ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

O δαίμων της ειρωνείας και ο Τόμας Μαν

1) Τόμας Μαν: «O εκλεκτός». Μετάφραση: Σοφίας Γεωργοπούλου. Επιμέλεια-εισαγωγή: Θόδωρος Παρασκευόπουλος. Εκδόσεις «Εξάντας», 2005, σελ. 325.

2) Γκόλο Μαν: «Αναμνήσεις από τον πατέρα μου Τόμας Μαν». Επιμέλεια: Αλέξης Ζήρας. Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2005, σελ. 104.

1) Τόμας Μαν: «O εκλεκτός». Μετάφραση: Σοφίας Γεωργοπούλου. Επιμέλεια-εισαγωγή: Θόδωρος Παρασκευόπουλος. Εκδόσεις «Εξάντας», 2005, σελ. 325.

2) Γκόλο Μαν: «Αναμνήσεις από τον πατέρα μου Τόμας Μαν». Επιμέλεια: Αλέξης Ζήρας. Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2005, σελ. 104.

Να ειπωθεί, για μυριοστή φορά, πως ο Τόμας Μαν είναι μείζων λογοτέχνης, από τους σημαντικότερους του εικοστού αιώνα, προφανώς περιττεύει. Το «Μαγικό βουνό» του, ο Δόκτωρ Φάουστους», το μυθιστόρημα «Μπούντενμπρουκς», για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1929, ο «Θάνατος στη Βενετία», ο «Τόνιο Κρέγκερ», η τετραλογία «O Ιωσήφ και οι αδελφοί του», οι «Αποκαλύψεις του μεγαλοαπατεώνα Φέλιξ Κρουλ» και τα υπόλοιπα έργα, λογοτεχνικά και δοκιμιακά, ενός συγγραφέα που δεν έμεινε ποτέ αδιάφορος για την πολιτική (συντηρητικός κατ’ αρχάς, από το 1923 υπερασπιζόταν σθεναρά τη δημοκρατία, ενώ το 1933 επέλεξε να αυτοεξοριστεί στην Ελβετία και αφότου ο Χίτλερ του στέρησε τη γερμανική ιθαγένεια, το 1938, μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες) θα υπηρετούν αποτελεσματικότατα και για πολύ ακόμα όσους αναζητούν χυμό στις γραμμένες σελίδες, γνώση και απόλαυση.

«Μεσαιωνικό» μυθιστόρημα

Φέτος, ακριβώς στα πενήντα χρόνια από τον θάνατό του (γεννήθηκε στη Βόρεια Γερμανία το 1875, γόνος μεγαλέμπορου και Βραζιλιάνας με πορτογαλοκρεολική καταγωγή, και πέθανε το 1955), βλέπει το φως στα Ελληνικά, καλά μεταφρασμένο από τη Σοφία Γεωργοπούλου που είχε να αντιμετωπίσει τα ποικίλα προβλήματα ενός πολυφωνικού και πολύγλωσσου πρωτοτύπου, το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο του Τόμας Μαν, ο «Εκλεκτός». Πρόκειται για ένα «μεσαιωνικό» μυθιστόρημα που, με φόντο το επινοημένο δουκάτο της Φλάνδρας-Αρτουά, εκμεταλλεύεται με αναθεωρητική-διασκευαστική πρόθεση παλιούς γερμανικούς και γαλλικούς θρύλους, παραδόσεις, τραγούδια και ποιήματα. Εχουμε επίσης την τύχη να διαβάζουμε, επίσης φρεσκοτυπωμένες, τις «Αναμνήσεις από τον πατέρα μου Τόμας Μαν», του Γκόλο Μαν, όπου ο γιος, χωρίς το δέος εκείνο που «αυτοθεραπεύεται» διά της υμνητικής λογοδιάρροιας αλλά και χωρίς να τον ταλανίζει ο τόσο συχνός πόθος της συμβολικής πατροκτονίας, αφηγείται στιγμές του βίου του πατέρα του.

