ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αντηχησεις

H Γερμανίδα νηπιαγωγός της κόρης μου έκανε Πάσχα στην Κρήτη. Πριν ακόμη μας πει πώς πέρασε στο νησί, η στάση του σώματός της, το γερμένο κεφάλι της, μαρτυρούσαν άνθρωπο που ετοιμάζεται να αναπολήσει: «Οι μέλισσες βούιζαν, κατσίκες παντού, καμπάνες, ήλιος, χαμομήλια στα χωράφια κι οι άνθρωποι γλυκύτατοι, με το χαμόγελο πάντα». Συνειρμικά σκέφτηκα την τελευταία σκηνή με «γλυκύτατους ανθρώπους» που μ’ εντυπωσίασε. Στο πάρκινγκ του Ιασώ, την περασμένη εβδομάδα. Το πρώτο αυτοκίνητο σταματημένο, μια κοπέλα κατάχλωμη, κλαμένη, μόλις που στέκεται στα πόδια της· αποχαιρετά τους συγγενείς της, ετοιμάζεται να μπει στο αυτοκίνητο. Κοντοστέκεται, ξαναγυρίζει και σαν υπνωτισμένη αγκαλιάζει πάλι πότε τον ένα πότε τον άλλο, είναι φανερό ότι έχει περάσει μια περιπέτεια και η λύπη της μεταδίδεται σε κύματα τριγύρω, αλλά το επόμενο αυτοκίνητο κορνάρει οργισμένα για την καθυστέρηση των εξήντα δευτερολέπτων. Γλυκύτατοι άνθρωποι. Γλυκύτατοι Ελληνες.

Απόδιωξα γρήγορα αυτή την εικόνα και ξαναγύρισα στην αφήγηση της νηπιαγωγού, «πες μου» την παρακάλεσα – κι ουσιαστικά της ζητούσα να αποκωδικοποιήσει τη γοητεία, αυτό που ένιωσε περικυκλωμένη από άνοιξη στον ξένο, για εκείνη, τόπο. «Πες μου» ικέτευσα και τον Βρετανό φίλο μας που μιλούσε καταγοητευμένος για την ολιγοήμερη διαμονή του στην Αθήνα. «Είναι όλοι καλοπροαίρετοι», απάντησε. «Εξωστρεφείς». Αμέσως θυμήθηκα τον καλοπροαίρετο εξωστρεφή κύριο που προσπέρασε εν γνώσει του μια γριά στην ουρά του σούπερ μάρκετ, κάπου στο Κολωνάκι, προχθές για να πληρώσει και να φύγει. Μόλις του το επισημάναμε, απάντησε: «Μαθήματα συμπεριφοράς να δώσετε στα παιδιά σας».

«Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά», είπε ο Βρετανός φίλος μας, ο οποίος είχε ενθουσιαστεί με την αθηναϊκή ζωή. «Εγώ δεν θα καταλάβαινα αυτή τη φράση, την επιθετικότητά της. Οταν δεν μιλάς τη γλώσσα ενός τόπου βγάζεις γενικά συμπεράσματα, ερμηνεύεις όπως σε συμφέρει τους κώδικες του σώματος κι ό,τι σου λείπει το θεωρείς δεδομένο. Οταν οι άνθρωποι μιλάνε και καταλαβαίνεις τι λένε, σε προσγειώνουν στο μικρό, ποταπό τους σύμπαν».

Μου άρεσε η σκέψη του για το ποταπό σύμπαν της γλώσσας και τη συμμερίζομαι κάθε φορά που επιστρέφω στη γλώσσα μου και στον τόπο μου ύστερα από μακροχρόνια ταξίδια. H παραληρηματική γλώσσα, η φλυαρία, ο τηλεοπτικός λόγος δεν έχει την παραμικρή σχέση με την ανάμνηση των ελληνικών, με τα λεξικά, με τη λογοτεχνία – εν ολίγοις με τον ρομαντικό εξωραϊσμό που επιβάλλουμε στη μητρική μας γλώσσα όταν απομακρυνόμαστε από το γλωσσικό μας περιβάλλον. H γλώσσα σε τσακίζει. Φανερώνει όλα τα μυστικά, όλες τις κρυμμένες προθέσεις κι είναι συχνά άσχημη, βίαιη, μοχθηρή. Αλλά το κλάξον στο Ιασώ χρειάζεσαι λεξικό για να το ερμηνεύσεις; Είναι η εσπεράντο της ανθρώπινης αναισθησίας. Αν και σε τελική ανάλυση όλα είναι σχετικά: διαλέγουμε πού θα κοιτάξουμε, τι θα κοιτάξουμε και ποια συμπεράσματα θα συναγάγουμε. Εγώ κοιτούσα με συμπόνοια το λυπημένο κορίτσι έξω απ’ το μαιευτήριο. H Γερμανίδα νηπιαγωγός θα κοιτούσε πιθανότατα τον αττικό ουρανό.

Μόνο μέσα στο αεροπλάνο μπερδεύονται οι γλώσσες και οι προθέσεις. Ειδικά στις μεγάλες γιορτές, όπου οι πτήσεις κατακλύζονται από μετανάστες. Στο τελευταίο μου ταξίδι βρέθηκα περικυκλωμένη από ηλικιωμένες γυναίκες με τσεμπέρια που μιλούσαν γερμανικά με μια υποψία ηπειρώτικης προφοράς, μισοπνιγμένης στο λαρύγγι. Πώς να νιώθουν άραγε εκείνες; Τις παρακολουθώ με άφατη συμπόνια που ξενίζει κι εμένα την ίδια επειδή δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια ταύτισης. Αν και οι βαθύτερες ταυτίσεις δεν σχετίζονται με ηλικίες και ρεαλιστικές καταστάσεις. O τρόπος που δοκιμάζεις να προφέρεις μια λέξη για να πειστείς ότι δεν την έχεις ξεχάσει, ο τρόπος που παρακαλάς «πες μου» όταν θέλεις να μάθεις νέα για τη χώρα σου – το τελευταίο έκτακτο παράρτημα συναισθηματικών ειδήσεων με κατσίκες που βελάζουν στην Κρήτη, όλα το μαρτυρούν: χρειαζόμαστε μιαν άλλη Ελλάδα, αβρή και γενναιόδωρη, σαν την Ελλάδα της Γερμανίδας νηπιαγωγού. Οχι τον τόπο της διαφημιστικής εξαγγελίας «Ζήσε τον μύθο σου», αλλά τα βασικά υλικά του μύθου, τη σιωπή του – που σκεπάζεται κάθε μέρα από τα κλάξον.