ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Περιπέτειες της ζωής και της τέχνης

Αντονι Μπέρτζες

Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Μια ζωή σαν μυθοπλασία

Μετάφραση Κωστής Καλογρούλης,

εκδ. Καστανιώτης, σελ. 151

Σαν περιπετειώδες μυθιστόρημα αντιμετωπίζει ο Αντονι Μπέρτζες τη ζωή του Ερνεστ Χέμινγουεϊ και τον ίδιον ως έναν πρωταγωνιστή, μάλλον πληθωρικό παρά ηρωικό, ο οποίος υποδυόταν ή, ακριβέστερα, αγωνιούσε να παραστήσει ένα μυθικό alter ego.

Αγγλος διαφορετικού ταμπεραμέντου ο Μπέρτζες -γνωστός από το μυθιστόρημά του «Κουρδιστό πορτοκάλι» και την περιώνυμη κινηματογραφική του μεταφορά από τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ- συνέγραψε το 1978 ό,τι προλογικά αποκαλεί «σύντομη σκιαγράφηση» του Αμερικανού συγγραφέα στην ηλικία που εκείνος αυτοκτόνησε. H διάθεση απομυθοποίησης είναι εμφανής, χωρίς ωστόσο να προχωρεί σε αποδόμηση του προσώπου, κατά τη συνήθεια που επικράτησε προς τα τέλη του 20ού αι. για να πάρει πιο γενικευμένη διάσταση στις αρχές του τρέχοντος.

Το μέσα και το έξω τοπίο

Συστηματικός ο βιογράφος, αρχίζει να ανιστορεί από τους παππούδες και τους γεννήτορες, σημειώνοντας αρετές και κουσούρια, που αυτοί έμελλε να κληροδοτήσουν στο διάσημο βλαστάρι τους. Αποφεύγει, όμως, τις αναλυτικές λεπτομέρειες. Ακροθιγώς μόνο κάνει νύξεις στα πιθανά φροϋδικά συμπλέγματα από μια ηγεμονική μητέρα, έναν υποτακτικό πατέρα και τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές.

Η τροχιά του Χέμινγουεϊ κινείται στον αστερισμό του Καρκίνου. Το άστρο του ανατέλλει στις 21 Ιουλίου 1899 σε προάστιο του Σικάγου και δύει εκουσίως στις 2 Ιουλίου 1961 στο Κέτσαμ της Πολιτείας του Αϊντάχου. Δεν είναι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος αυτόχειρας συγγραφέας. Επινε πολύ, υπέφερε από κατάθλιψη και -μερικοί πιστεύουν- από παράνοια. Μόνο που η πράξη της αυτοχειρίας έγινε σε ένα δασώδες τοπίο, ίδιο με εκείνο των παιδικών του χρόνων, όταν ο πατέρας του, γιατρός το επάγγελμα, αλλά αρρενοπρεπής στην εμφάνιση και φανατικός φυσιολάτρης, τον εκγύμνασε στο κυνήγι και στο ψάρεμα.

Αν και ο πλάνητας βίος του Χέμινγουεϊ απλώθηκε σε τρεις ηπείρους, τόπος που του ταίριαζε περισσότερο φαίνεται να ήταν οι κεντρικές Πολιτείες. Μεταξύ Σικάγου και Κάνσας Σίτυ μαθήτεψε στη δημοσιογραφία και μυήθηκε στα λογοτεχνικά από τον πρεσβύτερό του συγγραφέα Σέργουντ Αντερσον, ενώ από το Σεντ Λούις συμπίπτουν σε καταγωγή οι τρεις από τις τέσσερις γυναίκες, που μοιράστηκαν τον έγγαμο βίο του.

Η βιογραφία του Μπέρτζες παρουσιάζει τον μύθο του Χέμινγουεϊ, όπως καλλιεργήθηκε στα πολεμικά μέτωπα και τις τολμηρές δημοσιογραφικές αποστολές. Αλλά και στο Παρίσι της δεκαετίας του ’20 ως λαμπρό μέλος της αποκαλούμενης «χαμένης γενιάς», όπως όρισε ο ίδιος μια πολυπληθή ομάδα αγγλόφωνων συγγραφέων, που εκπατρισμένοι ζούσαν στο Παρίσι ή το επισκέπτονταν τακτικά στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ωστόσο, ο βιογράφος δεν προβάλλει τον ήρωα των δύο παγκοσμίων πολέμων, ούτε τον θαρραλέο ανταποκριτή στον Ισπανικό Εμφύλιο. Ακόμα και στο παρισινό σαλόνι της Γερτούδης Στάιν, αντί να παρευρίσκεται ο διανοούμενος, εισβάλλει ένας πυγμάχος, εσαεί προπονούμενος. Εδώ εμφανίζεται περίπου σαν αντίποδας στον εύθραυστο και εσωστρεφή Ιρλανδό Τζέιμς Τζόις, μέλος της ίδιας εκλεκτής συντροφιάς.

