ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σινεμά χωρίς λάμψη φέτος στις Κάννες

Κάθε απόγευμα από τις 16 Μαΐου μέχρι και χθες, στην είσοδο του Palais του φεστιβάλ των Καννών συγκεντρώνονταν κύριοι με σμόκιν και κυρίες με βραδινό ντύσιμο, παρακαλώντας για μια πρόσκληση και ελπίζοντας να μπούνε στην επίσημη προβολή των ταινιών του διαγωνιστικού προγράμματος. Μάταιος κόπος. Οχι μόνο επειδή οι προσκλήσεις ήταν δυσεύρετες, αλλά και γιατί η προσπάθεια θα έφερνε τελικά ελάχιστη ικανοποίηση. Το φετινό, 59ο Φεστιβάλ των Καννών, παρά την ιστορία και τη φήμη του, δεν κατόρθωσε να συγκεντρώσει ταινίες που να δώσουν ένα ισχυρό καλλιτεχνικό στίγμα για την ερχόμενη σεζόν.

Οσο περνούσαν οι μέρες της διοργάνωσης, χωρίς να εμφανίζεται η ταινία που να έχει σαφή την ένδειξη «Χρυσός Φοίνικας», όλο και περισσότεροι από τους εκατοντάδες διαπιστευμένους δημοσιογράφους στο φεστιβάλ σκέφτονταν «ραντεβού στη Βενετία». Η Μόστρα, που πραγματοποιείται στο τέλος Αυγούστου, φαίνεται ότι θα επωφεληθεί από την αμηχανία και την έλλειψη πρότασης που χαρακτήρισε τις Κάννες, καθώς αναμένεται να συγκεντρώσει ονόματα όπως του Ντέιβιντ Λιντς, του Ντάρεν Αρονόφσκι και του Γούντι Αλεν.

Τα ονόματα δεν έλειψαν και από τις Κάννες. Ο Τιερί Φρεμό, ωστόσο, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ, δεν έκανε επιλογές που να κερδίσουν ή έστω να εξοργίσουν το ζωντανό κοινό ενός φεστιβάλ. Φιλόδοξες αποτυχίες, αξιοπρεπείς μετριότητες ή σεμνά καλές ταινίες είναι η συγκομιδή της 59ης διοργάνωσης, ακόμη και στα πιο πειραματικά παράλληλα τμήματα. Δεν μπορεί να ξέρει κανείς προς ποια πορεία θα κατευθύνει την απόφαση της κριτικής επιτροπής ο πρόεδρός της, Γουόνγκ Καρ Γουάι, που απονέμει απόψε τα βραβεία. Ομως, οι επιλογές είναι περιορισμένες, αν πρόκειται να βραβευτούν ταινίες για το συνολικό τους αποτέλεσμα και όχι για μεμονωμένα καλά στοιχεία.

Οι καλύτερες περιπτώσεις

Ανάμεσα στις καλύτερες περιπτώσεις ήταν ο Πέδρο Αλμοδόβαρ με το «Volver», μια ταινία με προσωπικές αναφορές στις ρίζες του, η οποία ισορροπεί ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία, χωρίς να φτάνει στο επίπεδο του «Μίλα της» και της «Κακής εκπαίδευσης». Παρ’ όλα αυτά, όλες τις ημέρες του φεστιβάλ, το «Volver» ερχόταν πρώτο στο βαρόμετρο των κριτικών. Πιο κατάλληλη επιλογή για το μεγάλο βραβείο ενός φεστιβάλ φαίνεται η «Βαβέλ» του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου, με θέμα (τις δυσκολίες της επικοινωνίας) και καστ (Μπραντ Πιτ, Κέιτ Μπλάνσετ, Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ) παγκόσμιο. Η ιδιαίτερη κινηματογραφική γραφή του Ινιαρίτου όμως δεν έχει μόνο φίλους, ενώ ο ίδιος έδειξε σημάδια επανάληψης.

Αξιοπρεπείς παρουσίες

Συνεπείς με τον εαυτό τους και το κοινό τους φάνηκαν ο Κεν Λόουτς με το «Ο άνεμος σηκώνει το κριθάρι», ο Ακι Καουρισμάκι με τα «Φώτα στο σούρουπο» και ο Νουρί Μπίλγκε Τζεϊλάν με τα «Κλίματα». Ταινίες που ταυτίζονται με το στίγμα και τη θεματολογία των δημιουργών τους και θα μπορούσαν να βρεθούν στα βραβεία. Κάποια καλά στοιχεία, αλλά όχι ολοκληρωμένο αποτέλεσμα είχαν το «Θερινό ανάκτορο» του Λου Γιε, το «Fast food nation» του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, ο «Κόκκινος δρόμος» της Αντρέα Αρντολντ.

