ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από τον Πούσκιν στον Γκόρκι

H Ρωσική Λογοτεχνία στην Ελλάδα, 19ος αιώνας

Εποπτεία έρευνας, επιμέλεια: Σόνια Ιλίνσκαγια

εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 472

Πούσκιν, Γκόγκολ, Τουργκένιεφ, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ και Γκόρκι είναι οι συγγραφείς που συγκροτούν την αδιαφιλονίκητη ομάδα των ρωσικών γραμμάτων μέσα στον 19ο αι. O πρώτος παρουσιάζεται ως αφετηρία και ο τελευταίος ως γέφυρα προς τον 20ό αι., και συγχρόνως μετάβαση από την τσαρική στη σοβιετική εποχή.

Εύλογα, λοιπόν, ανακινούνται μια σειρά από ερωτήματα. Πότε, για παράδειγμα, πρωτοεμφανίστηκαν στα καθ’ ημάς τα μεγάλα αναστήματα της ρωσικής λογοτεχνίας; Ποιοι Ρώσοι συγγραφείς μονοπώλησαν το ενδιαφέρον στα χρόνια του ρομαντισμού και ποιοι μόνο παρεμπιπτόντως μεταφράστηκαν; Ηταν, άραγε, αυτοί που σήμερα θεωρούνται ως μείζονες ή, μήπως, κάποιοι ελάσσονες που τότε ακόμη απολάμβαναν ιδιαίτερης φήμης;

Τρεις κατάλογοι

Απαντήσεις έρχεται να δώσει το βιβλίο της Σ. Ιλίνσκαγια, αποτέλεσμα δεκαετούς έρευνας, με τη συνδρομή πολυπληθούς ομάδας φοιτητών. Συγκεκριμένα, δηλώνεται ότι αποδελτιώθηκαν περισσότερα από 100 περιοδικά -χωρίς να παρατίθεται αναλυτικός τους κατάλογος- και τρεις βασικές εφημερίδες: «Εφημερίς», «Ακρόπολις», «Το Αστυ».

Ο καρπός της ερευνητικής επιδρομής παρατίθεται ταξινομημένος σε τρεις καταλόγους. O πρώτος αναφέρεται στις μεταφράσεις Ρώσων συγγραφέων και φθάνει τα 299 δημοσιεύματα, ο δεύτερος, με μόλις 28 δημοσιεύματα, περιορίζεται σε δοκίμια Ελλήνων για τη ρωσική λογοτεχνία, ενώ ο τρίτος και εκτενέστερος -331 δημοσιεύματα- συγκεντρώνει αναφορές περί τη λογοτεχνική ζωή της Ρωσίας.

Πρώτες εμφανίσεις

Οπως φαίνεται, η εμφάνιση της ρωσικής λογοτεχνίας στον ελληνικό Τύπο άργησε. Μόλις το 1847 εντοπίζονται τα πρώτα δημοσιεύματα με μύθους του Ιβάν Κριλόφ και ποιήματα του Αλέξανδρου Πούσκιν. H πρωτοβουλία ανήκει στον Χιώτη μυθιστοριογράφο Ιάκωβο Πιτζιπίο, που είχε διδάξει περισσότερο από δέκα χρόνια στο Λύκειο της Οδησσού. Από τον Ιούλιο του 1847 μέχρι τέλους του 1848, ο Πιτζιπίος εξέδιδε στην Ερμούπολη της Σύρου το περιοδικό «Αποθήκη των Ωφελίμων και Τερπνών Γνώσεων», στο οποίο μετέφραζε εκ του ρωσικού ο Κωνσταντίνος Τσορβατζόγλου, αγνώστων στοιχείων πέραν της πληροφορίας πως δίδασκε την τουρκική στην Πετρούπολη. Πάντως, η συμβολή του Πιτζιπίου και του Τσορβατζόγλου τελείωσε με την εκπνοή του περιοδικού, ενώ, αντίθετα, τόσο ο Κριλόφ όσο και ο Πούσκιν εξακολουθούν να μεταφράζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του αιώνα.

Για τα επόμενα τριάντα χρόνια, οι μεταφράσεις παραμένουν λιγοστές και διασκορπισμένες σε ποικίλα περιοδικά. Από τους συγχρόνους του Πούσκιν, μεταφράστηκε ο άτυχος ποιητής Μιχαήλ Λέρμοντωφ και ένα μόνο ποίημα του Νικόλαου Νεκράσωφ, ενώ το εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον είλκυσε ο Νικόλαος Καραμζίν, ως άλλος Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, με την πολύτομη Ιστορία του της Ρωσίας.

