ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Αυτή η ταινία που έκανα είναι και η τελευταία»

«Αυτή η ταινία είναι σαν το παιδί που βγήκε με πολιομυελίτιδα αλλά το αγαπάς, είναι παιδί σου». Μάλλον ανορθόδοξος τρόπος για να προωθήσει ένας σκηνοθέτης τη νέα ταινία του. Ομως ο Σταύρος Τσιώλης έχει τον δικό του τρόπο να μιλάει όπως και να γυρίζει ταινίες. Ενα κράμα απολαυστικό όπου το κωμικό και το υπερρεαλιστικό καρυκεύεται από έναν ιδιότυπο λυρισμό, γλυκύτητα, τρυφερότητα, κατανόηση για τα ανθρώπινα και καθημερινά. H θητεία του Σταύρου Τσιώλη στο σινεμά της Φίνος Φιλμ (έχει εργαστεί ως βοηθός σκηνοθέτη σε περισσότερες από 50 ταινίες και έχει υπογράψει μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες όπως την «Κατάχρηση εξουσίας», τη «Ζούγκλα των πόλεων» ή τον «Μικρό δραπέτη»), τον έχει προικίσει με τη γνώση του αυθεντικού και του λαϊκού. Οχι των σύγχρονων τηλεοπτικών πλαστογραφιών, αλλά του λαϊκού που αποκαλύπτει την όψη μιας σύγχρονης Ελλάδας που μας «διαφεύγει». Αυτήν την Ελλάδα αναζητάει ο Σταύρος Τσιώλης στον γενέθλιο τόπο του την Πελοπόννησο, όπου και γύρισε το μεγαλύτερο μέρος της δεύτερης σκηνοθετικής περιόδου του, που ξεκίνησε το 1985 με το «Μια τόσο μακρινή απουσία». Μια παραγωγική 20ετία, στην οποία ο Λογοθετίδης και ο Αυλωνίτης συναντούν τον Μποστ, υπό τους ήχους του Βασίλη Καρρά ή του Νότη Σφακιανάκη. Στις οκτώ ταινίες που έχει γυρίσει στο διάστημα αυτό, αναδεικνύει το εγχώριο γιαλαντζί και την πληθωρική, γευστική γοητεία του, με ισχυρές δόσεις μελαγχολίας, ανατρεπτικού χιούμορ και, εκ πρώτης όψεως, σουρεαλιστικών καταστάσεων.

Στο «Φτάσαμεεε!…», που βγαίνει στις αίθουσες την ερχόμενη Πέμπτη, αποτίει φόρο τιμής στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι και στους δημιουργούς. Σήμερα, ο Σταύρος Τσιώλης κοντεύει τα 70, δηλώνει ότι η ταινία αυτή είναι η τελευταία, ενώ το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο «Τα κοκκινομπλέ πατίνια» (κωμωδία με πρωταγωνιστές ένα ζεύγος πατινιών και τον 45άρη Αργύρη) θα ανεβεί από το Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. «Δεν αγαπώ καθόλου αυτό που συμβαίνει γύρω μας. Αυτήν την κυρίαρχη κουλτούρα του «να περνάμε καλά». Ετσι γινόμαστε τεράστια αρπακτικά», λέει, μεταξύ πολλών άλλων, στην «Κ».

Τι να έρθει να πει η Βανδή σε ένα γάμο;

– Στην ταινία υποστηρίζετε με πάθος το ελληνικό λαϊκό και παραδοσιακό τραγούδι.

– Εγώ άλλη ταινία ήθελα να κάνω. Ηταν να γυριστεί το ’93 – ’94. Γυρίστηκε τελικά με δέκα χρόνια καθυστέρηση… O κόσμος άλλαξε βίαια και εγώ δεν το είχα πάρει είδηση. Προετοιμάζαμε μια ταινία με τον Βακαλόπουλο για εκείνους τους μουσικούς που δεν έχουν όνομα, που είναι στο περιθώριο και δεν τους ξέρει κανείς αλλά είναι οι μεγάλοι μας μουσικοί· εκείνους που συναντάει κανείς στα πανηγύρια και στους γάμους. Οι Βασιλοπουλαίοι, οι Σουκαίοι, οι Μπέκοι, ο Σαλέας είναι άνθρωποι των πανηγυριών, η μεγάλη δεξαμενή της μουσικής μας παράδοσης. Υπάρχει μια ορισμένη τάξη, η οποία τροφοδοτεί τα μεγάλα μαγαζιά και το μεγάλο ψέμα… Τεράστιες πίστες, τεράστια χορευτικά και έξοδα. Εκεί, ο θεατής είναι χωμένος μέσα στον εγωισμό του και στην παρέα του.

