ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η αιχμαλωσία του 1922

Μάρκος Αυγέρης: «Από την αιχμαλωσία – Κατά το ημερολόγιο του αιχμαλώτου αεροπόρου B.K.». Μυθιστορηματικό χρονικό. Εισαγωγή: Γιώργος Ζεβελάκης. Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 261.

O ζητών, ως γνωστόν, βρίσκει, αν βέβαια είναι επίμονος, κι αν συνδυάζει την υπομονή με τη μεθοδικότητα. O Γιώργος Ζεβελάκης είναι εγνωσμένης αποτελεσματικότητας ανιχνευτής και η γραμματολογία μας δεν χρωστάει λίγα στο πάθος του να αναζητεί και τελικά να εντοπίζει είτε λογοτεχνήματα δημοσιευμένα σε λιγόζωα και δυσεύρετα πια περιοδικά είτε χαμένα βιβλία. Τελευταίο εύρημά του, ένα ημερολόγιο αιχμαλώτου της Μικρασίας, που πρωτοεκδόθηκε, ανυπόγραφο, το 1923, εν θερμώ. Αρκούσε μια μικρή σχετική αναφορά του Παύλου Νιρβάνα, σε χρονογράφημά του στην «Εστία» στις 22 Οκτωβρίου του 1923, για να παρακινηθεί ο Γιώργος Ζεβελάκης και να αρχίσει την αναζήτησή του, που τελεσφόρησε το 1982, όταν εντόπισε, πού αλλού, στο Μοναστηράκι ένα αντίτυπο του «παράξενου βιβλίου», άκοπο μάλιστα, στα χέρια ενός πλανόδιου παλιατζή.

Δεν γίνεται να μην έρθει εδώ στο νου μας ο Κωστής Παλαμάς, και η δική του (και δική μας) καλοτυχία, κι ας μην είναι βέβαια ισότιμα τα ευρήματα, που τα χωρίζει σχεδόν ένας αιώνας. Ας θυμηθούμε λοιπόν τον -καθαρευουσιάνο ακόμα- Μεσολογγίτη ποιητή, να γράφει το 1888: «Παρήλθον έτη έκτοτε. Ενθυμούμαι ότι ηγόρασά ποτε έκ τινος παρά την Αγίαν Ειρήνην παλαιοπώλου δύο τομίδια ελληνικών ποιημάτων. […] Το εν εκ των τομιδίων ήτο ο «Οδοιπόρος» του Παναγιώτου Σούτσου. Προ πολλού ανεζήτουν το βιβλίον τούτο. Την εύρεσίν του απεδέχθην ως δώρον της θείας Προνοίας. […] Επανελθών εις το μαθητικόν δωμάτιόν μου, διήλθον ολοκλήρους ώρας εν εκστάσει προ των πατριωτικών μονολόγων και των ερωτικών διωδιών του Οδοιπόρου και της Ραλλούς. Και αφού εκορέσθην εξ αυτών, έτεινα την χείρα προς το δεύτερον βιβλίον, άγνωστον αγνώστου εις εμέ ποιητού· το ήνοιξα μηχανικώς, και εις την σελίδα εφ’ ης τυχαίως προσηλώθησαν τα όμματά μου, ανέγνων, άλλοτε μεν ελκυόμενος, άλλοτε δε εκπληττόμενος, τους εξής στίχους, υπό τον τίτλον «O Ωκεανός». […] Τους στίχους τούτους, πρωτοτύπως ωραίους, έγραψεν ο Ανδρέας Κάλβος ο Ζακύνθιος». Ακριβώς χάρη στην ανακάλυψη του Παλαμά και τη συγκίνησή του, ο Ανδρέας Κάλβος επέστρεψε στην Ελλάδα και στην ελληνική ποίηση.

Αλλά ας επανέλθουμε στο πεζογράφημα του 1923, που επανεκδίδεται τώρα με τον προσδιορισμό «μυθιστορηματικό χρονικό». Το κείμενο αυτό λοιπόν αποδίδεται πλέον, τεκμηριωμένα, χάρη και στις μαρτυρίες του φιλολόγου και αρχαιολόγου Στυλιανού Αλεξίου και της Ελλης Αλεξίου, στον Μάρκο Αυγέρη (1884-1973), τον ποιητή και μεταφραστή που αρκετά νωρίς, περί το 1925, έπαψε να γράφει λογοτεχνικά κείμενα («νομίζω πως μου έλειψε ένα ρωμαλέο τάλαντο», εξηγούσε ο ίδιος, που δεν φαίνεται να είχε πειστεί ή να είχε συγκινηθεί από τις πολλές ευνοϊκές κριτικές τις οποίες είχε δεχτεί, ώς και από τον Κ.Π. Καβάφη). Με το κατοπινό κριτικό και δοκιμιογραφικό έργο του, ο Αυγέρης έφτασε «να θεωρηθεί, παρά την όψιμη προσχώρησή του στον ιδεολογικό χώρο της Αριστεράς, ο πρύτανης των μαρξιστών κριτικών της γενιάς του (στην οποία συμπεριλαμβάνονται ο Βάρναλης και ο Γληνός), ίσως γιατί στην κριτική του ακολουθούσε τις επίσημες επιλογές (θεωρητικές και ιδεολογικές)», σύμφωνα με την αποτίμηση του Αλέξανδρου Αργυρίου, που κρίνει, δικαίως, «ποσοτικά σημαντική» αλλά «ποιοτικά μέτρια» τη συμβολή του Αυγέρη στη μαρξιστική κριτική.

