ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το Δίκαιο των Ορθοδόξων μετά την Αλωση

Ως πρόσφατα, το ενδιαφέρον των ιστορικών του λεγόμενου μεταβυζαντινού δικαίου, δηλαδή του βυζαντινού δικαίου που ίσχυσε για τους χριστιανικούς πληθυσμούς και μετά την πτώση της αυτοκρατορίας, το μονοπωλούσε, για τον 16ο αιώνα, μια συναγωγή νομικής ύλης που στα 1561 είχε συγκροτήσει ο Μανουήλ Μαλαξός, νοτάριος στη μητρόπολη Θηβών. Πρόσφατες ωστόσο έρευνες έδειξαν πως η κορυφαία στιγμή της ιστορίας του δικαίου, για τον 16ο πάντα αιώνα, δεν έλαβε χώρα στη Θήβα αλλά στην Κωνσταντινούπολη, με τη δημιουργία από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως μιας επίσημης νομικής συλλογής που το ίδιο την ονόμασε «Το Νόμιμον της Μεγάλης Εκκλησίας». Για το νομικό αυτό γεγονός, άγνωστο στο ευρύτερο κοινό, θα είναι σήμερα ο λόγος.

Τον Ιανουάριο λοιπόν του 1564, το Πατριαρχείο, μοναδικός πλέον μετά την Αλωση νομοθετικός παράγοντας για τους ορθόδοξους χριστιανούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποφασίζει να προβεί σε μια καταγραφή, σε μια «κωδικοποίηση» των διατάξεων του βυζαντινού δικαίου που το αφορούσαν και των μεταβυζαντινών ρυθμίσεων που το ίδιο είχε στο μεταξύ αποφασίσει στον πρώτο αιώνα μετά την κατάκτηση. Για παράδειγμα, καταγράφει τα σχετικά με το δίκαιο και τα κωλύματα γάμου από τη βυζαντινή εποχή, καταχωρίζει όμως και όσες αλλαγές, «διά στενοχωρίαν του γένους», αποφασίστηκαν τη μεταβυζαντινή εποχή.

Το σημαντικό είναι ότι η νομική συναγωγή δεν συγκροτήθηκε για να αποτελέσει μια «κλειστή» κωδικοποίηση αλλά έναν «ανοικτό» κώδικα, προορισμένο να δεχθεί την καταχώριση και νέων ρυθμίσεων, που θα αποφασίζονταν και μετά το 1564. Το στοιχείο αυτό προκύπτει από ένα κωδικολογικό τεκμήριο: τη συρραφή δηλαδή πολλών λευκών φύλλων στο χειρόγραφο κώδικα που δημιουργήθηκε το 1564, και επικυρώνεται από το γεγονός πως βρίσκουμε καταχωρισμένες, σε κάποια από αυτά τα λευκά φύλλα, μεταγενέστερες ρυθμίσεις, που αποφασίστηκαν με πράξεις του Πατριαρχείου, οι οποίες εκδόθηκαν μετά τη χρονολογία αυτή.

Ιωάσαφ ο Μεγαλοπρεπής

Σύμφωνα με τα στοιχεία που η έρευνα μπόρεσε να μας δώσει, «το Νόμιμον» δημιουργήθηκε με εντολή του πατριάρχη Ιωάσαφ, που επονομαζόταν «Μεγαλοπρεπής». Εκείνος ωστόσο που ανέλαβε και έφερε σε πέρας το έργο ήταν ένας οφικιάλιος του Πατριαρχείου που ονομαζόταν Ιέραξ και ήταν φημισμένος για τη νομική του παιδεία. H φήμη για την κατάρτισή του ήταν τέτοια, ώστε τη μαρτυρία του την επικαλείται και ένα πατριαρχικό γράμμα που εκδόθηκε το 1580. O τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνης Γ΄ σημειώνει στο σκεπτικό του, πριν καταλήξει στην απόφασή του: «ερωτηθείς και ο τιμιώτατος μέγας λογοθέτης της Μεγάλης Εκκλησίας κύριος Ιέραξ, ανήρ την εκκλησιαστικήν ακρίβειαν και την περί τούτων γνώσιν πεπειραμένος ως άριστα», αναφέρεται στο κείμενο του επίσημου πατριαρχικού γράμματος, «εμαρτύρησεν ότι…».