Αμφιβολίες για την τέχνη

«Ο πατέρας μου μπορούσε να μιμείται με κέφι και με μεγάλο ταλέντο», γράφει λοιπόν ο Γκόλο Μαν. Κι αλλού, αναφερόμενος στις πατρικές «αμφιβολίες για την τέχνη, αμφιβολίες για το γράψιμο γενικά», σημειώνει: «Πολλές φορές, ιδίως όταν ήταν νέος, είπε πως είναι καλύτερα να μάθει κανείς κάτι σωστό και να γίνει χρήσιμος πολίτης, παρά ν’ ασχολείται με τέτοια κουραφέξαλα». «Κουραφέξαλα» ή όχι η γραφή, ο Τόμας Μαν της δόθηκε παθιασμένα, κι έγινε, εκτός όλων των άλλων, μάστορας της παρωδίας και της ειρωνείας. Στον «Εκλεκτό», έργο του 1951, ο δαίμονας της παρωδίας και της ειρωνείας, που θέτει στο στόχαστρό του την ίδια τη Θεία Χάρη αλλά και τη γραφή και τον Γκαίτε και τον Φάουστ και τον Φάουστους, λειτουργεί παντελώς ελεύθερος, με θαυμάσια αποτελέσματα, τα οποία ωστόσο είχαν ενοχλήσει κάποιους θεοσεβούμενους.

«Κάποιος ευλαβής κριτικός», σημείωνε σε επιστολή του ο Τόμας Μαν, «έγραψε πως καλαμπουρίζω με τον καλό Θεό. E, εδώ το έκανα με τον Γκαίτε, γιατί να μην το κάνω και με τον καλό Θεό; Είμαι βέβαιος ότι καταλαβαίνει από αυτά – και δεν είναι όλα αστεία σε τούτη την όψιμη μορφή του θρύλου». Δύσκολα διαβάζει τον ευφορικό «Εκλεκτό» ο Ελληνας αναγνώστης χωρίς να φέρει στον νου του τη βιτριολική περί θείων και θρησκειών σάτιρα του Εμμανουήλ Ροΐδη.

Ποιον θρύλο ανασυντάσσει ο Τόμας Μαν; Τον μύθο του Γρηγορίου, που αγίασε διά της πολλής αμαρτίας και της ανοσιότητας («άκρα ροπή προς την αμαρτία, άκρα μετάνοια, μόνο τούτη η διαδοχή φέρνει αγιότητα» έγραφε ο Μαν αναφερόμενος στον «Εκλεκτό» του). Δεν θα μπορούσε βέβαια να θεωρηθεί ο Γρηγόριος αργοπορημένος συνεχιστής της αίρεσης των Νικολαϊτών (εμφανίστηκε στην Πέργαμο τον 1ο αιώνα μ.Χ. και τα μέλη της είχαν την πρωτότυπη άποψη ότι η συντομότερη οδός προς τον Θεό είναι η οδός της απωλείας και της ακολασίας). Και τούτο επειδή ο ίδιος δεν γνώριζε ούτε ότι ήταν γόνος βαρύτατης αμαρτίας (για να γεννηθεί ο μέλλων Εκλεκτός, που θα καταλάμβανε την Αγια Εδρα, η μάνα του είχε σμίξει με τον αδερφό της) ούτε ότι αμάρταινε όταν ερωτευόταν και νυμφευόταν τη μητέρα του, με την οποία απέκτησε και παιδιά (αν και, όπως ο ίδιος ομολογεί στην τελική, καθαρτήρια σκηνή της αναγνώρισης, «εκεί που η ψυχή δεν κάνει κόλπα, γνώριζε πολύ καλά ότι ήταν η μητέρα του η γυναίκα που αγαπούσε»).

