ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οταν τα ψεύδη είναι η αλήθεια

Δημήτρης Σωτάκης: «H παραφωνία». Εκδόσεις «Κέδρος», 2006, σελ. 209.

Ηδη από το 2002, με το δεύτερο μυθιστόρημά του «H πράσινη πόρτα» (εκδ. «Μεταίχμιο»), ο Δημήτρης Σωτάκης είχε δείξει ότι γνωρίζει καλά αρκετές πτυχές του αφηγηματικού παιχνιδιού. Λιτή σκηνική δομή, επαρκώς συντονισμένη δράση, σύνθετες εσωτερικές τριβές, κινηματογραφικά δάνεια, σπαρταριστοί, αληθοφανείς διάλογοι, εμμονή στην προβολή της άλογης, κρίσιμης όμως λεπτομέρειας – και το κυριότερο, απροσδόκητη ανατροπή της θεματολογικής τάξης, χαρακτήριζαν στο σύνολό του το βιβλίο του εκείνο. Ακολούθησαν πέρυσι τα αντιστοίχως ευρηματικά, εύστοχα διηγήματα «Εντεκα ερωτικοί θάνατοι», πάλι από το «Μεταίχμιο», όπου η πραγματικότητα δάνειζε στο φανταστικό ό,τι του αρκούσε για να θεωρηθεί κι αυτό με τη σειρά του, «φυσιολογικό», ενδεχόμενο ή απλώς πιθανολογούμενο. Μύθοι, φοβίες, «τρέλες», τις οποίες δυστυχώς, δεν αποτολμήσαμε να τελέσουμε, τότε που έπρεπε, αλλά και βασανιστικά, χρόνια συμπλέγματά μας αποτελούσαν τις αφετηρίες των κειμένων, τα οποία προοδευτικά κατέληγαν να διακωμωδούν αδιακρίτως τα πάντα, ως και την παραδοσιακή συμπεριφορά του ασίγαστου, βιβλικού Διαβόλου. H γραφή παρωδούσε εκεί ασύστολα σεβάσμιες όψεις των πραγμάτων και πάγιες πεποιθήσεις δογμάτων, κρατώντας με πείσμα για τον εαυτό της το προνόμιο της επαναδιατύπωσης των περισσοτέρων ηθικών όρων.

Επανερχόμενος σήμερα, ο συγγραφέας δοκιμάζει μια ευρύτερη μυθιστορηματική σύνθεση, που δεν χρειάζεται να αποκρύψει την καφκική της καταγωγή, ανάγοντας τα πάθη μιας καθημερινής τυπικής μονάδας σε ασφαλώς καθολικότερη άγη.

Αποφεύγοντας σταθερά τις ευκολίες της πεποιημένης υπαρξιακής περιπέτειας, ο Δημήτρης Σωτάκης ασχολείται συστηματικά με την ανάγνωση του κόσμου ως εφιάλτη, που είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να αναποδογυρίσει την εννοιολογική τάξη, να ακυρώσει τις κεκτημένες αξίες του βίου, να εξανδραποδίσει τα ευαισθητοποιημένα παιδιά του. H πραγματικότητα είναι με άλλα λόγια ο Κρόνος, που καταβροχθίζει ανενδοίαστα ό,τι γεννά. O νόμος αυτός είναι ασφαλώς σιδερένιος. Τα αφηγηματικά υποκείμενα δεν προλαβαίνουν να αφομοιώσουν το καθεστώς της πτώσης – είναι ήδη τελεσίδικα κάτω.

Οχι ως κώδικας ενός αποκρυφιστικού μηνύματος, αλλά ως φορέας ενός ακατονόμαστου ολέθριου ιού, η περιβάλλουσα ατμόσφαιρα εγκυμονεί το κακό. Το καθησυχαστικό εκείνο «λίαν καλώς» της «Γένεσης» είναι ήδη ολοσχερώς υπονομευμένο. H «Παραφωνία» είναι απλώς το σύμπτωμα και ο συγγραφέας ένας φιλότιμος συλλέκτης δεινών. Από την παρωδία και τη φάρσα των προηγουμένων καταθέσεών του, ο Σωτάκης περνάει αισίως στην αποδελτίωση του αναπόφευκτου. Ο,τι δηλαδή μας περιμένει με υπομονη έξω κυριολεκτικά από την πόρτα του ίδιου μας του σπιτιού για να μας διαγράψει ως ψυχή.

Ας δούμε περιληπτικά το πλαίσιο της εξιστόρησης. Μια ασήμαντη παραφωνία ενός ερασιτέχνη μουσικού δρα κατακλυσμικά. Στην αρχή ο προσβληθείς μαέστρος, μετά ο αυστηρός διευθυντής ενός πολιτιστικού κέντρου, η προϊσταμένη του και λίγο αργότερα όλα ανεξαιρέτως τα πρόσωπα του αμέσου περιβάλλοντός του καταδιώκουν απηνώς τον άτυχο καλλίφωνο, επιδιώκοντας κατά βάση, όπως μαθαίνουμε εμβρόντητοι στη συνέχεια, όχι μόνον την κοινωνική του, αλλά και τη σωματική του εξόντωση! Το παράλογο κινεί βέβαια όσο γίνεται διακριτικότερα τα νήματα. Εως το αποκορύφωμα της ανάπτυξης πιστεύουμε ότι ο ήρωάς μας θα ξυπνήσει επιτέλους από τον βαρύ ύπνο – βραχνά και θα πιει τον λυτρωτικό καφέ του. Θα μπει πάλι στον ανακουφιστικό, «κανονικό» χωρόχρονό του. Το γεγονός όμως ότι αυτή τη φορά δεν ονειρεύεται, αλλά αντιθέτως ζει με τα μάτια ανοικτά και ώς τον μυελό των οστών του τον παμπάλαιο «τρόμο του σπηλαίου», όπου ο πανικός ήταν ο αναγκαστικός συγκάτοικος των όντων, τον καθιστά ανέκκλητα από τακτικό μέλος της αστικής κυψέλης που ήταν, ένα ακόμη αυθεντικότατο σκεύος του απόλυτου τρόμου των πρωτογόνων.

Μάταια θα αναζητήσουμε ένα είδος κάθαρσης, έστω υποτυπώδους. Στην τελευταία λέξη του βιβλίου («σκοτάδι») παίχτηκε και χάθηκε η αλήθεια της ευτυχίας.