Ως έτος-σταθμός στην υποδοχή της ρωσικής λογοτεχνίας προβάλλει το 1881, όταν πρωτοδημοσιεύτηκε πεζό του Ιβάν Τουργκένιεφ, που έρχεται δεύτερος μετά τον Κριλόφ στις προτιμήσεις μεταφραστών και εκδοτών. Δύο χρόνια αργότερα, ο θάνατός του απασχόλησε ιδιαίτερα τον ευρωπαϊκό Τύπο και εξ αντανακλάσεως βρίσκει απήχηση και στη χώρα μας. Στην τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα οι μεταφράσεις πυκνώνουν. Ωστόσο, μόλις ένα και μονάκριβο διήγημα του Νικολάι Γκόγκολ εντοπίστηκε. Παρομοίως, ένα απόσπασμα από μυθιστόρημα του Μαξίμ Γκόρκι και μόλις τρία διηγήματα του Αντον Τσέχωφ. Ισως, όμως γι’ αυτούς τους δύο, το όριο του 1900, που θέτει η μελέτη, να μην επιτρέπει τη δημιουργία ευκρινούς εικόνας.

Ο Ντοστογιέφσκι

Οπως και να έχει, δημοφιλής όσο και ο Τουργκένιεφ στάθηκε ο Λέων Τολστόι, που πρωτομεταφράστηκε αργά, το 1886, αλλά έμελλε να κυριαρχήσει στις πρώτες δεκαετίες του επόμενου αιώνα. Την ίδια χρονιά εντοπίζεται και το πρώτο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, που, σε εκείνη την πρώτη περίοδο, δεν έτυχε ιδιαίτερης προσοχής. Τον μετέφρασε ο πολυσχιδής Θεόδωρος Βελλιανίτης, ο οποίος τότε ακόμη φοιτούσε στη Ρωσία και έστελνε ανταποκρίσεις στην «Ακρόπολη». Μέσα στο 1889 δημοσιεύεται «Το Εγκλημα και η Τιμωρία», σε 106 συνέχειες στην «Εφημερίδα», αλλά χωρίς αναγγελία μεταφραστή. Το όνομα διεσώθη χάρη σε ρητή δήλωση του Βελλιανίτη, και δεν είναι ο πρώτος τυχών. Το «γύρισμα» στα ελληνικά έγινε εκ της γαλλικής και ο μεταφραστικός κόπος ανήκει στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ετσι εισχωρεί στο μεταφραστικό τοπίο και ένας γνήσιος λογοτέχνης.

Οι μεταφραστές

Κατά τα άλλα, πολλές απορίες γεννούν οι μεταφραστές από τη ρωσική. Οπως σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, κατ’ εξοχήν γνώστης της ρωσικής γραμματείας, επρόκειτο για λογίους και εμπόρους, που έτυχε να ζήσουν στη Ρωσία και να μάθουν τη γλώσσα. Ωστόσο, μεταξύ αυτών διακρίνονται επιφανείς δημοσιογράφοι, διπλωμάτες και πολιτικοί. Κατ’ εξαίρεση και ορισμένοι συγγραφείς, όπως ο Κωνσταντίνος Πωπ, ο Αγαθοκλής Γ. Κωνσταντινίδης, που δοκιμάστηκε στον Πούσκιν αλλά και στον Τσέχωφ, και ο Πανάγος Αξιώτης. Αναμετρήθηκαν με μεγάλα ονόματα Ρώσων συγγραφέων, αλλά οι ίδιοι βρέθηκαν αλεσμένοι στα «ψιλά» της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Ιδιαίτερη μνεία αντιστοιχεί στον Στέφανο K. Καραθεοδωρή, πατέρα του γνωστού μαθηματικού, και την ομιλία του «Περί Ρωσσικής Φιλολογίας», που δόθηκε στον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο της Κωνσταντινούπολης, το 1871. Το κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο στο «Ανθολόγιο», που καλύπτει σχεδόν το ήμισυ του βιβλίου, δίνοντας μια πρώτη γεύση από αυτά τα μεταφραστικά αποθησαυρίσματα του 19ου αιώνα.