Αποτυχίες και γιουχαΐσματα

Παταγώδεις αποτυχίες ήταν η κενή περιεχομένου «Μαρία Αντουανέτα» της Σοφίας Κόπολα, που γιουχαΐστηκε περισσότερο από κάθε άλλη ταινία, η ανόητη αντι-μπερλουσκονική σάτιρα «Il Caimano» του Νάνι Μορέτι, το πολυσυζητημένο, αλλά χαοτικό «Southland tales» του φιλόδοξου Ρίτσαρντ Κέλι, το ερασιτεχνικό και επιτηδευμένο «Flandres» του Μπρούνο Ντιμόν.

Αν η έκπληξη κρύβεται σε κάποιο από τα ονόματα του τελευταίου τριημέρου, αυτό θα το ανακοινώσει απόψε ο Γουόνγκ Καρ Γουάι. Διαφορετικά, και αν το φαινόμενο της έλλειψης ταινιών παρατηρηθεί και στα επόμενα φεστιβάλ, της Βενετίας και του Τορόντο, θα πρέπει να περιμένουμε μια πολύ προβληματική χρονιά για τον κινηματογράφο.

«Μια ιστορία για την κρατική τρομοκρατία»

Μέσα στο γεμάτο απογοητεύσεις φετινό πρόγραμμα των Καννών, ο Κεν Λόουτς παρουσίασε μια ταινία που, ακόμη κι αν απόψε δεν καταλήξει με ένα από τα βραβεία της επιτροπής του Γουόνγκ Καρ Γουάι, κατάφερε να είναι συνεπής με την ιστορία και τα πιστεύω του 70χρονου δημιουργού της. Το «Ο άνεμος που σηκώνει το κριθάρι», μια ιστορία για τον αγώνα των Ιρλανδών να ανεξαρτητοποιηθούν από τη Μεγάλη Βρετανία, είναι μια επιστροφή του Βρετανού σκηνοθέτη στις ιστορίες εθνικών αγώνων, έπειτα από το «Γη και ελευθερία», που είχε για θέμα τον ισπανικό εμφύλιο. Δυο αδέλφια, ο ένας παρορμητικός και δυναμικός, ο άλλος λογικός και καλλιεργημένος, ενώνονται στον αγώνα ανεξαρτησίας της πατρίδας τους, το 1920. Στη συνέχεια, όμως, θα βρεθούν αντιμέτωποι, όταν επάνω στην ελπίδα της ανεξαρτησίας θα παιχτούν παιχνίδια εξουσίας. Η πολιτική με ευρύτερη έννοια υπάρχει πάντα στις ταινίες του Λόουτς, όπως και στον λόγο του. Στις Κάννες συναντήσαμε τον πολυβραβευμένο Βρετανό σκηνοθέτη, που μας μίλησε για την ταινία και τα θέματά της που μένουν ανοιχτά και επίκαιρα μέχρι και σήμερα.

Κοινωνική εξέγερση

– Αρχίζοντας την ταινία, λογικά θα πρέπει να προβληματιστήκατε πώς να αντιμετωπίσετε δύο ζητήματα, που δεν είναι στοιχεία της προσωπικότητάς σας. Τον εθνικισμό και τη θρησκευτική πίστη.

– Αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο σε αυτή την ιστορία είναι ότι, όπως κάθε εθνικός αγώνας, έτσι κι αυτός έχει στοιχεία κοινωνικής εξέγερσης. Αυτό είναι κάτι που έχει συμβεί σε πολλές αντίστοιχες περιπτώσεις. Η αναστάτωση που επικρατεί μετά την απεξάρτηση από μια αποικιοκρατική δύναμη, δίνει τη δυνατότητα να χτιστεί μια νέα κοινωνία. Μπορεί να αρχίζει ως εθνικισμός, μετατρέπεται όμως σε κοινωνική εξέλιξη, που είναι αναπόφευκτη στην πορεία. Κι αυτό συνέβη στην Ιρλανδία. Οσο για τη θρησκεία, είχε πάντοτε εμπλοκή στο ιρλανδικό ζήτημα. Οι Ιρλανδοί ήταν πάντοτε Καθολικοί, όμως τον 16ο και 17ο αιώνα οι Βρετανοί μετακίνησαν στη χώρα Σκωτσέζους Προτεστάντες, που άρχισαν να συμπεριφέρονται σαν μεγαλοαστοί. Το πρόβλημα, λοιπόν, εκτός από εθνικό και κοινωνικό, έγινε και θρησκευτικό.

– Οι ταινίες που υπάρχουν στη φιλμογραφία σας δεν φαίνονται συμπτωματικές. Γιατί γυρίσατε την συγκεκριμένη ιστορία τώρα;

– Η αλήθεια είναι ότι με τον (σεναριογράφο) Πολ Λάβερτι συζητούσαμε για πολύ καιρό αυτό το σχέδιο. Τώρα μας δόθηκε η δυνατότητα να το κάνουμε. Ομως, πάντα αφορά τον κόσμο μια ιστορία που μιλάει για τα κέρδη των αποικιοκρατών και την ανεξαρτησία. Πάντα αφορά η δυνατότητα δημιουργίας μιας δίκαιης κοινωνίας. Πάντα αφορά μια ιστορία για έναν παράνομο στρατό κατοχής. Εναν στρατό που έχει σταλθεί για να τρομοκρατήσει και να βιαιοπραγήσει. Είναι μια ιστορία για την κρατική τρομοκρατία.

