ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τραβώντας κουπί και συνάμα στο τιμόνι…

Π. Δ. Μαστροδημήτρης: «Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία». Εβδομη έκδοση. Εκδόσεις «Δόμος», 2005, σελ. 813.

Οταν εκδόθηκε το 1996 η έκτη έκδοση της «Εισαγωγής στη Νεοελληνική Φιλολογία» άκουσα τον συγγραφέα της, ομότιμο σήμερα καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών να δηλώνει πως είχε πια τελειώσει με το βιβλίο αυτό. Καθώς τώρα κρατώ την έβδομη έκδοση μου έρχονται στο νου οι παροιμίες «Μεγάλη μπουκιά να τρως, μεγάλο λόγο να μη λες» και «Πρώτα βγαίνει η ψυχή και ύστερα το χούι».

Η «γουργούλα»

Είχα εντελώς λησμονήσει τη δεύτερη, για τούτο, όταν έλαβα την τελευταία έκδοση της «Εισαγωγής…», εξαίρετη και τυπογραφικά, είπα αστόχαστα στον συμπατριώτη μου συγγραφέα της ότι μπορεί πια να αναπαυθεί ύστερα από τον νικηφόρο τερματισμό αυτού του εισαγωγικού μαραθωνίου, αφού μάλιστα έληξε η καθηγητική θητεία του. Μου αποκρίθηκε πως έχει κιόλας συντάξει τα πρώτα δελτία για την επόμενη έκδοση.

Οι αναγνώστες της «Καθημερινής», όσοι τυχαίνει να διαβάζουν τα σημειώματά μου, έχουν αντιληφθεί, ελπίζω, δύο πράγματα: ότι δεν αντιποιούμαι την ιδιότητα του κριτικού και ότι γράφω προκατειλημμένα, δηλαδή μόνο για βιβλία που με ευεργέτησαν στις φιλολογικές μου ζητήσεις ή με συγκίνησαν, λίγο ή πολύ, για κάποιο λόγο. H «Εισαγωγή…» του Π. Δ. Μαστροδημήτρη δεν ανήκει στην κατηγορία του «H Εκκλησία ως τέλος και ως αποκάλυψη στον Παπαδιαμάντη και στον Πεντζίκη» (1998), γραμμένου από τον ίδιο συγγραφέα, δεν εγγίζει, λοιπόν, το θυμικό μας. Ωστόσο, για να χρησιμοποιήσω έναν παλιό ναυτικό όρο, η «Εισαγωγή…» για τον φιλόλογο -και για τον καθένα που νοιάζεται για τα πρόσωπα, τα κείμενα και τα προβλήματα της Νεοελληνικής Φιλολογίας- είναι πρώτης τάξεως «γουργούλα», δηλαδή κουπί και συνάμα τιμόνι.

Δυσκολεύομαι να φανταστώ γυμνασιακό, λυκειακό ή φροντιστηριακό φιλόλογο να διδάσκει Νέα Ελληνικά δίχως έγκυρο λεξικό, χωρίς μία από τις σοβαρές ιστορίες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και δίχως αυτή τη σωστική -και μοναδική στην ελληνική βιβλιογραφία- «Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία». Δεν γίνεται. Οσο δεν γίνεται να πηγαίνει κανείς στον φούρνο με κερένια μύτη.

Για να φανεί, έστω και συνοπτικότατα, σε τι διαφέρει η έβδομη από την προηγούμενη έκδοση, παραθέτω μια παράγραφο από το σχετικό σημείωμα του συγγραφέα:

«Στην παρούσα έκδοση: γίνεται αναδιάταξη και συμπλήρωση για τη νεώτερη και τη σύγχρονη πεζογραφία στο κεφάλαιο Δ΄ του Πρώτου Μέρους· προστίθενται ορισμένα «προσωπογραφικά» στοιχεία στο κεφάλαιο A΄ του Δεύτερου Μέρους· προστίθεται το κεφάλαιο (H΄) «Θεωρία της Λογοτεχνίας» στο Τρίτο Μέρος· και εμπλουτίζονται γενικά τα βιβλιογραφικά λήμματα του μέρους αυτού (όπως και η βιβλιογραφία ολόκληρου του τόμου). Μικρές διορθώσεις ή τροποποιήσεις επιφέρονται σε όλη την έκταση του κειμένου της Εισαγωγής».

Πολλοί στο περιβόλι…

Υπάρχει και μια αριθμητική διαφορά -σε τέτοιας λογής βιβλία οι αριθμοί ούτε ασήμαντο ούτε «μηχανικό» πράγμα είναι- μεταξύ των δύο εκδόσεων. Αν αφαιρέσουμε το εργογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, η έκτη αριθμεί σελίδες 633, ενώ η έβδομη, με μικρότερα τυπογραφικά στοιχεία στα εκτενέστερα Ευρετήρια, 800.

O Π. Δ. Μαστροδημήτρης, όπως σημείωσα και άλλοτε, προσπαθεί να χωρέσουν πολλοί στο περιβόλι του και δίκαιο είναι να του αναγνωρίσουμε τη ριψοκινδύνευση, αν μάλιστα θυμηθούμε ότι ο K. Θ. Δημαράς στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» δεν θέλησε να προχωρήσει παραπέρα από το Επίμετρο που έφτασε ώς τον καιρό του Σεφέρη. Ετσι, για να περιοριστώ μόνο σε ένα παράδειγμα, η Μάρη Θεοδοσοπούλου, απούσα από την προηγούμενη έκδοση της «Εισαγωγής…», εμφανίζεται στο Ευρετήριο της τελευταίας με τέσσερα ημιστίχια. (Ωστόσο, βλέπω εκεί πέντε Ζερβούς, όχι όμως και τον Γιάννη Κλ. Ζερβό, τον Καλύμνιο ποιητή και πεζογράφο, που για τους «Αγωνισμένους και Λυτρωμένους», τουλάχιστον, δεν πρέπει να μείνει αμνημόνευτος μελλοντικά).

Σωτήριες εισαγωγές

Οταν φοιτούσε στη Φιλοσοφική Αθηνών η θυγατέρα μου Λαμπρινή, θεωρούσε την Εισαγωγή βιβλίο και μάθημα βαρετό. Συνομολογούσα ότι όλες οι Εισαγωγές είναι κατά μέγα μέρος ανιαρές για όλους τους φοιτητές, πρόσθετα όμως πως αργότερα αποδεικνύονται σωτήριες και, συχνά, αρκετά συναρπαστικές. Δεν τη μετέπειθα, ώσπου τα έφερε έτσι ο καιρός, ώστε αυτή να κάνει μια τελική θεώρηση των τυπογραφικών δοκιμίων της έβδομης έκδοσης. Φοβήθηκα πως η θάλασσα των ονομάτων, των τίτλων και των χρονολογιών θα της έφερνε ανυπόφορη ναυτία, ότι θα έφτανε στο σημείο να μη θέλει ούτε τον τίτλο να ξανακούσει.

Η θεώρηση ήταν όντως επίπονη. (Και τα σφάλματα ή τα σφαλματίτζια, όπως υποκόριζε μεταβυζαντινά ο αείμνηστος X. X. Χαριτωνίδης, ήταν αδύνατο να αποφευχθούν εντελώς). Περίμενα να ξεσπάσει κάποια στιγμή. Εκπληκτος την άκουσα να λέει ότι η «Εισαγωγή…» της άνοιξε τα μάτια.