ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Crash ***

Κοινωνική

Σκηνοθεσία: Πολ Χάγκις

Ερμηνεία: Ματ Ντίλον, Ντον Τσάιντλ, Θάντι Νιούτον, Σάντρα Μπούλοκ.

Το «Crash» έρχεται από τους κόλπους του λεγόμενου ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου και μοιάζει με… crash test για την αγάπη και το -ρατσιστικό- μίσος. Γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε από τον Πολ Χάγκις (ο σεναριογράφος του περυσινού «Million dollar baby») και έχει θέμα την καθημερινή επαφή ανθρώπων, η οποία υφίσταται μόνον ως σύγκρουση. Στην Πόλη των Αγγέλων οι άνθρωποι συνήθως δεν περπατούν, αλλά καλύπτουν τις αποστάσεις οδηγώντας. Γεγονός που, εξ ορισμού, μετατρέπει σε σύγκρουση ακόμη και την πιο ανεπαίσθητη επαφή τους. O τίτλος και μια ατάκα στο ξεκίνημα περιγράφουν εύγλωττα το «Crash» που αρχίζει και τελειώνει νύχτα με την ίδια σκηνή σε έναν περιφερειακό δρόμο του Λος Αντζελες. Ενας μελαγχολικός μαύρος ντετέκτιβ βρίσκεται απέναντι σε μια συνηθισμένη για το αστυνομικό δελτίο τραγωδία. Στον πρόλογο, υποθέτουμε πως πρόκειται για τροχαίο. Στον επίλογο, αποκαλύπτεται ένα έγκλημα που συνέβη κατά τύχη και διά ασήμαντον αφορμή.

Η «κακιά ώρα»

Η ταινία αρχίζει με νεύρο και ατμόσφαιρα νεο-νουάρ και καταλήγει σε μια χριστιανικού τύπου αλληγορία, διαγράφοντας έναν κύκλο πάνω από τον παράδεισο που έγινε κόλαση, επειδή οι άνθρωποι μισούν αντί να αγαπούν ο ένας τον άλλον. H πόλη είναι ένα καζάνι έτοιμο να εκραγεί εξαιτίας του ρατσισμού. Λευκοί, μαύροι, μελαψοί και κίτρινοι βρίσκονται σε μια δίνη γύρω από τον εαυτό τους, γιατί δεν μπορούν να δουν πέρα από τη μύτη τους. Ολοι στρέφονται εναντίον όλων. Αν τους παρατηρήσεις από απόσταση, μοιάζουν με οργισμένα ανθρωπάκια σε ανεξέλεγκτη τροχιά, καθώς το μίσος έχει καταλάβει τη θέση της λογικής. Από κοντά, είναι φοβισμένοι, νευρωτικοί, και απελπισμένοι. Κλέφτες και αστυνόμοι, διεφθαρμένοι και αδιάφθοροι, πλούσιοι και φτωχοί είναι ικανοί για το μεγαλύτερο έγκλημα, αλλά και για τη μεγαλύτερη πράξη αυτοθυσίας. Σαν να λέμε, η «κακιά ώρα» φταίει για την καταστροφή.

Το «Crash» αποτελείται από πολλές παράλληλες ιστορίες, στις οποίες παραλλάσσεται το θέμα της σύγκρουσης, με πρωταγωνιστές ανήμπορους να συνυπάρξουν με ό,τι διαφορετικό υπάρχει δίπλα τους. Το τυχαίο λειτουργεί ως καταλύτης και τις ενώνει σαν κρίκους της ίδιας αλυσίδας. O Χάγκις παραθέτει στιγμιότυπα το ένα δίπλα στο άλλο φτιάχνοντας μια αλληγορία, όπου δοκιμάζονται σε αλλεπάλληλα… crash test το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» και το «αγαπάτε αλλήλους», για να φανεί η αντοχή και η ανωτερότητα της χριστιανικής ηθικής έναντι του μωσαϊκού νόμου. H πρόθεσή του κρατάει το «Crash» στα μέτρα μιας καλογυρισμένης ηθογραφίας με στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία και ελεγειακό ύφος. O Χάγκις, ταλαντούχος αλλά και φλύαρος, προσπάθησε να περάσει από τις συμπληγάδες των «Στιγμιότυπων» του Ρόμπερτ Ολτμαν και της «Μιας ξεχωριστής μέρας» του Τζόελ Σουμάχερ.