Το ίδιο συμβαίνει στα πανηγύρια που παίζουν γύφτοι και λευκοί; Τι είναι ένα πανηγύρι; H μνήμη ενός αγίου. Γιορτή προς τιμήν του δοξαζόμενου. Γι’ αυτό και οι χοροί, η διασκέδαση, είναι ένας ύμνος στην πίστη, στην ελπίδα, αν θέλεις ακόμη και στην προσμονή του θαύματος. Το έχω νιώσει αυτό στα πανηγύρια. Απλώνουνε καρέκλες στην πλατεία και γίνεται όλη ένα μαγαζί. Είναι το ίδιο στις μεγάλες πίστες; Τι θα έρθει να πει η κ. Βανδή σε ένα γάμο; «Υποφέρω, υποφέρω, υποφέρω…»; Στα πανηγύρια τραγουδιέται η βυζαντινή, μεγάλη μουσική. Δες τα τραγούδια της Θώδη, της Λίντας Κόλια, των Μπέκων, του Ζαφείρη Μελά, δες ακόμα το απελπισμένο πάθος της Στανίση… Αυτούς αγαπάω, γιατί είναι μεγάλη η μουσική παράδοση που κουβαλάνε και δεν το ξέρουν. Το είπε ο Χατζιδάκις για τον Τσιτσάνη: «O Τσιτσάνης είναι μεγάλος όσο δεν το ήξερε». Από εκεί πίνουν όλοι νερό.

Αυτοί οι άνθρωποι παίζουν με το ίδιο πάθος και μεγαλείο είτε υπάρχει «χαρτί» (χρήμα) εκεί όπου εμφανίζονται είτε όχι. Στις πίστες τι κάνουν; Ενδυματολογικά τερτίπια και ωραιοπάθειες. Δείτε τη Γιουροβίζιον. Θυμάστε το τραγούδι; Τι μένει; Ενα όμορφο κορίτσι που κουνιέται. Εχει σχέση αυτό με τη μεγάλη μουσική μας παράδοση; Αυτήν που έχει ανάγκη ο κόσμος για να εκφράσει τη χαρά ή τη λύπη του; Να ενωθεί με τους άλλους και να ξεφύγει από την απελπιστική μοναξιά του χωριού, της μικρής πόλης;

Τα φαντάσματα του ’50

– Σε αυτήν την αισθητική της πίστας πόσο συμβάλλει η τηλεόραση των «πρωινάδικων» και των φέιμ στόρι;

– Τι να απαντήσω τώρα σε αυτό; Δεν είναι αλήθεια; Λες και ο κόσμος θέλει βαβούρα και φασαρία σε πολυτελές περιτύλιγμα. Στα φέιμ στόρι γίνονται τα παιδιά εχθροί το ένα με το άλλο. Λένε ότι υπάρχουν φιλίες. Μα τι φιλίες; Αφού όλοι στοχεύουν στην αμοιβή του τέλους. Αυτό είναι η μουσική; Αντιπαλότητα; Ή επικοινωνία; Είναι μεγάλη τέχνη. Για όνομα του Θεού. Και ύστερα το ίδιο αυτό κανάλι, δεν δίνει το 1,5% για τον ελληνικό κινηματογράφο. Οχι για μένα, εγώ μεγάλωσα. Για τα νέα παιδιά. Και βλέπω τους τελευταίους μήνες να προβάλλουν τα ιδιωτικά κανάλια τα φαντάσματα της δεκαετίας του ’50. Μελό απίστευτα, με το όνειρο του κάθε πατέρα να παντρέψει την κόρη του ή να χώσει το παιδί του σε μια θεσούλα. Χωρίς τίποτα να ομολογεί τον εμφύλιο, τον πόνο… Δεν πέρασαν αυτά από τον ελληνικό κινηματογράφο… Τιμούμε, και το λέω σε όλους γιατί είμαι 70 χρόνων και έχω δικαίωμα να τους το πω -συμπληρώνω φέτος 49 χρόνια στον κινηματογράφο-, τιμούμε, λοιπόν, 30 – 40 ταινίες. Τον κυρ Αλέκο τον Σακελλάριο, δυο ταινίες του κυρίου Τσιφόρου, τον Βέγγο, τη Βουγιουκλάκη, τον μεγάλο Χατζηχρήστο, το ταλέντο του Μακρή, του Αυλωνίτη… Ταλέντα μεγάλα που πέρασαν κάποια στιγμή, εξέφρασαν την εποχή τους και έφυγαν… Και ενώ θα έπρεπε να είναι ναός αυτές οι ταινίες, διαλύθηκαν από την εμπορευσιμότητα.

– Αυτή τη φορά αφήσατε την Πελοπόννησο και κάνατε τα γυρίσματα στη Λιβαδειά.

– Στο κέντρο της Λιβαδειάς, της πόλης. Και μάλιστα την εποχή του EURO. Χαμός γινόταν. Θέλω να ευχαριστήσω τα νέα παιδιά της Λιβαδειάς -πάνω από 2.000 κάθονταν στις γύρω καφετέριες, και όταν τους παρακαλούσα να κάνουν ησυχία για να γυρίσω το πλάνο δεν ακουγόταν ούτε ανάσα- και να εκφράσω, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, τη θλίψη μου για τους μεγάλους. Μας πετούσαν από το ξενοδοχείο γιατί είχαμε λέει γύφτους… Κανένας σεβασμός.