Να απολογηθούμε

– Πιστεύετε ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις όταν η ταινία προβληθεί στη Βρετανία;

– Το ελπίζω! Θα ήταν μάλλον δυσάρεστο αν δεν συνέβαινε τίποτα απολύτως. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι αν αμφισβητήσεις τη βρετανική εξουσία, αμφισβητείς και τη βρετανική ερμηνεία της ιστορίας, που με λίγα λόγια είναι ότι οι Βρετανοί ήταν οι καλοί άνθρωποι που προσπαθούσαν να κάνουν τους Ιρλανδούς να μην πολεμούν μεταξύ τους. Πώς λοιπόν να ακούς και να μην αμφισβητείς ανθρώπους σαν τον Γκόρντον Μπράουν που λένε ότι δεν υπάρχει λόγος να απολογηθούμε για την Βρετανική Αυτοκρατορία. Ομως, πρώτον, κανείς δεν απολογήθηκε ποτέ για την Βρετανική Αυτοκρατορία και δεύτερον, κάποιος πρέπει να αρχίσει να το κάνει. Σκεφτείτε τη δουλεία, τις σφαγές, την εκμετάλλευση στην Αφρική, την Ινδία, ολόκληρο τον κόσμο. Ολο το νόημα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας ήταν η προσπάθειά της να πλουτίσει από τον πλούτο και τη δουλειά των άλλων. Τώρα, σε ό,τι αφορά την ταινία… Η τυπική βρετανική αντίδραση δεν είναι να σού επιτεθεί κάποιος κατά μέτωπον και να σε αντικρούσει. Θα προτιμήσουν να πουν: «Ξέρεις… μην πας να δεις αυτή την ταινία. Είναι βαρετή. Μιλάνε πολύ».

Βία και αλήθεια

– Σε μια ιστορία που έχει να κάνει με πόλεμο και αναπόφευκτη βία, πώς διαλέγετε πόση βία θα δείξετε και πώς θα την απεικονίσετε;

– Είναι κάτι που συχνά βλέπεις σε ταινίες πολεμικές ή «αντιπολεμικές». Ενώ υποτίθεται ότι είναι κατά της βίας, παντού πετάγεται αίμα σε αργή κίνηση και σκάνε τα μυαλά των στρατιωτών. Αυτό που προτίμησα να κάνω στις σκηνές που υπάρχουν συγκρούσεις με όπλα, είναι αυτό που συμβαίνει και στην πραγματικότητα. Οταν μια σφαίρα μπαίνει σε ένα σώμα και βγαίνει από την άλλη πλευρά, χρειάζεται μια στιγμή για να αρχίσει η πληγή να αιμορραγεί. Και αυτό συμβαίνει από την έξοδο της σφαίρας, όχι από την είσοδο. Ετσι, δεν είναι παράξενο που η οθόνη δεν είναι γεμάτη με αίμα και συντρίμμια ανθρώπων. Αυτό που έχει σημασία είναι να δίνεις τον σωστό τόνο, όχι εξαντλητικές λεπτομέρειες. Δεν θέλησα να δοξάσω τη βία. Στις σκηνές σύγκρουσης δεν υπάρχει μουσική. Υπάρχουν άνθρωποι που αφού πυροβολήσουν νιώθουν ότι ανακατεύεται το στομάχι τους.

Η ελπίδα των Δαβίδ του κόσμου

– Εχετε περιγράψει τη σχέση Ιρλανδίας – Βρετανίας σαν μια αντιπαράθεση Δαβίδ και Γολιάθ. Πιστεύετε ότι υπάρχει ελπίδα για τους Δαβίδ του κόσμου;

– Αν ενωθούν… Η λύση λέγεται διεθνισμός. Αυτή είναι η ειρωνεία. Οτι, δηλαδή, όλες οι χώρες ενώθηκαν σε έναν κοινό οργανισμό, τον ΟΗΕ, και ο Γολιάθ σηκώθηκε και είπε ότι δεν πρόκειται να ακολουθήσει ό,τι έχουν αποφασίσει και ότι θα κάνει ό,τι ακριβώς θέλει. Αυτό είναι το πρόβλημα. Ολα τα μικρότερα έθνη προσπαθούν να βρουν κοινά αποδεκτές λύσεις και κανόνες και οι ισχυροί στη συνέχεια τους λένε: «Ξεχάστε το. Θα κάνουμε ό,τι μας αρέσει». Η απάντηση βρίσκεται στον διεθνισμό και στον αγώνα των μικρών να βρίσκονται απέναντι στους μεγάλους.