Το πραγματικό ενδιαφέρον του Μπέρτζες επικεντρώνεται στον συγγραφέα Χέμινγουεϊ, που μεγαλούργησε διαπλέκοντας την πραγματικότητα με εγωτιστικές φαντασιώσεις. Εν εκτάσει και με χρονολογική τάξη, δίπλα στα προσωπικά συμβάντα, παρουσιάζονται υπόθεση και χαρακτήρες διηγημάτων και μυθιστορημάτων, ιχνηλατώντας πίσω από τους λογοτεχνικούς ήρωες τα πραγματικά πρόσωπα και την έκταση αυτοβιογράφησης.

Ο Μπέρτζες δεν χαρίζεται καθόλου στον Χέμινγουεϊ όταν αφηγείται περιστατικά ενός γερού πότη και γλεντζέ, που στάθηκε στους φίλους του αγνώμων. Σε ανταπόδοση της υποστήριξής τους, εκείνος έπλασε με τα σουσούμια τους αξιογέλαστους χαρακτήρες. Ωστόσο, με συναρπαστικές λεπτομέρειες σκιαγραφούνται τα πάθη του, τόσο για την ταυρομαχία όσο και για το ψάρεμα ξιφία στα κουβανέζικα νερά. Αυτά τα δυο, όπως και το κυνήγι άγριων ζώων στην Αφρική, περιγράφονται σαν ένα παιχνίδι με τον θάνατο, εμπνέοντας μερικές από τις καλύτερες σελίδες της πεζογραφίας του.

Στις αρετές του βιβλίου πρέπει να καταχωρισθεί η διεξοδική αναφορά στην κριτική υποδοχή που έτυχε το έργο του Χέμινγουεϊ. Αμεσα η κριτική επισήμανε και πρόβαλλε μια ευκρινή εικόνα γύρω από τα στοιχεία που συνθέτουν το ιδιότυπο ύφος Χέμινγουεϊ. Νεοφανής η αφηγηματική του τεχνική, βρήκε μεγάλη απήχηση και άφησε εμφανή αποτυπώματα στην ευρωπαϊκή και την αμερικανική λογοτεχνία.

Πριν μπει κανείς στον μυθιστορηματικό κόσμο του Χέμινγουεϊ, η βιογραφία – λεύκωμα του Μπέρτζες τον μυεί στον μύθο του ίδιου του Αμερικανού συγγραφέα. Καθιστά, δηλαδή, πιο οικεία τη διείσδυση στους χαρακτήρες που συνθέτουν τον μυθιστορηματικό του σύμπαν.

Από την άνοδο στην παρακμή

Γνωστός σε παγκόσμια κλίμακα και αγαπητός στο ευρύ κοινό ο Χέμινγουεϊ, έγραψε κάποια μνημειώδη μυθιστορήματα, με κορυφαία τον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» το 1929 και το «Για ποιον χτυπά η κάμπανα» το 1940 ή και τον «Γέρο και τη θάλασσα» το 1952. H βιογραφία συνθέτει και παρακολουθεί την ανοδική πορεία προς το Νόμπελ του 1954, ενώ η συγγραφική στασιμότητα -μην πούμε παρακμή- είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα.

Ας σημειωθεί ότι η πρώτη μετάφραση Χέμινγουεϊ στην Ελλάδα κυκλοφορεί σχετικά νωρίς. Είναι το βασισμένο στον ισπανικό εμφύλιο διάσημο μυθιστόρημα «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Εκδόθηκε το 1947 και τη μετάφραση υπογράφει ο Νίκος Σημηριώτης. Πέντε χρόνια αργότερα, ακολούθησε δεύτερη μετάφραση, όπου τον πρόλογο γράφει η Κατίνα Παξινού, γνωστή και βραβευμένη ως Πιλάρ στην κινηματογραφική εκδοχή του βιβλίου. Μέχρι τέλους της δεκαετίας του ’50 εκδίδεται σε τέσσερις διαφορετικές μεταφράσεις. Αν το λάβουμε ως ένδειξη, τότε πρόκειται για συγγραφέα γνώριμο και οικείο στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.