ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η παρακμή των μεγάλων παραγωγών

Μια εποχή που κράτησε περίπου τριάντα χρόνια στον κινηματογράφο, φαίνεται ότι λήγει ή ότι πρόκειται να εξελιχθεί με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, τον οποίο ακόμη δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Το μπλοκμπάστερ, ο χαρακτηρισμός που έδωσε το στίγμα της πιο επιτυχημένης εμπορικά περιόδου της κινηματογραφικής βιομηχανίας, όσο περνούν τα χρόνια δείχνει να φθίνει και να παρακμάζει. Οι πανάκριβες κινηματογραφικές παραγωγές, οι ταινίες-γεγονότα, δεν συναρπάζουν το κοινό όσο παλιότερα, κάτι που φαίνεται τόσο από την πορεία αυτών των ταινιών στο box office όσο και από την καλλιτεχνική τους αποδοχή.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι φέτος, κατά την περίοδο των κινηματογραφικών βραβείων, από τις ταινίες που έφτασαν στους φιναλίστ καμία δεν είχε στοιχίσει πάνω από 70 εκατομμύρια δολάρια. Ενα ποσό μάλλον μετριοπαθές για τους εξωφρενικούς χολιγουντιανούς προϋπολογισμούς. Το ότι για το Οσκαρ καλύτερης ταινίας κονταροχυπήθηκαν δύο «μικρές» ταινίες, όπως το «Μυστικό του Brokeback mountain» και το «Crash», σηματοδοτεί μια νέα εποχή, με έμφαση στις μικρότερου μεγέθους παραγωγές, που έχουν κάτι περισσότερο να πουν, παρά να δείξουν. Αλλωστε, το κοινό είναι πλέον πολύ δύσκολο να θαμπωθεί. Εχουμε φτάσει στην εποχή που από τη μεγάλη οθόνη έχουν περάσει τα πάντα και σε κάθε εκδοχή. Ο αμφιβληστροειδής έχει κορεστεί και οι οπτικές πληροφορίες που περνά δεν αρκούν για να συγκινηθεί ο θεατής. Ποια είναι τα ερεθίσματα που πρέπει πια να δώσει μια ταινία για να προκαλέσει το ενδιαφέρον του κοινού; Κανείς δεν μπορεί να το πει με σιγουριά. Το μόνο βέβαιο είναι ότι, παραγωγοί, σκηνοθέτες και ηθοποιοί προβληματίζονται και αναζητούν τη νέα συνταγή.

Οταν μία από τις σημαντικές προσωπικότητες της κινηματογραφικής βιομηχανίας, όπως ο Τζορτζ Λούκας, δηλώνει ότι «το μπλοκμπάστερ είναι νεκρό», ξέρεις πως κάτι έχει αρχίσει να αλλάζει. Ο Λούκας, μαζί με τον καλό του φίλο Στίβεν Σπίλμπεργκ, είναι οι άνθρωποι χάρις στους οποίους ο κινηματογράφος ακολούθησε αυτή την πορεία τις τελευταίες δεκαετίες. Οπως είπε ο Λούκας, «οι σημερινές δυνάμεις της αγοράς κάνουν μη ρεαλιστική τη σπατάλη 200 εκατομμυρίων δολαρίων σε μια ταινία. Αυτές οι ταινίες δεν μπορούν να φέρουν τα λεφτά τους πίσω. Δείτε τι συνέβη με τον «Κινγκ Κονγκ» (σ.σ. μια υπερπαραγωγή που δεν απέφερε τα αναμενόμενα κέρδη). Νομίζω ότι είναι σπουδαίο ότι οι περισσότερες υποψηφιότητες των Οσκαρ πήγαν σε ανεξάρτητες ταινίες. Είναι καλό από επιχειρηματικής άποψης; Οχι. Είναι κακό για τις κινηματογραφικές επιχειρήσεις. Ομως, οι ταινίες δεν έχουν να κάνουν με τις επιχειρήσεις. Εχουν να κάνουν με την τέχνη. Στο μέλλον, σχεδόν το σύνολο του υλικού που θα προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες θα είναι ανεξάρτητες ταινίες. Προβλέπω ότι μέχρι το 2025 η μέση ταινία θα κοστίζει 15 εκατομμύρια δολάρια».