Ο Μάρκος Αυγέρης, που από το 1912 έως το 1922 υπηρέτησε (με διακοπές) στον στρατό ως έφεδρος γιατρός, δεν πήγε στη Μικρά Ασία. Στο βιβλίο του λοιπόν δεν ιστορεί τα προσωπικά του βάσανα (όπως, λόγου χάρη, ο Ηλίας Βενέζης στο «Νούμερο 31328»), αλλά επεξεργάζεται και διασκευάζει λογοτεχνικά το ημερολόγιο του αεροπόρου λοχαγού Βαγγέλη Κοτρότσου, εμπλουτίζοντάς το και με τις μαρτυρίες άλλων αιχμαλώτων. Το 1929, έξι χρόνια μετά την ανυπόγραφη έκδοση της μαρτυρίας «Από την αιχμαλωσία του λοχαγού αεροπόρου B.K.», ο Στρατής Δούκας, που κατατάχθηκε εθελοντικά στην Εθνική Αμυνα το 1916, υπηρέτησε ως απλός στρατιώτης και ύστερα ως αξιωματικός και αποστρατεύτηκε το 1923, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, εξέδωσε τη συγκλονιστική «Ιστορία ενός αιχμαλώτου», θεμελιώνοντάς την τόσο στις εμπειρίες του όσο και στην ιστορία του αιχμαλώτου Νικόλα Καζάκογλου.

Οσο κι αν η αφήγηση του Μάρκου Αυγέρη, που συντάσσεται όντως σαν ένα τρίπτυχο «μυθιστορηματικό χρονικό», υπολείπεται σε λογοτεχνικό ύψος της «Ιστορίας» του Δούκα, δεν της λείπει η αφηγηματική χάρη ούτε η καθαρά ιστορική σημασία, έτσι όπως παρακολουθεί την εξέλιξη της τραγωδίας από το καλοκαίρι του 1921 και έπειτα. Υπάρχουν σελίδες που περιγράφουν με τρόπο σπαρακτικά καίριο την ψυχική διάλυση των εγκλεισμένων, το «χτίκιασμα» της αιχμαλωσίας. «H ταπείνωση κι η δυστυχία παραμορφώνουν τον άνθρωπο και τον φέρνουν σε ηθική κατάπτωση, όταν εγκαταλείπεται χωρίς θέληση στις δοκιμασίες κι όταν δεν αγρυπνεί αδιάκοπα να φυλάει το άγριο και λιγοστό φως της ψυχής του. A, το ζώο παραμονεύει αδιάκοπα κι ο άνθρωπος κρύβει μέσα του το πιο σιχαμένο από τα ζώα», διαπιστώνει μελαγχολικά ο Αυγέρης σε μια ημερολογιακή εγγραφή με ημερομηνία 9 Ιουνίου 1922. O άνθρωπος-γυμνό σώμα δεν είναι διανοητικό εφεύρημα των φιλοσόφων.

Στο αντιπολεμικό του κείμενο ο Αυγέρης, που «ονειροπολεί μια δημοκρατία όπου το άτομο θ’ απορροφάται μέσα στην άγια ζωή της ομάδας» (φευ, ο γνωστός δαίμων έκανε «άγρια» το «άγια» στη σελίδα 111), συναρμόζει τεχνικά τη σκληρή περιγραφή της χερσαίας Οδύσσειας που ζουν οι ήρωές του όσο οδηγούνται προς τα βάθη της Ανατολίας, με κοινωνιολογικού τύπου παρατηρήσεις (βεβαρημένες σε αρκετά σημεία από τον σφοδρότατα απαξιωτικό τόνο για τον «ασιατικό Μινώταυρο» και για «τα πολλά κτήνη που τρέφει η βδελυρή αυτή άβυσσο που λέγεται Τουρκία») και με πολιτικού και ιδεολογικού τύπου προβληματισμούς. Οι προβληματισμοί του αυτοί αφορούν τον πόλεμο και την εξέλιξή του, τους υπεύθυνους της καταστροφής (ο αφηγητής είναι απερίφραστα βενιζελικός), τη στάση της Γαλλίας («οι Γάλλοι της Τρίτης Δημοκρατίας είναι ο πιο εγωιστικός και συμφεροντολόγος λαός του κόσμου»), τις επιλογές των Ρώσων μπολσεβίκων και του νεαρότατου «ελληνικού κομμουνισμού», ο οποίος επικρίνεται επειδή «κλονίζοντας την πίστη στον απελευθερωτικό αγώνα της Ελλάδος, δεν προσφέρει υπηρεσία παρά μόνο στους Τούρκους και σε κανένα άλλον», οι δε «μαθητές του Μαρξ» στηλιτεύονται επειδή «στένεψαν» τις ιδέες του.

Προφανώς αυτού του είδους οι εγγραφές και οι αρνητικότατες για την ελληνική και τη ρωσική Αριστερά αξιολογήσεις οδήγησαν αργότερα την Μάρκο Αυγέρη, αριστερό πια, να μην αναλάβει δημοσίως την πατρότητα του αφηγήματός του. Εστω και ορφανό επί δεκαετίες, όμως (και πάντως όχι ρητά αποκηρυγμένο), το χρονικό της αιχμαλωσίας και της καταστροφής («η περήφανη και δοξασμένη στρατιά έγινε ένα κοπάδι από φοβισμένα και αξιοδάκρυτα ζώα που τα οδηγούν με το ραβδί και με τη μάστιγα. H μεγάλη στρατιά που γνώρισε τη μέθη της νίκησε σ΄ εκατό μάχες […] έλιωσε σαν το χιόνι του Απρίλη») διαφύλαξε ακέραιο το βάρος μιας μαρτυρίας ικανής να συνομιλεί ισότιμα με τα ήδη αναγνωρισμένα έργα της αντιπολεμικής λογοτεχνίας.