ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στην γκιλοτίνα της Σοφίας Κόπολα

Στην γκιλοτίνα οδηγήθηκε για δεύτερη φορά χθες η «Μαρία Αντουανέτα». Για την ακρίβεια η κινηματογραφική της βιογραφία, σκηνοθετημένη από τη Σοφία Κόπολα, προκάλεσε πολύ έντονα γιουχαΐσματα στην πρωινή δημοσιογραφική προβολή. Τα χαϊδεμένα παιδιά του σινεμά, όπως η 35χρονη Σοφία Κόπολα, έχουν και τις κακές στιγμές τους ή έρχεται η ώρα να φανούν οι αδυναμίες και οι ελλείψεις τους. Εχοντας μεγαλώσει μέσα σε μια καλλιτεχνική οικογένεια και διατηρώντας επαφή με νέους καλλιτέχνες όλων των χώρων, από τη μουσική και τα εικαστικά μέχρι τη μόδα, η Σοφία Κόπολα είναι ένα χαρακτηριστικό κεντρικό πρόσωπο της ποπ κουλτούρας. Αυτό το στοιχείο τη βοήθησε στις δύο προηγούμενες ταινίες της, το «Αυτόχειρες παρθένοι» και κυρίως το «Χαμένοι στη μετάφραση».

Οταν όμως αποφάσισε να ασχοληθεί με ένα ιστορικό πρόσωπο, ταυτισμένο με μια κοσμοϊστορική αλλαγή στις αντιλήψεις και τη διοίκηση του κόσμου, οδηγήθηκε σε ένα αποτέλεσμα που μόνο καταστροφικό μπορεί να χαρακτηριστεί. Το πρόβλημα της ταινίας δεν είναι ούτε η ποπ της διάθεση ούτε ότι τις εικόνες των Βερσαλλιών του 18ου αιώνα ντύνει σύγχρονη μουσική των «Air», των «Cure», των «New Order» και των «Bow Wow Wow». Η κατά Κόπολα «Μαρία Αντουανέτα» είναι αποτυχημένη, επειδή δεν ξέρει και δεν προσπάθησε καν να μάθει για ποιο πράγμα μιλάει. Μάλιστα, σε συνέντευξή της στο «Hollywood reporter», η Σοφία Κόπολα φτάνει να χαρακτηρίζει την Αντουανέτα ως αδικημένη. «Εξαιτίας της πολιτικής εκείνης της περιόδου, μετατράπηκε σε αποδιοπομπαίο τράγο. Νομίζω ότι είναι ένας χαρακτήρας με ελαττώματα, αλλά ελπίζω η ταινία μου να δείξει και μιαν άλλη πλευρά».

Η Σοφία Κόπολα γοητεύτηκε από ένα πρόσωπο που βρέθηκε στην αλλαγή μιας σημαντικής ιστορικής περιόδου και αγνόησε παντελώς το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο. Η Γαλλική Επανάσταση είναι ουσιαστικά απούσα από την ταινία, ενώ η Μαρία Αντουανέτα, όπως την ερμηνεύει η Κίρστεν Ντανστ, είναι ένα κορίτσι μοντέρνο, που θέλει να αλλάξει το αυστηρό πρωτόκολλο της αυλής, απολαμβάνει γλυκά, δοκιμάζει συνεχώς ρούχα και αγωνιά μόνο για την αποτυχημένη της σεξουαλική ζωή με τον Λουδοβίκο. Δεν είναι όμως αυτοί οι λόγοι που κατέληξε χωρίς κεφάλι…

Το ταλέντο της Κόπολα είναι να στήνει εικόνες και τα καταφέρνει πολύ καλά και εδώ, με έναν προϋπολογισμό σαράντα εκατομμυρίων δολαρίων, αρκετά υψηλό για μια ταινία που χαρακτηρίζεται ως ανεξάρτητου δημιουργού, με τους πραγματικούς χώρους των Βερσαλλιών στη διάθεσή της και με τα εξαιρετικά κοστούμια της Μιλένα Κανονάρο και τα παπούτσια του Μανόλο Μπλάνικ. Ας μην κάνει εντύπωση η αναφορά στα παπούτσια, γιατί από την ταινία περισσότερο μαθαίνει κανείς για τα παπούτσια της Μαρίας Αντουανέτας, παρά για την προσωπικότητά της και τη χώρα που έζησε. Η ταινία έχει εικαστικό ενδιαφέρον. Τα όμορφα κάδρα της όμως, όπως βρίσκονται στην ταινία, είναι ανούσια και μοιάζουν με εντυπωσιακές φωτογραφίσεις μόδας, που τις ξεφυλλίζεις και τις ξεχνάς.

Παρακμιακή εποχή

Με την ίδια αμηχανία, με την οποία αντιμετώπισε κινηματογραφικά το θέμα της, η Σοφία Κόπολα εμφανίστηκε χθες και στη συνέντευξη Τύπου. Εχοντας τον πατέρα της Φράνσις Φορντ στο πλάι της αίθουσας να την παρακολουθεί (πόσο ικανοποιημένος να ήταν άραγε;), δεν μπόρεσε να δώσει σαφή απάντηση για την κατεύθυνση που επέλεξε να δώσει στην ταινία. «Δεν ήθελα να κάνω μια πολιτική ταινία, αλλά απλά ένα πορτρέτο. Το μόνο που θέλησα ήταν να δείξω πόσο άσχετη ήταν η ζωή τους σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο», είπε για την έλλειψη αναφορών στη Γαλλική Επανάσταση. «Πάντοτε με ενδιέφερε ο 18ος αιώνας. Ηταν μια παρακμιακή εποχή για τη Γαλλία και θέλησα να ερευνήσω την εμπειρία αυτού του κοριτσιού που από την Αυστρία βρέθηκε στα 14 του χρόνια στις Βερσαλλίες». Οσο για τις εξαιρετικά αρνητικές αντιδράσεις της αίθουσας, η Κόπολα δήλωσε ότι δεν τις γνώριζε. «Οπως και να είναι», συνέχισε, «από το να υπάρχει μια χλιαρή ανταπόκριση, καλύτερα η ταινία να αρέσει πολύ ή καθόλου».