ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μικροί και μεγάλοι εν δράσει…

Βασίλης Μαυρογεωργίου
Κατσαρίδα
Σκην. Βασ. Μαυρογεωργίου
Θέατρο: Νέου Κόσμου (Δώμα)

Σταύρος Τσιώλης
Τα κοκκινομπλέ πατίνια
Σκην. Βαγγ. Θεοδωρόπουλος
Θέατρο: Νέου Κόσμου (Κεντρική Σκηνή)

«Δεν έχω πια φίλους, δεν έχω παιχνίδια.

Μόνο μια κατσαρίδα

που την αποκαλώ Ροβέρτο

και κάθε βράδυ με λαχτάρα

την περιμένω να ξεμυτίσει

απ’ τις ρωγμές του τοίχου»

ΑΛ. Φερεντης-Αρωνης

«Ο Ροβέρτος»-«Αντιπαρόν», 1981

Αριστα έπραξε ο Βαγγ. Θεοδωρόπουλος που αποφάσισε να στεγάσει τους σκηνικά ορμητικούς και αυτοθυσιαζόμενους νέους ηθοποιούς Κ. Γάκη και Βασ. Μαυρογεωργίου στο «εξωφρενικό ντανταϊστικό μιούζικαλ» του δεύτερου «Κατσαρίδα», το οποίο ο ίδιος και σκηνοθέτησε με γοργότητα, φαντασία και συνδυασμό παντομίμας και ευεργετικών ηχητικών επενδύσεων (Δ. Ιατρόπουλος). Ανάμεσα στο παραμύθι και στην παραβολή, στο ναΐφ και στην εκζήτηση, στον διδακτισμό και στη μεταμοντέρνα ασυδοσία, το εγχείρημα απευθύνεται περισσότερο σ’ ένα νεανικό κοινό, περισσότερο διαθέσιμο στην αυθαιρεσία και στη δομική χαλαρότητα. Η ιδέα είναι πραγματικά πρωτότυπη: Η αυθάδης κατσαρίδα Ιωάννα εκδιώκεται από τις οικείες αθηναϊκές ρωγμές της και, κατά συμβουλή του ποντικού Τιμόθεου, πασχίζει να φθάσει στο φεγγάρι. Επειτα από πολλές περιπέτειες καταλήγει σ’ ένα μεγάλο αμερικάνικο πάρκο -στη φάση αυτή παρεισφρέουν και τα οξύτερα σχόλια- απ’ όπου, με τη βοήθεια μιας πεταλούδας, αναρριχάται σ’ έναν πύραυλο της ΝΑΣΑ για να καταλήξει ο μόνος παρηγορητικός σύντροφος του αστροναύτη μέσα στον θάλαμό του.

Δεν ξέρω αν η καταστατική απόφαση του Μαυρογεωργίου ήταν η ελευθεριάζουσα αδιαφορία προς τα κενά, τις άσφαιρες σκηνές ή ορισμένες πλαδαρές αφηγήσεις και αναιμικούς διαλόγους της fable του. Κι έτσι όμως αν είναι, τα «ελαττώματα» διασφαλίζουν τη νεανικότητα της δουλειάς αυτής όπως όμως οριοθετούν και τις φιλοδοξίες της. Ενα από τα πολύ θετικά στοιχεία της γραφής είναι η καλή γνώση και χρήση της ελληνικής καθώς και ο ειρωνικός σχολιασμός της καταδυνάστευσής μας από την αμερικάνικη (όχι την αγγλική) γλώσσα και την ιδεολογική της κουφότητα.

Ευέλικτο σκηνικό (Γκάυ Στεφάνου) και έξυπνα κοστούμια (Γ. Μπαμπαλού) βοηθούν τους δύο ηθοποιούς στις αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις τους και στο οργανωμένο τους, σκυταλοδρομικά αντιστικτικό παίξιμο, σ’ ένα φάσμα που ξεκινάει από την ευρηματικότητα, περνάει απ’ τη δροσιά και (όχι συχνά) επισκέπτεται και τη σαχλαμάρα.

Οπως και να ‘ναι, το τρελούτσικο τούτο παίγνιο διαθέτει και αρετές και ενδιαφέρον. Αλλωστε, αν ισχύει το «Ελληνες αεί παίδες», πολλώ μάλλον νομιμοποιούνται σ’ αυτό οι νέες και ανήσυχες δυνάμεις του θεάτρου μας.

«Τα πατίνια»

Ενας μάλλον χαζούλης, «αρκετά σαραντάρης», όπως έλεγε ο Χάκκας, με κάτι γυαλιά ματομπούκαλα κι ένα αστείο παράστημα με κωμικές απότομες κινήσεις, κάθεται σ’ ένα παγκάκι της Αθήνας συντροφιά με μια στραπατσαρισμένη κίτρινη σακούλα που περιέχει ένα ζευγάρι κοκκινομπλέ πατίνια: Ο περίεργος αυτός τυπάκος, τον οποίο ενσάρκωσε με αμίμητες μιμικές ο διασκεδαστικότατος Λ. Μαλκότσης βασικώς τραγουδάει Τόλη Βοσκόπουλο σαν τον Βοσκόπουλο, μας επαναλαμβάνει συνεχώς ότι μένει με τη μαμά του και δεν παύει να ρωτάει τους περαστικούς με ποιον άραγε τρόπο θα χρησιμοποιήσει τα πατίνια τα οποία κέρδισε ως δώρο από μια…Τράπεζα.

