ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αθησαύριστα κείμενα Καββαδία

Νίκος Καββαδίας: «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη. Αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα». Επιμέλεια: Guy (Michel) Saunier. Εκδόσεις «Αγρα», 2005, σελ. 142.

Χωρίς ποτέ να παραβλέπουμε ότι η ποίηση εξακολουθεί να έχει εμπορικό μερίδιο αναντίστοιχο με την αίγλη της (ή τουλάχιστον με τους επαίνους τους οποίους, με αιφνίδιο και μάλλον ρηχό λυρισμό, της αποδίδουμε κατά την «Ημέρα» του Μαρτίου που της έχουμε αφιερώσει), δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε ότι η ποίηση του Νίκου Καββαδία απολαύει μιας διαρκούς, «εξακολουθητικής» δημοτικότητας. Παράμετροι ερμηνευτικές, μικρής ή μεγάλης αξίας, μπορεί να υποδειχθούν αρκετές, σίγουρα πάντως σε αυτές δεν συμπεριλαμβάνεται το εξωτερικό κύρος κάποιων τιμητικών βραβείων, και μάλιστα διεθνών, όπως συμβαίνει με άλλους λογοτέχνες.

Επιπλέον, ο Κεφαλονίτης Νίκος Καββαδίας (1910-1974) δεν έγινε και δεν πρόκειται να γίνει ποτέ «κρατικός» ή «εθνικός» ποιητής, ούτε καν «επίσημος». Το αντίθετο· για ορισμένους, για πολλούς μάλλον, και παρά τις εν τω μεταξύ μελέτες του έργου του που ανέδειξαν κρίσιμα στοιχεία της λογοτεχνικής του υπόστασης και της πολιτικής του διάστασης, παραμένει (μειωμένος και μερικευμένος) ποιητής «περιθωριακός» ή «του περιθωρίου», του θαλασσινού περιθωρίου, με μπόλικες δόσεις αλκοόλης και ψυχεδελικών. Είναι πιθανό η αντίληψη αυτή, σαφώς περιοριστική, να συναρτάται με μια αποκλειστικά ακροαματική πρόσληψη του έργου του Καββαδία, μέσα από το άκουσμα πολλών μελοποιημένων στίχων του. Σ΄ αυτή την περίπτωση μπορούμε να εικάσουμε ότι όσοι τον τραγουδούν ή τον ακούνε τραγουδισμένο δεν είναι οπωσδήποτε και αναγνώστες του, ή καλύτερα προσεχτικοί αναγνώστες του, και επιπλέον ότι δεν έλαβαν ποτέ την απόφαση να απολαύσουν την αφήγηση της σπουδαίας «Βάρδιας» του, ή να διαβάσουν τα μικρότερα αφηγήματά του, «Λι», «Του πολέμου» και «Στο άλογό μου».

Σίγουρα, ο φαινομενικός εξωτισμός, από κοινού με τη χρήση ποιημάτων του για τη δημιουργία τραγουδιών που αποδείχτηκαν ανθεκτικά στο χρόνο και ελκυστικά και για τις νεότερες γενιές, διεύρυναν το ακροατήριό του. Αλλά ίσως αυτά τα δύο στοιχεία να διευκόλυναν και μια κάποια παρανάγνωση του έργου του, ή έστω τον κερματισμό του σε τμήματα λιγότερο ή περισσότερο «οικεία» και «βατά»· η μουσική -το γνωρίζουμε και από τη μελοποίηση του Σεφέρη ή του Ελύτη- δεν είναι απλή μεσολάβηση αλλά και ερμηνεία, κι αυτό έχει τις συνέπειές του.

Η προ τριμήνου έκδοση ενός βιβλίου που, υπό τον τίτλο «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη», παραδίδει στον αναγνώστη αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα του Καββαδία, δεν αλλάζει ριζικά την εικόνα για το έργο του. Δεν περιέχει άλλωστε ανέκδοτα κείμενά του, κάποια «κρυμμένα» ή κατάλοιπα που σε άλλη περίπτωση, αν ήταν δηλαδή προφανώς διαφορετικής σκόπευσης και επεξεργασίας από τον ήδη γνωστό «κανόνα», θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε βαθύτερο αναστοχασμό και σε φιλολογικό-ερμηνευτικό αναπροσανατολισμό. Το βιβλίο περιέχει πεζά κείμενα και ποιήματα ήδη δημοσιευμένα (με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας λόγου χάρη ή με το πραγματικό όνομα του ποιητή) σε περιοδικά, ανθολογίες και εφημερίδες.