Το μπλοκμπάστερ άρχισε να χρησιμοποιείται σαν όρος από το 1975 και μετά, όταν ο Στίβεν Σπίλμπεργκ με τα «Σαγόνια του καρχαρία» προκάλεσε πανικό στους θεατές και ασφυξία στις αίθουσες. Το συναρπαστικό θρίλερ του Σπίλμπεργκ ήταν η πρώτη ταινία που ξεπέρασε τα εκατό εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις στην Αμερική, βάζοντας τον πήχυ της επιτυχίας σε ένα νέο και δύσκολο να ξεπεραστεί όριο. Δύο χρόνια αργότερα, με τον «Πόλεμο των άστρων», ο Τζορτζ Λούκας έκανε τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία της δεκαετίας και από εκεί και πέρα τα μεγέθη άρχισαν να διογκώνονται όλο και περισσότερο. Ο χαρακτηρισμός «μπλοκμπάστερ» φαίνεται να έχει προέλθει από το όνομα μιας βόμβας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που μπορούσε να αφανίσει ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο. Μια ταινία αυτής της ομάδας μπορούσε να δημιουργήσει ουρές θεατών που να περιβάλλουν ένα οικοδομικό τετράγωνο. Ομως με τα χρόνια, οι ουρές μικραίνουν και μικραίνουν λίγο ακόμη.

Σε ελεύθερη πτώση

Το περασμένο καλοκαίρι το αμερικανικό box office γνώρισε τη μεγαλύτερη πτώση του τις δύο τελευταίες δεκαετίες και, ενώ φέτος οι αριθμοί είναι λίγο καλύτεροι, η απογοήτευση και ο προβληματισμός των μεγάλων στούντιο μεγαλώνει διαρκώς. Μερικές από τις μεγαλύτερες ελπίδες τους για το σάρωμα των ταμείων αποδείχθηκαν κατώτερες των προσδοκιών τους και προκαλούν την αμφισβήτηση σταθερών αξιών, όπως οι σταρ και τα θεαματικά εφέ. Ο «Κώδικας Da Vinci» με τον Τομ Χανκς, οι «Επικίνδυνες αποστολές 3» με τον Τομ Κρουζ, το «Poseidon» με ένα… αναποδογυρισμένο κρουαζιερόπλοιο, είναι τρεις υπερπαραγωγές με μεγάλους προϋπολογισμούς τόσο σε έξοδα όσο και σε εισπράξεις, που δεν κατάφεραν να δικαιολογήσουν την αισιοδοξία των στελεχών των στούντιο. Αντίθετα, η έκπληξη έρχεται από σαφώς μικρότερες ταινίες, όπως η ρομαντική κομεντί «Τα χαλάσαμε» με την Τζένιφερ Ανιστον και τον Βινς Βον, που έσκισε στα ταμεία.

Τρίζουν τα θεμέλια

Οι παρατηρήσεις αυτές φυσικά δεν σημαίνουν ότι οι υπερπαραγωγές θα πάψουν να υπάρχουν ή ότι αυτές που προβάλλονται είναι εντελώς αποτυχημένες. Τα στούντιο έχουν πολλούς τρόπους να κερδίζουν χρήματα από το βασικό προϊόν τους, που είναι η ταινία. DVD, video games, παιχνίδια, on line διάθεση των ταινιών, αναμνηστικά αντικείμενα, καμπάνιες διαφημιστικής σύνδεσης προϊόντων με τους χαρακτήρες των ταινιών… Η λίστα είναι τεράστια και διαρκώς εφευρίσκονται τρόποι για να επεκταθεί. Ωστόσο, η παντοκρατορία του μπλοκμπάστερ δεν είναι τόσο ισχυρή όσο παλιότερα, και τα θεμέλια του χολιγουντιανού οικοδομήματος αναζητούν ενισχύσεις από μικρές και δυνατές καλλιτεχνικές ενέσεις.

Στις τελευταίες κινηματογραφικές σεζόν, συνεχώς μειώνεται ο μέσος όρος των εσόδων από τις μεγαλύτερες παραγωγές, ενώ αντίστοιχα το κόστος παραγωγής συνεχώς μεγαλώνει. Το ομογενοποιημένο προϊόν μάλλον δεν είναι αρκετό για ένα κοινό που όσα κοινά χαρακτηριστικά και να έχει, βρίσκει μια τεράστια ποικιλία επιλογών διασκέδασης, που να καλύπτει τις διαφορετκές επιθυμίες και το γούστο του. Γι’ αυτό και το μοντέλο που προωθείται όλο και περισσότερο μέσα από τα ίδια τα στούντιο με θυγατρικές εταιρείες, είναι η παραγωγή λιγότερο ακριβών ταινιών, με τεχνικές και καλλιτεχνικές προδιαγραφές υπερπαραγωγών, που να απαιτούν μικρότερα κόστη και να αγγίζουν εξειδικευμένες ομάδες θεατών. Αυτό είναι το νέο στοίχημα της κινηματογραφικής τέχνης, που ξεπέρασε τον έναν αιώνα ζωής, καταφέρνοντας να ανανεώνεται και συνεχώς να ανοίγει νέους δρόμους.