Ο πρώτος περαστικός είναι ένας καταπιεσμένος σύζυγος που αμπελοφιλοσοφεί περί το νόημα της ζωής και ιδίως περί την ερωτική κάμψη των ανδρών έπειτα από μια ηλικία. Ο περαστικός αναπτύσσει έναν ατομικό λήρο, που βέβαια καμιά σχέση δεν έχει και διόλου δεν απαντά στο βασανιστικό ερώτημα του χαζούλη. Ο δεύτερος περαστικός επίσης αφήνει στα κρύα του λουτρού τον άνθρωπο με τα πατίνια, αφού τον ζαλίσει με το δικό του πρόβλημα: για κάποιον περίεργο λόγο τού έχουν φορέσει στον αριστερό καρπό μια πλαστική ρόδα απ’ την οποία με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να απαλλαγεί, ισόβιο θύμα των ποικίλων συνεπειών του εναγκαλισμού της.

Ο τρίτος περαστικός είναι ένας λαϊκός τύπος, ένα κοινό λαμόγιο, που προσπαθεί να πείσει τον χαζούλη να αγοράσει ένα μάλλον κλοπιμαίο ρολόι χειρός, δήθεν της… ΝΑΣΑ. Του αφηγείται ένα σωρό μελοδραματικά γεγονότα και του διαφημίζει τις θαυματουργές ιδιότητες του ρολογιού ως προς τα ερωτικά, μέχρις ότου καταφέρνει να του το πουλήσει για κάποια ευρώ, συναποκομίζοντας όμως ως διάφορο και τα… πατίνια.

Αυτό είναι περίπου το έργο που έγραψε ο γνωστός από σοβαρές επιτυχίες κινηματογραφιστής Στ. Τσιώλης – και το πρώτο του θεατρικό. Είναι σαφές ότι η όλη σύλληψη και εκτέλεση οφείλει τροφεία στο θέατρο του παραλόγου, διαθέτει δε πικρή ειρωνεία για τα ανθρώπινα και κατά τόπους εύστοχο χιούμορ.

Αν και τα δύο πρώτα επεισόδια είχαν τον πυρετικό ρυθμό, το κέφι, την κοινωνική αληθοφάνεια και τις άφθονες κωμικές ατάκες του τρίτου, ο κ. Τσιώλης θα είχε γράψει ένα ενδιαφέρον σύνολο τριών μονόπρακτων. Αυτό όμως δεν συνέβη. Τα δύο πρώτα επεισόδια είναι αρκετά αδύναμα και μάλλον τραβηγμένα, οι δε κωμικές νησίδες τους μετρημένες στα δάχτυλα. Εξάλλου, το δέσιμο των τριών ιστοριών πολύ απέχει από το να γίνει οργανικό. Πιστεύω ότι συνιστά χαρακτηριστικά προσχηματική ένωσή τους το γεγονός ότι ο αποδέκτης των μονολόγων είναι ο αυτός και το ότι βασανίζεται από την ίδια περί τα πατίνια απορία.

Ανισο υλικό

Μπροστά σ’ αυτό το άνισο υλικό, ο Βαγγ. Θεοδωρόπουλος στάθηκε κάπως αμήχανος. Αναγνωρίζω ότι δεν είχε και πολλές λύσεις ή διαφυγές. Εστησε λοιπόν με ιδιαίτερη προσοχή και χιούμορ τον αυνάνα της υπόθεσης και ουσιαστικά σκηνοθέτησε σε βάθος και λεπτομέρειες το τρίτο επεισόδιο του κλεπταποδόχου μάγκα, τον οποίο και ενσάρκωσε εξαιρετικά, με όλη τη λίγδα, την αλήτικη άνεση, το μπλα μπλα, το πίτσι πίτσι, το ψηστήρι, το απατηλό αυτομελό, την τζούφια επιχειρηματολογία, την πανέξυπνη νεοελληνική μπαμπεσιά ο Γ. Νινιός. Η ερμηνεία του, συνώνυμη της απόλαυσης, νομίζω ότι απογειώνει το φινάλε του έργου και ίσως σε βαθμό που να σε παρασύρει να ξεχάσεις τα αδύναμα προηγούμενα. Ο Χρ. Στέργιογλου στο πρώτο επεισόδιο ήταν ελάχιστα πειστικός μες στην εξωτερικότητα, στις υπερβολές και στην εκζήτησή του. Θα έλεγα πως είναι ηθοποιός που αποδίδει περισσότερο σε θεατρικά είδη στα οποία μετέχει η μουσική, το φανταιζίστικο παίξιμο, η κίνηση, το καμπαρέ. Στο δεύτερο επεισόδιο με τη σφηνωμένη ρόδα ο Παντ. Δεντάκης έκανε κάθε φιλότιμη προσπάθεια για να πείσει εμάς και τον εαυτό του ως προς τη λειτουργικότητα της έμπνευσης. Είμαι βέβαιος ότι τα έξοχα μέχρι τώρα σκηνογραφικά δείγματα της πολύφερνης Μ. Τρικεριώτη θα βρουν άλλοτε και αλλού ευφορότερο έδαφος για να επαληθευθούν εκ νέου. Εδώ, ασφυκτιούσε μέσα στη δεδομένη σύμβαση με τα τρία παγκάκια και το πίσω μέρος ενός θερινού σινεμά.

Ο Τσιώλης είναι αλήθεια πως επεξεργάστηκε μια ασυνήθιστη θεατρική φόρμα που, αν ολοκληρωνόταν, θα συνόρευε με την καγχάζουσα μελαγχολία.