Οιδίπους – Μωυσής

Εχουμε λοιπόν έναν Οιδίποδα, γόνο μιας αποφασισμένης αδελφομιξίας, ο οποίος ξεκινάει τον βίο του σαν Μωυσής, αφού οι αμαρτωλοί γονείς του τον έβαλαν νήπιο σε ένα βαρέλι (μαζί με τα γραπτά τεκμήρια της καταγωγής του) που το άφησαν στη θάλασσα και «στα χέρια του Θεού»· τον βρίσκουν και τον ανατρέφουν ταπεινοί ψαράδες κι ύστερα μοναχοί, ζει σαν από θαύμα επί δεκαεφτά χρόνια πάνω σε μια πέτρα, γίνεται ακατανίκητος ιππότης, δούκας, πάπας. «H ζωή ακολουθεί τετριμμένα πρότυπα», λέει κάποια στιγμή ο αφηγητής, αλλά σίγουρα τίποτε το τετριμμένο δεν διακρίνει τη ζωή του Γρηγορίου. H λογοτεχνία πάντως, ασκημένη να μαθητεύει στο μη τετριμμένο, ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την ιστόρηση ακραίων περιστατικών βίου. Ας θυμηθούμε την «υπόθεση» του «Λάμπρου» του Διονύσιου Σολωμού, το πώς δηλαδή ο Λάμπρος, «κακοήθης, αλλά μεγαλόψυχος άνδρας», σμίγει με μια «ερωτική τρυγόνα» που όμως ήταν η κόρη του, την οποία αναγνώρισε από τον «αιματώδη σταυρό» της δεξιάς παλάμης της· με το νου του «έρμο κόσμο που χαλιέται», ο Λάμπρος, μέσα στην εκκλησία, φτάνει να πει πως «άντρας (κι η μοίρα ό,τι κι α θέλει ας γράφει, / του εαυτού του είναι Θεός»).

Δεν είναι ο μύθος και η πλοκή η ουσία του «Εκλεκτού» του Τόμας Μαν. Τους χυμούς τούς προσφέρει σε αφθονία η τεχνικότατη εξιστόρηση. «Ενσάρκωση του πνεύματος της αφήγησης» ή απλό «δοχείο του» είναι ένας Ιρλανδός μοναχός, ο Κλήμης (ή Κλέμενς). «Το πνεύμα της αφήγησης», διαβάζουμε, «είναι πνεύμα ομιλητικό, πρόθυμο να οδηγήσει τον αναγνώστη και τον αφοσιωμένο ωτακουστή παντού, ακόμη και στη μοναξιά των ποιητικών μορφών του, υφασμένων με λέξεις». Οντας επιπλέον «ευτράπελο» το πνεύμα αυτό, σκωπτικό (ιδίως όταν αναφέρεται στο Αγιο Πνεύμα και τις πρόνοιές του) αλλά και αυτοσαρκαστικό, αποσαφηνίζει (υπονομεύοντας τον Παντογνώστη Αφηγητή, τον Συγγραφέα-Θεό) ότι είναι «στη φύση του να δίνει την εντύπωση πως όλα όσα αναγγέλλει τα κατέχει» και να μιλάει «με επίπλαστη ευχέρεια για πράγματα που δεν ανήκουν στη ζωή του». Για τον μοναχό-συγγραφέα, ίσως και για κάθε συγγραφέα, η γραφή μετατρέπεται ρητά σε «υποκατάστατο απολαύσεων», στη μοναδική τεχνική που του επιτρέπει να γευτεί «την ευτυχία και τον πόνο των ανθρώπων».

Ο «Εκλεκτός» έχει ήδη θεωρηθεί «το καθαυτό τέλος» του «Δόκτορα Φάουστους» ή κάτι σαν ανάποδο διπλό του, σαν «θετικά μετατονισμένη παρωδία μιας αρνητικής παρωδίας που οδηγεί στον μηδενισμό» όπως παρατηρεί ο Χάιντς Πόλιτσερ στο βιβλιαράκι που φιλοξενεί τις αναμνήσεις του Γκόλο Μαν. Οπως και να ‘χει, είναι ένα τερπνά απομυθευτικό αφήγημα που ενστερνίζεται τη μέθοδο της αστειότητας για να πει τα σοβαρά που έχει να πει.