Ο Ιέραξ εργάστηκε δημιουργικά· δεν συμπίλησε δηλαδή απλώς το χειρόγραφο υλικό που είχε στη διάθεσή του, αλλά προσπάθησε, χωρίς να το αλλοιώσει, να το προσαρμόσει στο μεταβυζαντινό σκηνικό. Για παράδειγμα, έχοντας στα χέρια του και ένα βυζαντινό χειρόγραφο που παρέδιδε, όπως ήταν φυσικό, κείμενα που ανέτρεχαν στη βυζαντινή εποχή, βρήκε ανάμεσα στα φύλλα του και όσα περιέγραφαν μια (ιδεατή) θέση του πατριάρχη στο σύστημα του βυζαντινού κράτους. Τα φύλλα αυτά τα απέσπασε από τη σειρά τους και τα έθεσε στην αρχή του «Νομίμου», καθώς στη μεταβυζαντινή πραγματικότητα υπήρχε πλέον ιδεολογικός χώρος για να προβληθούν όσα δεν είχαν καθιερωθεί στο πλαίσιο του βυζαντινού κράτους.

Ετσι το «Νόμιμον» αρχίζει με τον «πολυχρονισμό» του ανύπαρκτου πλέον βυζαντινού βασιλέως αλλά του υπαρκτού πατριάρχη, για να ακολουθήσει αμέσως μετά ο περίφημος ορισμός που αποδίδεται στον λόγιο πατριάρχη του 9ου αιώνα Φώτιο, και ο οποίος εξέφραζε με τον καλύτερο τρόπο ένα παλιό όραμα της Εκκλησίας: «Πατριάρχης εστίν εικών ζώσα Χριστού και έμψυχος…».

Από την αφορμή…

Μολονότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποφάσισε ποτέ να κωδικοποιήσει τις διατάξεις «των θείων και ιερών κανόνων», του κανονικού της δηλαδή δικαίου, φαίνεται πως στα χρόνια της πατριαρχίας του Ιωάσαφ παρουσιάστηκε η αφορμή που την οδήγησε στην ιδέα να συγκεντρώσει και να προβεί σε μια οιονεί «κωδικοποίηση» των πέρα του κανονικού δικαίου διατάξεων – τα σχετικά με το γαμικό δίκαιο για παράδειγμα. Οσον αφορά την αφορμή στην οποία αναφέρθηκα ήταν μια διαμάχη που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στον Ιωάσαφ και σε μέλη της συνόδου. Διαμάχη κατά την οποία ο πατριάρχης, θέλοντας να δείξει την προσήλωσή του στη νομιμότητα, έδωσε εντολή για τη δημιουργία της συναγωγής των διατάξεων που αφορούσαν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως από τη βυζαντινή εποχή ώς τις μέρες του: είναι η συναγωγή η οποία ονομάστηκε «Το Νόμιμον της Μεγάλης Εκκλησίας». Και ακόμα ο Ιωάσαφ έδωσε εντολή να εγκαινιαστεί ένας άλλος κώδικας, στον οποίο θα καταγράφονταν τα αφιερώματα και οι δωρεές προς το Πατριαρχείο.

…στην ανάγκη

Οποια όμως και αν ήταν η αφορμή για τη δημιουργία της νομικής αυτής συναγωγής, η συνεχής χρήση του «Νομίμου» από το 1564 ώς τα τέλη περίπου του 16ου αιώνα -και μάλιστα στη διάρκεια πέντε τουλάχιστον διαφορετικών πατριαρχιών- αποδεικνύει πως η συγκρότησή του δεν ήταν το προϊόν μιας συγκυρίας αλλά ανταποκρινόταν σε κάποια ανάγκη.

