ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

«Χωροφύλακας ή ξυλοκόπος;», «Στρατός και στόλος παρών!», «Είμαι ο γιος του Βασιλιά. Φλουριά δεν έχω να σου πληρώσω, μα σου ζητώ στο όνομα της Πατρίδας, φτιάσε μου όπλα!» Εχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ανατριχιάζαμε παρακολουθώντας τον εμπνευσμένο αγώνα του ορμητικού Βασιλόπουλου να ξυπνήσει την κοιμισμένη συνείδηση των απαθών Μοιρολατρών, ή χύναμε πικρά δάκρυα για το σκληρό παιχνίδι που η μοίρα έπαιξε στον άτυχο Μακεδονομάχο Βασίλη Ανδρεάδη όταν ανακάλυπτε τη φωτογραφία «της νέας, γελαστής γυναίκας με το ένα χέρι στο γοφό και την κατσούλα του Γιδά στο κεφάλι» κρυμμένη στον κόρφο του ετοιμοθάνατου μικρού Γιωβάν. Και η εποχή αυτή μοιάζει ακόμη πιο μακρινή όταν αναλογιζόμαστε τις βαθιές αλλαγές που μεσολάβησαν στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια· κι επίσης, ότι πλάι στο «Παραμύθι χωρίς όνομα» και «Στα μυστικά του Βάλτου», έχουμε στη διάθεσή μας δημοσιευμένα μεγάλα τμήματα του σημαντικού αρχείου της Πηνελόπης Δέλτα για τον Μακεδονικό Αγώνα, τους Βενιζέλο, Πλαστήρα και Δραγούμη αλλά και τις συγκλονιστικές αυτοβιογραφικές της καταγραφές. Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία του τόμου «Π. Σ. Δέλτα. Σύγχρονες προσεγγίσεις στο έργο της» (επιμ. Αλ. Π. Ζάννας, Βιλιοπωλείον της Εστίας – Μουσείο Μπενάκη, σελ. 478) είναι έτσι ευπρόσδεκτη και παραδειγματική για το πώς κάθε εποχή οφείλει να αναθεωρεί τις πεποιθήσεις που παρέλαβε για έργα και προσωπικότητες του παρελθόντος.

Οι συνεργάτες του τόμου προσεγγίζουν το πολυσχιδές έργο της συγγραφέως κυρίως από την οπτική της ιστορίας, της πολιτικής επιστήμης και της ψυχανάλυσης. Η Δέλτα δεν ενδιαφερόταν για το Βυζάντιο καθαυτό, υποστηρίζει η Τόνια Κιουσοπούλου, το χρησιμοποίησε όμως για να ενισχύσει την προβολή της Μεγάλης Ιδέας και να επιτύχει την ηθική και πνευματική ανύψωση του έθνους. Γράφοντας για τον Μακεδονικό Αγώνα σε εποχή άκρατου εθνικισμού, η τεχνική της Δέλτα, θεωρεί ο Σπύρος Καράβας, στηρίχθηκε στο τρίπτυχο αποσιώπηση-παραποίηση-κάθαρση, ή αλλιώς «ωραιοποίηση και εξευγενισμός». Την ψευτιά που τα αναγνωστικά της δημοτικής χτύπησαν στη γλώσσα, θα πρέπει να τη χτυπήσουν και στην ουσία του περιεχομένου τους, έγραψε η Δέλτα για την «πρώτη γενιά των αναγνωστικών της δημοτικής», και ο Αλέξη Δημαράς εξηγεί πώς η καθυστερημένη δημοσίευση των απόψεών της δυσχέρανε το έργο των δημοτικιστών. Η κατάκτηση της εθνικής συνείδησης με μύηση και σπουδή δεν υπήρξε για τη Δέλτα μια κληρονομημένη παράδοση, γράφει η Ιωάννα Πετροπούλου, καθώς από κοσμοπολίτισσα εκτός των συνόρων του ελληνισμού, η εύπορη αυτή αστή σταδιακά μεταβλήθηκε σε ηγετική γυναικεία μορφή της ελληνικής λογιοσύνης. Ο Θεόδωρος Ν. Σωτηρόπουλος γράφει ακόμα για την ιδεολογία και την πολιτική στο έργο της Δέλτα, η Marie-Cecile Navet-Gremillet για τις σχέσεις της με την Αλεξάνδρεια και ο Πέτρος Χαρτοκόλλης για τις αλλεπάλληλες απόπειρες και την τελική αυτοχειρία της συγγραφέως. Περιλαμβάνονται επίσης ερμηνευτική επιστολή του Π. Α. Ζάννα σχετικά με τη λέξη «σιωπή» στον τάφο της Δέλτα, κατάλογος των δημοσιευμένων έργων της, κριτικογραφία και ανθολόγησή τους.

Δεν διαθέτω τα αναγκαία εφόδια για να αξιολογήσω τα επιστημονικά συμπεράσματα των μελετητών. Θα σταθώ ωστόσο σε δύο σημεία γενικότερης σημασίας που προκύπτουν από το κείμενο του Σπύρου Καράβα και με τα οποία διαφωνώ. Οι συλλογισμοί βάσει των οποίων ο μελετητής συμπεραίνει ότι τα λογοτεχνικά βιβλία της Δέλτα για τον Μακεδονικό Αγώνα διαβάζονται άπληστα από τη σημερινή νεολαία δεν είναι πειστικοί. Ορθώς ο μελετητής συνδέει τις πρόσφατες 34 εκδόσεις των «Μυστικών του Βάλτου» με τη μακεδονική φρενίτιδα της δεκαετίας του 1990. Το ποια παιδικά βιβλία όμως μπαίνουν σε ένα σπίτι αποτελεί γονεϊκή πρωτοβουλία και δεν συνεπάγεται -πολύ περισσότερο δεν αποδεικνύει- ότι τα βιβλία πράγματι διαβάζονται από τα παιδιά. Οι υπάρχουσες ενδείξεις ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο είναι μάλιστα ισχυρές. Και ακόμα, το «δυσθεώρητο» νούμερο των 34 εκδόσεων δείχνει λιγότερο εντυπωσιακό, αν το συγκρίνουμε με το συνολικό αριθμό παιδικών τίτλων και τα αντίτυπα κυκλοφορίας ορισμένων, δεδομένου ότι η ανάπτυξη στον κλάδο του παιδικού βιβλίου υπήρξε τα τελευταία τριάντα χρόνια οργιαστική. Δεύτερον και σημαντικότερο: Δεν συμμερίζομαι καθόλου την άποψη του μελετητή πως το έργο της Δέλτα δεν διαθέτει αξιόλογες λογοτεχνικές αρετές. Κι ακόμα λιγότερο συμμερίζομαι τη μάλλον απλοϊκή επιχειρηματολογία πως τούτο οφείλεται στο ότι η πεζογράφος γνώριζε μεν τη «μαστορική της αφήγησης», κατείχε όμως την ελληνική γλώσσα πλημμελώς. Οσο το γιατί η Π. Σ. Δέλτα κατέχει περιθωριακή θέση στις έγκυρες ιστορίες της λογοτεχνίας των Κ. Θ. Δημαρά, Μ. Βίττι και Λ. Πολίτη, ας αναζητήσουμε την απάντηση στη μάλλον περιθωριακή θέση που κατά κανόνα κατέχουν στον λογοτεχνικό κανόνα όσα κείμενα χαρακτηρίζονται παιδικά.