Μεγάλη η χρονική έκταση που καλύπτουν τα δημοσιεύματα (από το 1926 ή 1927 έως το 1971) και μεγάλη επίσης η ποικιλία τους, με κυμαινόμενη ως εκ τούτου την καθαυτό αξία τους, αφού άλλα ηχούν συμπληρωματικά και επικουρικά (άρα η σημασία τους είναι πρωτίστως φιλολογική) και άλλα διαθέτουν την τερπνή λογοτεχνική αυτοτέλεια και πρωτοτυπία τους: Συστεγάζονται λοιπόν ταξιδιωτικές εντυπώσεις, εφηβική ή μετεφηβική στιχουργική προεξαγγελτικού χαρακτήρα, μυθοπλαστικά μίνι αφηγήματα, αντιστασιακά ποιήματα του 1943 και του 1945, βιβλιοκριτικά σημειώματα· υψηλότερο όλων το ποίημα «Kasbah», πρωτοδημοσιευμένο στο περιοδικό «Κυπριακά Γράμματα» το 1939, που δεν του λείπει η σαρκαστική αυτοαναφορά: «Αν ζήσατε πολύ στους τροπικούς / κι αν εδιαβάσατε παράξενα βιβλία / μάθατε μόνο να οδηγάτε αργά τα πλοία / στους χάρτες σκύβοντας τους Μερκατορικούς». Είναι πάντοτε λογική και νόμιμη η επιφύλαξη που αφορά την εκ των υστέρων δημοσίευση όλων των γραπτών ενός συγγραφέα, που είχαν μείνει στο συρτάρι όσο ζούσε, για λόγους ή αυστηρά λογοτεχνικούς ή γενικότερους. O κίνδυνος της «ειδωλολατρικής» αντιμετώπισης ακόμα και μιας ιδιόγραφης σημείωσης αδιάφορου οικονομικού χαρακτήρα είναι προφανής. Εάν βεβαίως έχει γίνει ρητή η βούληση του λογοτέχνη να εκδοθούν εν καιρώ τα πρωτόλεια, οι επιστολές του σή ό,τι άλλο, όταν ο ίδιος θα λείπει, η φιλολογία δεν μπορεί παρά να συμμορφωθεί. Στην περίπτωση των «αθησαυρίστων» του Νίκου Καββαδία δεν εγείρεται βεβαίως πρόβλημα αυτού του είδους· τα κείμενα, με την πνευματική του ηλικία το καθένα, είχαν δημοσιευτεί στον καιρό τους, οπότε προβάλλει αυτονόητη η συγκέντρωση και η ανατύπωσή τους, και μάλιστα με ενιαία, εκσυγχρονισμένη την ορθογραφία τους (και όχι με τυπολατρική αναπαραγωγή ακόμα και των τυπογραφικών λαθών, όπως συμβαίνει όταν αντιμετωπίζουμε σαν ταμπού τις πρώτες δημοσιεύσεις, ακόμα και τις έκδηλα πρόχειρες ή λαθεμένες).

Ολα τα αποθησαυριζόμενα κείμενα (που ο εντοπισμός και η αποσαφήνιση της εκδοτικής πορείας τους οφείλει πολλά στο πάθος του μελετητή και συλλέκτη Γιώργου Ζεβελάκη) σχολιάζονται εκτενώς από τον επιμελητή του τόμου, τον Γάλλο νεοελληνιστή Γκυ (Μισέλ) Σωνιέ (συγγραφέα και του βιβλίου «”Ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό…” – Ερευνα στον μυθικό κόσμο του Νίκου Καββαδία», εκδ. Αγρα, 2004), ο οποίος και τα συσχετίζει προσεχτικά με το ήδη γνωστό έργο του Καββαδία. Αυτή είναι άλλωστε η προσφορά του βιβλίου, πέρα από την καθαυτό απόλαυση που δωρίζουν τα αρτιότερα μέλη του: η δυνατότητα να εντοπιστούν, στην πρώιμη μορφή τους, τα μοτίβα που κυριάρχησαν στην ποίηση και την πεζογραφία του Καββαδία, οι εμμονές του στις αλλεπάλληλες αναδιαπραγματεύσεις και αναψηλαφήσεις του· η δυνατότητα δηλαδή να χαραχτεί μια κάπως κοντινή με τα πράγματα διαδρομή της ποιητικής του, της σκέψης και των αισθημάτων του – για τη θάλασσα και τους θαλασσινούς, για τις γυναίκες και τις «ουσίες», για τον έρωτα και για την πολιτική, η οποία δεν υπήρξε ποτέ απλό φόντο ή παρεμπίπτουσα αδιάφορη νύξη στο έργο του.

Μπορεί επίσης ο αναγνώστης, μελετώντας πλέον και τα αθησαύριστα ποιήματα, να παρακολουθήσει τη μουσική ενηλικίωση των στίχων του Καββαδία, το πώς κατέκτησε το μέτρο και τη ρίμα, που υπήρξαν ο καίριος και μη εναλλάξιμος τρόπος έκφρασή τους και όχι η τάχα εύκολη υιοθέτηση της «παραδοσιακών τεχνικών»· ο απαξιωτικά πλέον αποκαλούμενος «παραδοσιακός στίχος» μπορεί, όπως πειστικότατα φανερώνει η ποίηση του Καββαδία, να αποβεί ουσιωδέστερα μοντέρνος από τον μοντερντιστικά ενδεδυμένο, και ο έμμετρος, βαθύτερα απελευθερωμένος απ΄ ό,τι ο λεγόμενος ελεύθερος.