούρα του γερο-δανδή που αναρωτιέται με στρουθοκαμηλική αφέλεια για τις αποτυχίες του. Τον λεπτεπίλεπτο, ζαχαρένιο Ανούτσκιν έπαιξε απαράμιλλα ο Ανδρ. Νάτσιος περνώντας, λες, συνέχεια την κλωστή στη βελόνα. Οι Γ. Μακρής και Αλ. Ντεληθέου υπηρέτησαν τους δύο υπηρέτες στωικά ο πρώτος, κάπως ουδέτερα η δεύτερη.

Παρά τη σοβαρή ένσταση της μετάφρασης, τα «Παντρολογήματα» είναι μία απ’ τις καλές φετινές αθηναϊκές εργασίες. Πολύ περισσότερο που εδώ, πέραν του έργου, ικανοποιείται και το παράφορο αίτημα της Μαντάμ ντε Σεβινιέ: «Το κοινό ζητάει ηθοποιό κι όχι έργο».