ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υπαρξιακό μυθιστόρημα από τον Ευγένιο Ιονέσκο

Eugene Ionesko

O μοναχικός

Μετ.: Χρύσα Τσαλικίδου

εκδ. Ηλέκτρα / Οι Κλασικοί, 2006

O Ευγένιος Ιονέσκο υπήρξε ξεχωριστή φυσιογνωμία στο μεταπολεμικό θέατρο. Τα έργα του «H φαλακρή τραγουδίστρια» (1950) και «Το μάθημα» (1951) θέσπισαν παγκόσμια το πνεύμα του παραλόγου στη δραματική τέχνη. Πέρα απ’ αυτό στερέωσαν για πολλές δεκαετίες την έννοια του αντιθεάτρου, για το οποίο η πρώτη νύξη είχε γίνει από τον Ζαρί, τους Ντανταϊστές και τους Υπερρεαλιστές και το οποίο, τελικά, χάρη στον Ιονέσκο και τους μιμητές του επιβλήθηκε για πρώτη φορά στο μεγάλο θεατρικό κοινό. Οντας ο πιο ευτράπελος απ’ όλους τους παράλογους συναδέλφους του, στάθηκε ο βασικότερος συντελεστής στην οριστική εκπαραθύρωση, όχι μονάχα του βουλεβάρτου μα και γενικότερα της ρεαλιστικής θεατρικής ψευδαίσθησης. H παραγωγή του αποτελεί μια τερατώδη παρωδία της καθιερωμένης, σκηνικής λογικής, διαμελίζοντας τα στοιχεία που την απαρτίζουν και ανασυνθέτοντάς τα με τον πιο απροσδόκητα ασυνάρτητο τρόπο.

Συγκρίσεις

Τα παραπάνω δεν ανιχνεύονται πάντως με την ίδια ένταση στο μοναδικό του μυθιστόρημα, όπως επισημαίνεται και στη διατριβή του Soren Olsen L’ Essentialisme est un mysticisme (την οποία οι εκδόσεις Ηλέκτρα εντόπισαν αλλά δυστυχώς δεν αξιοποίησαν περαιτέρω), με θέμα τη σύγκριση της μοναξιάς του κεντρικού ήρωα της «Ναυτίας» του Σαρτρ με αυτήν του «Μοναχικού» του Ιονέσκο: «H μοναξιά του 35χρονου αντιήρωα του Ιονέσκο δεν είναι κοινωνική […] O Μοναχικός πάσχει επειδή αναζητεί τη μοναξιά της περισυλλογής, την πνευματική και όχι τη φυσική απομόνωση. […] Ετσι […] δεν εγγράφεται στην παράδοση του «νέου μυθιστορήματος» αλλά ούτε και σε αυτή του μυθιστορήματος του «θεάτρου του παραλόγου». Είναι ένα ψυχολογικό, υπαρξιακό μυθιστόρημα».

Επέλεξα αρχικά να διαβάσω τον «Μοναχικό» δευτερευόντως διότι ήταν το μοναδικό μυθιστόρημα του Ιονέσκο και πρωτίστως διότι «ήταν για την ηλικία μου» (με τον ίδιο τρόπο που η αναγραφή 13+ ή 14+ στο οπισθόφυλλο των εφηβικών μυθιστορημάτων δείχνει ότι αυτά προορίζονται για τις συγκεκριμένες ηλικίες), καθώς το κείμενο αρχίζει ως εξής: «Στα τριάντα πέντε πρέπει κανείς να εγκαταλείπει την κούρσα. Αν βέβαια υπάρχει κούρσα. Είχα σιχαθεί τη δουλειά μου. Ηταν ήδη αργά, πλησίαζα τα σαράντα. Θα πέθαινα από πλήξη και θλίψη αν δεν έπεφτε στα χέρια μου εκείνη η απροσδόκητη κληρονομιά».

Στη συνέχεια ανακάλυψα πως τα κοινά σημεία εκτείνονται πολύ πέραν της ηλικίας: «Και τότε, ξαφνικά, αναπάντεχα όπως κάθε φορά που μου επιτίθεται, έρχεται να με πανικοβάλλει η ιδέα ότι θα πεθάνω. Δεν θα έπρεπε να φοβάμαι τον θάνατο μια και δεν ξέρω τι είναι θάνατος· άλλωστε, δεν είπα ότι πρέπει να του παραδίδεσαι και να μην τον πολεμάς; Μάταια. […] Εκατομμύρια άνθρωποι έχουν την ίδια αγωνία. Γιατί ενεργούν έτσι πάνω μας; Γιατί; […] Κανείς δεν είναι τίποτα. Και ταυτόχρονα ο καθένας είναι όλο το σύμπαν. Να ξαπλώσω, να μην υπάρχω, να μη σκέφτομαι πια, να μη σκέφτομαι».

Σε πρώτο πρόσωπο

Η απρόσκοπτη ροή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης του Ιονέσκο, συνηθισμένου στην αμεσότητα του θεάτρου, σε αιχμαλωτίζει από την πρώτη στιγμή στην αρπάγη της συνέκφρασης, στην ανακουφιστική επανανακάλυψη των δικών σου εμπειριών, που κάποιος άλλος κατάφερε να διατυπώσει για σένα. Οσο για το παράλογο, την παραισθητική με άλλα λόγια τροπή που παίρνει η ιστορία του, αυτό δεν εμποδίζει καθόλου τον αναγνώστη, ειδικά τον σύγχρονο, να την παρακολουθήσει και ίσως και να ταυτιστεί με τον ήρωά της. Το συμβιβαστικό, εξάλλου, τέλος που υπαινίσσεται το θεϊκό σημάδι, πολύ περισσότερο απ’ όσο στο «παράλογο» παραπέμπει στην «εγγενή αίσθηση του θείου», όπως την εννοούσε και ο συνθέτης Γιάννης Χρήστου, μια αντίληψη πανάρχαιη που παραδέχεται την ύπαρξη ενός νοήματος.

Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο να μπορεί κάποιος, στις βασανιστικά διακειμενικές και υφολογικά υποψιασμένες μέρες μας, να διαβάζει ένα κείμενο άμεσο, αληθινό και αυταπόδεικτα ευφυές, καυστικό και ανάλαφρο, αντιφατικό και προφητικό, όπου ο λυτρωτικός «συνειδησιακός χείμαρρος» παρουσιάζεται αυθύπαρκτος και αποτελεί, τελικά, τον ορισμό της συμπαντικά μοναχικής ανάγνωσης και αναγνώρισης.

* H κ. Σταυρούλα Γ. Τσούπρου είναι διδάκτωρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.