ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα Βλεμμα

Πριν από μερικές ημέρες έλαβα μέρος σε μια δίκη. Ημουν μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του Χρήστου Ιωακειμίδη, επιμελητή της έκθεσης Outlook, που παρουσίασε το βλάσφημο έργο του Τιερύ ντε Κορντιέ. Ο επιμελητής κατηγορήθηκε για δημοσιοποίηση άσεμνου έργου και για σκοπούμενη εξύβριση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υστερα από την εξέταση της ογκώδους δικογραφίας και των τεσσάρων παρόντων μαρτύρων, η εισαγγελέας και η πρόεδρος του Α΄ Μονομελούς με όμοιο σκεπτικό συμφώνησαν ότι, πρώτον, η επίμαχη ζωγραφιά είναι έργο τέχνης, άρα δεν εμπίπτει στον νόμο περί ασέμνων, και δεύτερον, ότι ο κατηγορούμενος δεν αποσκοπούσε κακοβούλως να εξυβρίσει τα θεία και να προκαλέσει το κοινό αίσθημα. Αθώος.

Παρότι έχω γράψει επανειλημμένως για το θέμα· παρότι είχα σκεφτεί την υπόθεση, η ακροαματική διαδικασία μου γέννησε απορίες και ερωτήματα. Μπορεί να οριστεί η τέχνη, το τι είναι έργο τέχνης; Οχι μόνο ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά ενώπιον συνόδου σοφών. Η πρόεδρος του δικαστηρίου, οδηγημένη εκ του κατηγορητηρίου, ήταν αναγκασμένη να το ρωτήσει και αυτό… Τι είναι έργο τέχνης; Και είναι το περί ου ο λόγος πραγματικό έργο τέχνης;

Ακουσίως η δικαστίνα έθετε το θεμελιώδες, τρομερό ερώτημα: τι είναι τέχνη. Η τυπική απάντηση ήταν εύκολη. Ναι, η ζωγραφιά ήταν έργο τέχνης· και ναι, ο Ντε Κορντιέ είναι καλλιτέχνης, και όχι σκανδαλοποιός ή πορνογράφος. Και ορθώς, σκεπτόμενη η πρόεδρος έφθασε στην απαλλαγή.

Προσωπικά, μού ήταν εύκολο να υπερασπιστώ την ελευθερία της έκφρασης, άρα και της καλλιτεχνικής – υπερασπιζόμουν το Σύνταγμα εντέλει. Μου ήταν εύκολο επίσης να διαχωρίσω ακαριαία την κοσμική, δημοκρατική Ελλάδα από την υποθετική σύγκρισή της με μια ισλαμική, θεοκρατική χώρα και το τι θα συνέβαινε εκεί αν επροσβάλλετο ένα θρησκευτικό σύμβολο. Μου ήταν ακόμη εύκολο να μην αποδεχθώ ότι μια ισλαμική χώρα δεν έχει τέχνη· τέχνη δεν είναι μόνο η κοσμική και η επώνυμη, είναι και η λατρευτική, είναι και η ανώνυμη λαϊκή. Ηταν σχεδόν εύκολο να υποστηρίξω ότι η ζωγραφική είναι μια συμβολική γλώσσα, συντίθεται από χειρισμούς των συμβόλων της παραδεδομένης παρακαταθήκης, άρα είναι αδιανόητο να στερηθεί προληπτικά ο καλλιτέχνης την ευχέρεια να χρησιμοποιεί κάθε σύμβολο, κατά βούληση. Κριτής του καλλιτέχνη, για το αν πέτυχε να αρτιώσει έργο τέχνης, θα είναι το κοινό του καιρού του, μυημένο και αμύητο· και η ιστορία, βεβαίως βεβαίως…

Ωραία, αυτά τα βρίσκεις σε κάθε εγχειρίδιο θεωρίας ή ιστορίας τέχνης. Τα δύσκολα αρχίζουν από εκεί και πέρα. Ποια είναι η σύμφραση, σήμερα, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον κόσμο, εντός της οποίας παράγεται τέχνη, υψηλή και ποπ· πώς προσλαμβάνεται η κάθε έκφανσή της· πώς ορίζεται το υψηλό και το χαμηλό, πώς ορίζεται εντέλει το ίδιο το έργο τέχνης. Ο τρομερός 20ός αιώνας, μεταξύ άλλων, εκλόνισε και αυτή τη βεβαιότητα. Από τον καιρό των ready mades του Ντισάν έως τα ready mades και τα πολλαπλά του Γουόρχολ, από το αίτημα της αβάν-γκαρντ για κατάργηση της τέχνης έως την επικράτεια του sampling, η πρωτοτυπία, η μοναδικότητα, το αυθύπαρκτο και αυτοτελές και μνημειακής φιλοδοξίας έργο πλήττεται διαρκώς και ανηλεώς. Ολα είναι τέχνη: και ο ουρητήρας του Ντισάν, και τα απορρυπαντικά του Γουόρχολ, και το χιόνι στα μόνιτορ του Πάικ…

Πρόκειται για μια ακήρυκτη κατεδάφιση του «παλιού», νοητική κυρίως, χωρίς κάποιο επαρκές «νέο» να ορθώνεται εις αντικατάστασιν. Επιπλέον, αυτή την αποδόμηση την αγνοεί παντελώς το ευρύ κοινό, το οποίο παραμένει λίγο-πολύ προσηλωμένο στο παλαιό παράδειγμα του Ωραίου και του Υψηλού. Απεναντίας το πλανητικό κοινό παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τους βαθείς μετασχηματισμούς γούστου και εννοιολόγησης που προωθεί η μαζική κουλτούρα, η ποπ.

Η αποδόμηση που περιγράψαμε αδρά, κορυφούμενη στον καιρό μας με την απόρριψη του έργου-αντικειμένου υπέρ μιας τέχνης-διαδικασίας και μιας τέχνης-σκέψης ή χειρονομίας, διελαύνει τη συντριπτική πλειονότητα της σύγχρονης σκηνής. Τα «μη-έργα» είναι δραματικά, απροσπέλαστα, αυτοαναφορικά, στείρα ή ανιαρά, κάποτε ανόητα, πάντα όμως αγωνιούν να προκαλέσουν ενδιαφέρον – αυτό το τελυταίο νομίζω ότι το ανέφερα στο δικαστήριο, σε κάποια αγωνιώδη στιγμή που θυμόμουν ανάκατα τον Ντισάν, τον Ντάντο και το τέλος της ιστορίας της τέχνης…