Θα μας πέταγαν έξω

– Απέχει πολύ από την εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας;

– Γιατί να το πιστέψω αυτό που λες; Για να απελπιστώ; Στη Μάνη θα μας είχαν ακόμη αγκαλιά… Ή στη λίμνη Βόλβη, που γύρισα το «Ας περιμένουν οι γυναίκες», έπρεπε να δεις την αγάπη και συμμετοχή των Μακεδόνων. Βέβαια εγώ μόλις φύγω από την Πελοπόννησο χάνω τα νερά μου. Στη Λιβαδειά μού έφυγε η ταινία από τα χέρια… Το λάθος είναι ότι ανέμειξα επαγγελματίες ηθοποιούς με ερασιτέχνες και μουσικούς. Πριν από δέκα χρόνια θα τη γύριζα μόνο με ερασιτέχνες. Οπως όταν δούλευα ως αργυροχόος, θυμάμαι, βάζαμε 22 μέρη καθαρού χρυσού και δύο μέρη ασήμι και χαλκό και αυτά στους 1.200 βαθμούς γίνονταν ένα. Εδώ, εγώ έβαλα φωτιά αλλά δεν γίνανε ένα. O καθένας ήταν στον δικό του κόσμο, όλα έπρεπε να γίνουν βιαστικά, μας απειλούσαν ότι θα μας πετάξουν έξω από το ξενοδοχείο…

– Το είδος κινηματογράφου που υπερασπίζεστε έχει, πιστεύετε, περισσότερους αποδέκτες στο πέρασμα του χρόνου;

– Εγώ τώρα εξέπεσα… Αρχισα να μην πιστεύω σε αυτό που κάνω. Εφτασα 70 χρόνων. Δεν μπορούν να με συγχωρούν πια για τα λάθη μου. Γι’ αυτό είναι και η τελευταία ταινία αυτή που έκανα. Τώρα θα γράφω για το θέατρο… Θα δω τι θα κάνω. Το θεατρικό έργο που θα ανεβάσει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, τα «Κοκκινομπλέ πατίνια», είναι τελείως Σακελλάριος, Ψαθάς, Κεχαΐδης… Είναι οι δάσκαλοί μου σε αυτό το θεατρικό. Βλέπεις την επιρροή και τη συνέχεια στην καρδιά μου.

– Και η θέση του κινηματογράφου σε όλα αυτά;

– O κινηματογράφος ποτέ δεν θα χάσει το νόημα της αποστολής του. Είναι μεγάλη λαϊκή τέχνη. Δεν μπορούν να τη νικήσουν τα κανάλια. Είναι αδύναμη η εξουσία τους. Θα ‘ρθει ο χρόνος και θα το δεις. Γιατί τις μεγάλες θεαματικότητες τις κάνουν από τις ταινίες. Δες τις τηλεοπτικές κωμωδίες: το τάχα μου – τάχα μου. Και οι ηθοποιοί που λένε τα δικά τους λόγια, κανένας σεβασμός στο κείμενο, κάνουν τα δικά τους… Ολα έγιναν τάχα μου – τάχα μου.

«Φτάσαμεεε!…»

Η υπόθεση: Αύγουστος, και το περίφημο νυχτερινό κέντρο του Μίμη «The River», στη Λιβαδειά, χρειάζεται ορχήστρα, μιας και στους Δελφούς ξεκίνησε ήδη το Μεγάλο Συνέδριο Ελληνοαμερικανών Ομογενών. Από τα χαράματα αρχίζουν να καταφθάνουν μουσικά συγκροτήματα απ’ όλη την Ελλάδα για να πάρουν τη δουλειά!

Στη διάρκεια του 24ώρου, σαράντα μουσικοί και τραγουδιστές θα προβάρουν τα τραγούδια τους, θα λογομαχήσουν, θα αναπολήσουν, θα φλερτάρουν, τρώγοντας, πίνοντας, τραγουδώντας και παίζοντας μουσική. Ενα πολύχρωμο μωσαϊκό χαρακτήρων ξεδιπλώνεται, αποκαλύπτοντας ένα διαφορετικό κόσμο που αναπνέει δίπλα μας. Σενάριο – σκηνοθεσία: Σταύρος Τσιώλης Φωτογραφία: Βασίλης Καψούρος Μουσική: Γιώργος Φακανάς Παραγωγή: Θάλασσα A.E., E.K.K., EPT A.E., Filmnet Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Ζουγανέλης, Παύλος Κοντογιαννίδης, Αννα Παναγιωτοπούλου, Κωνσταντίνα, Ταμίλα Κουλίεβα, Μάκης Κοντιζάς Πάνος Σκουρολιάκος, Χρήστος Τσάγκας, Ελένη Φιλίνη, Αργύρης Μπακιρτζής, κ.ά.