Αποδεικτικό αυτής της ανάγκης είναι ένα άλλο στοιχείο που μας βεβαιώνει, και αυτό, για τη χρησιμότητα που ένιωθαν εκείνη την εποχή για μια τέτοιας υφής «κωδικοποίηση»: όταν «το Νόμιμον της Μεγάλης Εκκλησίας» «απομακρύνθηκε» από τη Γραμματεία του Πατριαρχείου στα τέλη, όπως υπολογίζουμε, του 16ου αιώνα, στις αρχές του επόμενου αιώνα, και πάντως όχι μετά το 1609, δημιουργήθηκε στο Πατριαρχείο ένας άλλος «ανοικτός κώδικας» με ταυτόσημο σχεδόν όνομα και παρόμοια λειτουργία. Καθώς περνάμε όμως σε ένα άλλο κεφάλαιο του νομικού μας βίου στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, ας βάλουμε εδώ μια άνω τελεία, όπως συνηθίζουν να λένε σήμερα – ή καλύτερα, ας σημειώσουμε την αντίστοιχη φράση με την οποία κλείνοντας τα γραπτά τους οι παλαιότεροι συγγραφείς άφηναν μια χαραμάδα ανοιχτή για να επανέλθουν: «και ταύτα μεν άλις», επειδή στο θέμα αξίζει, νομίζω, να επανέλθουμε κάποτε, με περισσότερα στοιχεία.

Τα χειρόγραφα βρέθηκαν στη Σάμο και στη Γαλλία

Το κορυφαίο ωστόσο αυτό νομικό γεγονός λησμονήθηκε, καθώς ο χειρόγραφος κώδικας που το έσωζε απομακρύνθηκε στα τέλη περίπου του 16ου αιώνα από τη φυσική του θέση, τη Γραμματεία του Πατριαρχείου. «Απομακρύνθηκε» -ή όποιο άλλο ρήμα είναι προσφυέστερο για να χαρακτηρίσει το γεγονός της απώλειας- μέσα στη δίνη των δραματικών περιπετειών που γνώριζε τότε το Πατριαρχείο, με έκδηλο τεκμήριο αυτών των περιπετειών τη μετατροπή της μεταβυζαντινής του έδρας, της μονής της Παμμακαρίστου, σε μουσουλμανικό τέμενος. Μετατροπή που το εξανάγκασε να μετακινηθεί σε άλλους χώρους – ώς να βρει στις αρχές του 17ου αιώνα τη σημερινή του θέση στο Φανάρι.

Από τη λήθη όμως το κορυφαίο τούτο νομικό γεγονός ανασύρθηκε πρόσφατα, καθώς έρευνες εντόπισαν μεγάλα τμήματα του πολύτιμου αυτού ιστορικού τεκμηρίου. Τα τμήματά του βρέθηκαν σε ένα χειρόγραφο της μονής του Τιμίου Σταυρού στη Σάμο και σε ένα χειρόγραφο που σήμερα απόκειται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας. Από τα δύο αυτά χειρόγραφα έγινε δυνατό να συλλεγούν 138 π ρ ω τ ό τ υ π α φύλλα από αυτά που συγκροτούσαν «το Νόμιμον της Μεγάλης Εκκλησίας» του 16ου αιώνα. Ευρήματα σημαντικά διότι, μολονότι δεν μας δίνουν την πλήρη εικόνα που είχε το χειρόγραφο σώμα του «Νομίμου», μας επέτρεψαν να ανασυνθέσουμε τα περιεχόμενά του, να κατανοήσουμε τη λογική της συγκρότησής του και να διακρίνουμε τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη για τη δημιουργία του.

* O κ. Δημήτρης Γ. Αποστολόπουλος είναι διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, αντιπρόεδρος της «Διεθνούς Εταιρείας Μελέτης του 18ου αιώνα» (ISECS).